Οδοιπορικό στους  Στενιώτικους δρόμους της Μεσοπολεμικής Περιόδου.

Μέρος α’ - δρόμοι στο Απανωχώρι.

Γράφει ο Επαμεινώνδας Δημ. Λογοθέτης

 

 

Τις φωτογραφίες προσέφερε

και τα σχόλια έγραψε ο Νικολός Εξαδάκτυλος

Ο Καζάκος διατήρησε το τσαγκαράδικο μέχρι το 1934, γιατί τότε ο Νικολής (111) άνοιξε πολύ κοντά δικό του μαγαζί σ’ένα μικρό χώρο στο κάτω και πίσω μέρος του πατρικού του σπιτιού. Με την αρτιότερη και πολύ επιμελημένη δουλειά του  ο Νικολής συγκέντρωσε την πελατεία του χωριού και ανάγκασε τον Θοδωρή να κλείσει το μαγαζί του.

Συνεχίζοντας τον κατηφορικό δρόμο, λίγο πριν από τα τελευταία πριν απ’αριστερά σκαλοπάτια ήταν το σπίτι του Μήτσου Ιωάννου Βαλμά (Μπιλντάκου) (11116). Στα τελευταία του σκαλοπάτια δεξιά και πριν από το πέτρινο γεφύρι ήταν το σπίτι του Γιώργη Αντωνίου Μπέη (Σαρανταπουλιά) (1153) και της Μαριώς Μιχαήλ Παλαιοκρασσά (Παγώνας) (1318). Ο Γιώργης με τη σοβαρή και πάντοτε άψογη εμφάνιση του, τα μαύρα του γυαλιά, που φορούσε μέρα νύχτα και το γυαλιστερό του μπαστούνι του, έδειχνε αληθινός «Μπέης», χωρίς  βέβαια να υπολείπεται από κάθε άποψη και η Μαριώ. Επειδή δεν είχαν παιδιά, λίγο πριν από το θάνατο του Σαρανταπουλιά υιοθέτησαν την ανιψιά της Μαριώς,  Ερηνούλα Γεωργίου Παλαιοκρασσά  (13167) που κατόπιν παντρεύτηκε τον Σπύρο Θεοχάρη Καρυστινό (166).  Το σπίτι έχει τώρα ο γιος τους ο Γιώργης (1661), που ακούει στο όνομα του Γιώργη Μπέη (Σαρανταπουλιά).

Απέναντι από την είσοδο στο σπίτι του Σαρανταπουλιά και κάτω από τον κήπο του Μπιλντάκου, υπήρχε ένα άνοιγμα από το οποίο κατέβαιναν στο ρέμα. Τα νερά σςτο ρέμα ερχόταν από τις χαβούζες του «Σαρά», συνέχισαν τη ροή τους, εμπρός από την «Πεντάβρυση» και από κει στου «Μπιζάδου», μέχρι τον ποταμό, απέναντι από τη «Φάμπρικα».

Το χειμώνα όμως ήταν τόσο πολλά, που καθιστούσαν αδιάβατο το ρέμα και μόνο το καλοκαίρι περιορίζονταν στο ένα τρίτο αυτών που έτρεχαν χειμωνιάτικα.

Σ’ένα τριγωνικό αντέρεισμα στη βορειοανατολική βάση του πέτρινου γεφυριού, ο Γιώργης Φραέσκου Ζαννάκης εγκατέστησε με πρωτόγονα μέσα, το πρώτο στο χωριό υπαίθριο κρεοπωλείο. Ο Γιώργης, που ήταν Βουρκωτιανός, φορούσε βράκα και στο κεφάλι του ένα στρογγυλό μαύρο σκούφο. Βοηθούμενος από τους δυο γιους του, τον Φραέσκο και τον Βασίλη, έσφαζε συνήθως αρνάκια και μοσχαράκια γάλακτος μέχρι 30-40 οκάδες(6). Κάτω από το μεγάλο του μουστάκι που το πλαισίωναν τα ροδοκόκκινα μάγουλα του, κρατούσε με τα δόντια του το μαχαίρι που χρησιμοποιούσε όταν τεμάχιζε το κρέας.. Το ζύγισμα του γινόταν στην «πελάντζα» και απ’αυτό προέκυπταν πολλές αμφιβολίες από τις γυναίκες που το αγόραζαν, αν το έλεγε σωστά η ζυγαριά… Για να σταματήσουν τα παράπονα, ο Γιώργης έκοβε και ένα επιπλέον κομμάτι κρέας. Αυτές όμως εξακολουθούσαν, γιατί το κομμάτι δεν ήταν ψαχνό, αλλά «λάπι» (χαλαρό κρέας).

Το κρεοπωλείο λειτουργούσε μόνο το Σάββατο. Το χειμώνα που τα νερά στο ρέμα ανέβαιναν, οι πελάτες πατούσαν στις υπερυψωμένες πάνω στο νερό πέτρες, για να πλησιάσουν στη βορειοανατολική πλευρά του γεφυριού, όπου ήταν το χασαπιό.

Στην περίοδο της κατοχής, που η πώληση κρέατος απαγορευόταν, οι αδελφοί Φραέσκος και Βασίλης πουλούσαν το κρέας στη «μαύρη». Με τον Βασίλη για λόγους ασφαλείας, ο Γιώργης Μπουκουβάλας, ο Νικολός ο Σπούγιας και εγώ(7), δίναμε ραντεβού τη νύχτα σε διάφορα μέρη. Συνήθως πάνω από τον Αη-Δημήτρη, στο ρέμα του Σαρά ή αλλού, αφού προηγουμένως είχαμε συμφωνήσει τα διάφορα συνθήματα και παρασυνθήματα.

Περνώντας το πέτρινο με τη μεγάλη αψίδα γεφύρι, συναντούμε αριστερά στο δρόμο προς το «Κακόβολο» το σπίτι της Χαζάπη Καλλιόπης του Γιαννάκη (1115) σύζ. Μπουκουβάλα Θεοφίλου του Δημητρίου.

Στο με τα δύο σκαλοπάτια υπερυψωμένο ισόγειο του και κάτω από την αυλή, ήταν το μπακάλικο της Καλλιόπης. Αυτό, δεν είμαι σε θέση να διαβεβαιώσω, αν το άνοιξε ο Θεόφιλος ή η Καλλιόπη, όταν χήρεψε. Μία μικρή όμως στην πόρτα του πινακίδα έγραφε, «Παντοπωλείο Καλλιόπης Θ.Μπουκουβάλα».

Το Μπακάλικο διετήρησε η Καλλιόπη μέχρι την κατοχή, και μετά το θάνατο της, συνέχισε τη λειτουργία του η κόρη της Μαριγούλα (1321), σύζυγος Γιαννούλη Νικολάου Γιαλούρη.

Η μακρόχρονη λειτουργία του έδειξε την εξυπηρέτηση που προσέφερε στα νοικοκυριά της ανατολικής και βορειοανατολικής περιοχής του επάνω χωριού.

(συνεχίζεται)

____________________________________

 

(6) 1 οκά = 1,280 κιλά.

(7) Μπουκουβάλας Γεώργιος του Αντωνίου (113), Κουτσούκος Νικόλαος του Ιωάννη (11823)

Καθώς προχωρούμε σ’αυτόν τον δρόμο και μετά την επίστρωση του με γλαυκοφαινιτικό σχιστόλιθο, στο πίσω μέρος του σπιτιού του Λινάρδου Νικολάου Κυρτάτα (Κρίπα) (1112) συναντούμε στη δεξιά του πλευρά το σπίτι του Ζαννή Σταμ. Πολέμη (11122) (Παπαζαννή) . Στην πρόσοψη του και πάνω από την πόρτα της κυρίας εισόδου είχε μια χειροποίητη ανάγλυφη πινακίδα για την ιδιοκτησία και χρονολογία κατασκευής του (1911).

Στο κάτω πάτωμα του διώροφου αυτού σπιτιού ζούσαν οι ανύπανδροι αδελφοί Γεώργιος (111222) και Σταματούλα Ζαννή Πολέμη (111225).

Στο χώρο αυτό είχε το εργαστήριο του ο Γιώργης που κατασκεύαζε αδράχτια και σφοντήλια. Αυτά ήταν ξύλινα ημισφαιρικά σωματίδια που στερέωναν στη βάση του αδραχτιού για να αυξάνουν τη στροφορμή του και να διευκολύνουν την περιστροφή του νήματος. Εκτός από αυτά ο Γιώργης ακόνιζε ψαλίδια, μαχαίρια, έκανε τσαπράζι (1) στα πριόνια και επισκεύαζε επιτραπέζια ρολόγια. Γι’αυτό και για άλλες λεπτοδουλειές  που έκανε τον αποκαλούσαν «Μπρισιμιτζή» και συντομότερα «Μπρισίμη» (2). Τα χρήματα που εισέπρατε απ’αυτές τις λεπτοδουλειές αποτελούσαν τον μόνο πόρο για την επιβίωση του. Ετσι, όλα τα αναγκαία αναλώσιμα αγαθά τα αγόραζε μόνο από όπου τα εύρισκε φθηνότερα (στη Χώρα) και επ’ώμου αυτός και η Σταματούλα τα μετέφεραν στο Χωριό.

____________________________________

 

(1)  η εναλλάξ κλίση των δοντιών του πριονιού προς τα αριστερά και τα δεξιά, ώστε αυτό να μη σφηνώνει στο ξύλο και να κόβει με μεγαλύτερη άνεση.

(2)  στα τουρκικά  ibrisim=μεταξοκλωστή και οι τεχνίτες που τη χρησιμοποιούσαν ήταν κατά κανόνα ιδιαίτερα επιδέξιοι και ονομάζονταν μπρισιμιτζήδες (μεταξάδες).

Πατήστε εδώ για την πρώτη σελίδα

 

 

Πατήστε εδώ για να δείτε τη συνέχεια του οδοιπορικού

 

 

Πατήστε εδώ για να δείτε μια άλλη περιοχή

 

 

Πατήστε εδώ για επιστροφή στον κατάλογο

με τις περιοχές

 

Πατήστε εδώ για επιστροφή στην αρχική σελίδα

Λίγο πιο πέρα, στη διασταύρωση με τον κατηφορικό από τον πρώτο παράλληλο δρόμο, ήταν το σπίτι της Τίλυς και του Αντρείκου Νικολάου Σύμπουρα  (1133) (νυν ιδιοκτησία Χρήστου Αντωνίου Σαρρή (Βροντόχρηστου) (13425)(3) . Στο ισόγειο του και σχεδόν απέναντι από το σπίτι του «Πίκουλου» (141221) υπήρχε μια στενή πόρτα, που οδηγούσε σ’ένα ευρύχωρο μέσα σ’αυτό εσωτερικό χώρο. Σ’αυτόν, οι αδελφοί Αντρείκος και Γεώργιος Νικολάου Σύμπουρας κατασκεύασαν, γύρω στο 1925 και με τις ναυτικές οδηγίες του γαμπρού τους Γιαννάκη Περικλή Πολέμη (Ψαράκη) (113172), μία μεγάλη βάρκα. Ατυχώς, μετά την κατασκευή της, λόγω των μεγάλων διαστάσεων της (και κακών υπολογισμών(4) ) δεν ήταν δυνατόν να βγει από το χώρο αυτό. Οι ειδικοί κτίστες της εποχής που εκλήθησαν να δώσουν τη γνώμη τους για την διεύρυνση της πόρτας, με μιας μικρής έκτασης  κατεδάφιση του εξωτερικού τοίχου του σπιτιού, εξέφρασαν την υπόνοια κατάρρευσης ολόκληρου του τοίχου του σπιτιού. Κατόπιν αυτού, τα αδέλφια Σύμπουρα διαφώνησαν μεταξύ τους και όπως χλευαστικά περιέγραφε το γεγονός ο Λινάρδος Νικολάου Καραπιπέρης (13181), η βάρκα παρέμεινε έκτοτε στο χώρο αυτό.

Αργότερα και λίγο μετά το 1932 ο Θοδωρής ο Καζάκος  εγκατέστησε στο χώρο αυτό ένα πρόχειρο μαγαζί επιδιορθώσεως παπουτσιών (τσαγκαράδικο). Εκεί μαζευόμαστε και βλέπαμε το Θοδωρή να δουλεύει…

Σιγά-σιγά ο Νότης, ο Παναής της Μέλπως, ο Χάτζος, ο Γιάννας και εγώ (5) μπαίναμε στη βάρκα και αρχίζαμε να την κουνάμε σαν να έκανε «μπότζι». Τότε η σκόνη που σηκωνόταν θόλωνε το χώρο, οπότε θυμωμένος ο Θοδωρής μας πετούσε έξω και μας απειλούσε με μία φαλτσέτα «πως θα μας κόψει τον κώλο». Για να ξαναμπούμε στο τσαγκαράδικο υποσχόμαστε ότι θα είμαστε ήσυχοι…, αλλά συνήθως δεν κρατούσαμε την υπόσχεση μας.

____________________________________

 

(3)στην επόμενη φωτογραφία, το κτίσμα στον καφέ κύκλο.

(4)Σημ. Νικολού Εξαδάκτυλου:  Το πιθανότερο είναι να μετρήθηκε το πλάτος της πόρτας και να υπολογίστηκε το πλάτος της βάρκας. Το πρόβλημα θα δημιουργήθηκε από το γεγονός ότι η πόρτα ήταν στη μεγάλη διάσταση του δωματίου και η βάρκα θα έβγαινε αν θα μπορούσε να στρίψει μέσα στο δωμάτιο κατά 90 μοίρες και να βρεθεί κάθετα στην πόρτα. Φαίνεται όμως ότι το μήκος της βάρκας ήταν σημαντικά μεγαλύτερο από τη μικρή διάσταση του δωματίου.

(5) Κουρτέσης Παναγιώτης του Βασιλείου (1341), Κουρτέσης Παναγιώτης του Ιακώβου (136), Κουρτέσης Μιχαήλ του Ιακώβου (137), ο Βαλμάς Ιωάννης του Δημητρίου (111161) και ο Λογοθέτης Επαμεινώνδας του Δημητρίου (12331).

Το τσαγκαράδικο

του Καζάκου

 

Δεξιά, στη φωτογραφία, το κτίσμα όπως είναι σήμερα.

Πάνω, το σπίτι του Ζαννή Σταμ. Πολέμη (Παπαζαννή) όπως είναι σήμερα. Διακρίνεται η επιγραφή «ΖΠ ΙΕΡΕΥΣ 1911»

Πρώτος Δρόμος (από το φούρνο του Γλυνού μέχρι τον σημερινό πάνω σταθμό)

Δεύτερος Δρόμος (από την Παναγία μέχρι το Διαραχάκι) - από του Νικατή τον καφενέ μέχρι το σπίτι της Αντωνιούδαινας

Δεύτερος Δρόμος (από την Παναγία μέχρι το Διαραχάκι) - το μπακάλικο του Θεοδόση

Δεύτερος Δρόμος (από την Παναγία μέχρι το Διαραχάκι) - από το μπακάλικο του Μπουζούκου μέχρι το ξυλουργείο του Ρούσσου

Δεύτερος Δρόμος (από την Παναγία μέχρι το Διαραχάκι)

- από το σπίτι του Ζαννή Σταμ.Πολέμη μέχρι το μπακάλικο της Καλλιόπης Θ.Μπουκουβάλα