Ο μεγάλος σε μήκος δρόμος (1) στη Δυτική-Βορειοδυτική πλευρά του χωριού μας, από παλιά και μέχρι τη διάνοιξη του αμαξόδρομου Αποίκια-Βουρκωτή-Αρνη, εξυπηρετούσε πεζούς και εφίππους από τη Βουρκωτή και το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, με προορισμό τη Χώρα ή το λιμάνι και αντιστρόφως.

Πάνω σ’αυτόν, δεξιά για τον κατερχόμενο, το πέμπτο από τα πρώτα στο επάνω χωρό σπίτια(2), ήταν του Αριστείδη και της Κατερίνας  Γλυνού (το γένος Κωνσταντίνου Πολέμη του Γιαννούλη (Γιαλαρού)) (141315). Ο Αριστείδης ήταν επαγγελματίας αρτοποιός και καταγόταν από τον Πιτροφό. Όταν έκτισε το σπίτι (γύρω στο 1932-33), μετέτρεψε σε φούρνο ένα μέρος από το χώρο του προς το δρόμο. Αυτός υπήρξε ο δεύτερος τότε στο επάνω χωριό φούρνος, που δυστυχώς, λίγα χρόνια αργότερα η λειτουργία του διακόπηκε, λόγω του αιφνίδιου, εξ ανακοπής, θανάτου του Αριστείδη.

Από το τμήμα αυτό μέσα στο χωριό ξεκινούν ως γνωστόν, τέσσερις οριζόντιοι και σχεδόν παράλληλοι δρόμοι, με τεθλασμένη και σε ορισμένα σημεία καμπύλη οδική γραμμή.

Στο τέλος σχεδόν του πρώτου από αυτούς (3), που διασχίζει την ακραία οικιστική ζώνη στο επάνω χωριό, ήταν το σπίτι του Δημήτρη και της Χαρίκλειας Βεστάρχη (το γένος Νικολάου Χαζάπη) (112) (4).

Στην ανατολική πλευρά του σπιτιού και στον υπόγειο της αυλής και της κουζίνας χώρο του, ο Δημήτρης είχε από το 1925 περίπου και μέχρι την Ιταλική κατοχή του 1941, ένα μικρό μαγαζί, (μπακάλικο), σαν ένα είδος mini-market, όπως θα λέγαμε σήμερα. Αυτό κάλυπτε τις ανάγκες στα γειτονικά νοικοκυριά της περιοχής, σε αναλώσιμα είδη τροφίμων, σε είδη καθαρισμού και φωτιστικού για τις λάμπες πετρελαίου. Επειδή δεν υπήρχε άλλο σ’αυτόν τον δρόμο μαγαζί, η εμπορική κίνηση σ’αυτό, το «αλισβερίσι» όπως λεγόταν τότε, ήταν καθημερινά και ιδιαίτερα τις πρωινές ώρες, σχετικά μεγάλο.

____________________________________

 

(1) στη δορυφορική φωτογραφία παρακάτω με πράσινη γραμμή.

(2) πιο κάτω, στη φωτογραφία, το κτίσμα στον μπλε κύκλο.

(3) στη δορυφορική φωτογραφία παρακάτω με κίτρινη γραμμή.

(4) πιο κάτω, στη φωτογραφία, το κτίσμα στον πράσινο κύκλο.

Φούρνος Γλυνού.

Ο φούρνος ήταν στη θέση που είναι σήμερα το σπίτι στο κέντρο και αριστερά της φωτογραφίας με τα μπλε κάγκελα

Μπακάλικο Βεστάρχη.

Είναι το πρώτο κτίσμα αριστερά όπως μπαίνει κανείς στο χωριό από τον πάνω σταθμό. Το μαγαζί ήταν κάτω, με πόρτα από την αυλή.

Ο μικρός αυτός σε μήκος και τελευταίος στο επάνω χωριό δρόμος ήταν ο πρώτος σταθμός για τους περαστικούς πωλητές από τη Βουρκωτή και τον Γκαρόνα με διάφορα, ανάλογα με την εποχή, γεωργοκτηνοτροφικά προϊόντα, καυσόξυλα και μαλλιά από το κούρεμα των προβάτων.

Τα μαλλιά χρησιμοποιούνταν τότε, είτε για να γεμίζουν μαξιλάρια και στρώματα, είτε μετά από τη νηματοποίηση τους για χειροποίητα πλεκτά είδη και φανέλες των ναυτικών.

Μερικοί Βουρκωτιανοί πουλούσαν μόνο καυσόξυλα από κουμαριές όπως ο Μιχάλης Ζαννάκης (Ξυλάγγουρος), ενώ άλλοι, όπως ο Γιάννης Δ.Ζαννάκης (Φαλέκος) κάρβουνα, κατόπιν παραγγελίας.

Αλλοι πάλι, όπως ο Γιάννης Ανδρ. Ζαννάκης (Σωτήρος) και ο Ι.Μάνεσης (Σπανογιάννης) λάδι, τουλουμοτύρι και πατάτες. Το καλοκαίρι, πολλοί από τη Βουρκωτή και τον Γκαρόνα, οι εξάδελφοι Δ.Στεφάνου (Καραμπουρνιώτηδες) (ψηλός και κοντός), έφερναν τα χωρίς λίπασμα νοστιμότατα κηπευτικά τους είδη, φρέσκο «μαλαχτό» τυρί, ντομάτες και άλλα νωπά λαχανικά.

Κάθε εβδομάδα ερχόταν από τα Λάμυρα και περνούσε από αυτόν τον δρόμο, κρούοντας ένα με ξύλινη λαβή κουδούνι, ο Σπύρος Ευσταθίου, που τον αποκαλούσαν «πανταπώλα». Όπως θυμάμαι ο Σπύρος ήταν κοντουλός, γκριζομάλλης και φορούσε μεγάλου βαθμού μυωπικά, με συρμάτινο σκελετό, γυαλιά. Οδηγούσε ένα υψηλόσωμο γάιδαρο και σε κάθε πλευρά στο σαμάρι του είχε ειδικές υποδοχές, για να συγκρατούν τις παράλληλες στενόμακρες σανίδες, στις οποίες τοποθετούσε τα υφάσματα από ντρίλι, τσίτι, αλατζά, περκάλι, χασέδες και όλα τα συναφή με τη ραπτική είδη.

Όπως ήταν κοντός, όταν του ζητούσαν κάποιο από αυτά, έφερνε τον γάιδαρο στο πλησιέστερο σκαλοπάτι και ανέβαινε σ’αυτό, για να πάρει αυτό που έπρεπε να δώσει.

Στις αρχές του καλοκαιριού κατέβαινε από τις Στραπουργιές και ο Ηλίας ο «Σταμνάς» φορτωμένος με μεθοδικά δεμένα μεταξύ τους μεγάλα και μικρά πήλινα σταμνιά, που ο ίδιος κατασκεύαζε. (Στις Στραπουργιές υπήρχε περιοχή που την έλεγαν «Τσικαλαριά»).

Ηταν ένας υψηλόσωμος και γεροδεμένος άνθρωπος που πάντοτε φορούσε τραγιάσκα με ακαθόριστο από τη μακρόχρονη χρήση της χρώμα, της οποίας το πίσω από το γείσο μέρος βυθιζόταν στ’ανασηκωμένα και ακούρευτα σγουρά μαλλιά του. Όταν επρόκειτο να πουλήσει ένα σταμνί, σταματούσε σε κατάλληλο μέρος και όπως ήταν φορτωμένος καθόταν κατάχαμα. Μετά έβγαζε από τις μασχάλες του το σχοινί που συγκρατούσε τα σταμνιά, έπαιρνε το πρώτο απ’ αυτά, χωρίς να μετακινεί ή να δημιουργεί φθορές στα υπόλοιπα. Από τότε όμως που ένα δυνατό από το μελτέμι «μπουρίνι» τον παρέσυρε στον κατήφορο πάνω από το σπίτι του «Κολυσομύτη» (11343) φορούσε ένα πολύ παχύ,  σαν πάπλωμα γιλέκο. Οταν ο ίδιος αφηγείτο το γεγονός αυτό, δεν παρέλειπε στο τέλος να πει: «Θεό είχα και γλύτωσα…».

 

_________________________________________________

 

Σημ. Η Αννα Γρ. Εξαδακτύλου ανέφερε η μητέρα της Βιολάντη, όποτε έβλεπε τον Ηλία τον πείραζε λέγοντας του:

 

- Ολοι φοβούνται το θεό και ο σταμνάς τον τοίχο...

Οδοιπορικό στους  Στενιώτικους δρόμους της Μεσοπολεμικής Περιόδου.

Μέρος α’ - δρόμοι στο Απανωχώρι.

Γράφει ο Επαμεινώνδας Δημ. Λογοθέτης

 

 

Τις φωτογραφίες προσέφερε

και τα σχόλια έγραψε ο Νικολός Εξαδάκτυλος

Πατήστε εδώ για την επόμενη σελίδα

 

 

Πατήστε εδώ για να δείτε μια άλλη περιοχή

 

 

Πατήστε εδώ για επιστροφή στον κατάλογο

με τις περιοχές

 

Πατήστε εδώ για επιστροφή στην αρχική σελίδα

Πρώτος Δρόμος (από το φούρνο του Γλυνού μέχρι τον σημερινό πάνω σταθμό)

Δεύτερος Δρόμος (από την Παναγία μέχρι το Διαραχάκι) - από του Νικατή τον καφενέ μέχρι το σπίτι της Αντωνιούδαινας

Δεύτερος Δρόμος (από την Παναγία μέχρι το Διαραχάκι) - το μπακάλικο του Θεοδόση

Δεύτερος Δρόμος (από την Παναγία μέχρι το Διαραχάκι) - από το μπακάλικο του Μπουζούκου μέχρι το ξυλουργείο του Ρούσσου

Δεύτερος Δρόμος (από την Παναγία μέχρι το Διαραχάκι) - από το σπίτι του Ζαννή Σταμ.Πολέμη μέχρι το μπακάλικο της Καλλιόπης Θ.Μπουκουβάλα