Αριστερά από την είσοδο στην πλατεία, που αποτελούσε το κοινωνικοοικονομικό και μαζί με το σχολείο το πνευματικό κέντρο του χωριού, είναι η είσοδος για το σπίτι του Κώστα Ανδρέα Χαζάπη (1134) και της συζύγου του Μαργαρώς(1).

Παραπλεύρως σ’αυτό είναι ένα μακρόστενο οίκημα ιδιοκτησίας του Γεωργίου Μιχαήλ Παλαιοκρασσά (Μπουλάκα) (1316) στο οποίο το 1928 άρχισε τη λειτουργία του το πρώτο και μοναδικό στο κάτω χωριό ραφείο και καφενείο του παππού μου Επαμεινώνδα Δημητρίου Λογοθέτη (123). Το ραφείο του, προ του 1928, είχε ο παππούς μου στη Χώρα, στην οποία πηγαινοερχόταν με ένα ιδιόκτητο γάιδαρο. Στο πίσω μέρος του οικήματος αυτού υπήρχε με ανεξάρτητη από το διπλανό δρόμο είσοδο ένα δωμάτιο στο οποίο έμενε ο Μπαρμπαγιαννούλης(2). Πιο πάνω σ’αυτό το δρόμο στην αριστερή του πλευρά ήταν το σπίτι του Γιόκου(3) και της συζύγου του Ανθής(4).

Στη δεξιά με την πλατεία γωνία του δρόμου αυτού ήταν το σπίτι της Ευτυχίας (5) της «Κουκούλας», κόρης του Δημητρίου Ιωάννη Χαζάπη (11), του «Πίσσα», γι’αυτό την έλεγαν και «Πίσσαινα». Αυτή είχε παντρευτεί τρεις φορές. Ο πρώτος γάμος της ήταν με τον Αντώνη Βασιλείου Σαρρή (1322) (εν χηρεία από την πρώτη του γυναίκα, την Βασιλική Θεοδοσίου Μαρή (1322)). Ο δεύτερος ήταν στην Πόλη με τον Ιωάννη Γκίνη και ο τρίτος με τον ανθοκόμο Δημήτριο Μωραΐτάκη στη Χώρα (Μπαξέδες).

Όταν ντυνόταν επίσημα έριχνε στο πρόσωπο της τόση πούδρα, που έμοιαζε με αλευρωμένο για το τηγάνι ψάρι. Ετσι, όταν φυσούσε, σχηματιζόταν γύρω της ένα άσπρο από την πούδρα σύννεφο. Όταν γελούσε, άφηνε να φαίνονται οι εναλλασσόμενες, σ’όλα τα δόντια της επάνω και κάτω σιαγώνας «κορώνες» από χρυσό και πλατίνα.

Στο βάθος της κατά τρία σκαλοπάτια από την πλατεία υπερυψωμένης αυλής του κάτω σπιτιού της ήταν το υποδηματοποιείο του Μιλτιάδη(6). Σ’αυτό εργαζόταν ο Μπαρμπαγιαννούλης. Θα αναφερθώ εκτενέστερα σ’αυτόν, όπως ακριβώς τον θυμάμαι, γιατί τον περισσότερο καιρό στην παιδική μου ηλικία περνούσα στο κάτω χωριό στο σπίτι της γιαγιάς μου. Ο Μπαρμπαγιαννούλης ήταν λεπτόκορμος, σχεδόν ψηλός κατά το ανάστημα, με άσπρα και κάπως αραιά μαλλιά. Το μουστάκι του, ο αντίχειρας, ο δείκτης και ο μέσος δάκτυλος του δεξιού του χεριού είχαν πάρει σκούρο καφέ χρώμα από το τσιγάρο, που σχεδόν δεν έλειπε από τα χείλη του.

Σιωπηλός πάντοτε, λιγόλογος και σχεδόν αμίλητος, σπάνια ανοιγόταν σε συζητήσεις και γενικά δεν αντάλλαζε κουβέντες, χωρίς να υπάρχει λόγος. Επαγγελματικά ήταν παπουτσής. Την τέχνη την έμαθε στη Πόλη, στην οποία από τη νεαρή του ηλικία μετανάστεψε.

Όταν μεσήλικας ήλθε στο χωριό, δεν άνοιξε δικό του μαγαζί, αλλά εργαζόταν σαν «κάλφας» στο παπουτσίδικο του Μιλτιάδη.

Κοντά στον Μπαρμπαγιαννούλη έμαθε την τέχνη του παπουτσή και ο Νικολής(7) της Κοκκώνας(8), τον οποίο πολύ συστηματικά και με νοήματα εδίδασκε. Σκυμμένος πάνω στον «πάγκο» εκτελούσε με απόλυτη τεχνική την κατασκευή καινούργιων παπουτσιών ή την επιδιόρθωση των παλαιών. Εφτιαχνε ή επισκεύαζε μόνο ανδρικά ή παιδικά παπούτσια, κι’ουδέποτε έπιανε στα χέρια του γυναικεία παπούτσια. Όταν του πήγαιναν γυναικεία παπούτσια, τα βαθυγάλανα μάτια του έδειχναν την εικόνα θυμωμένου ανθρώπου και τότε πεισματικά τα πετούσε μακριά του μέσα στο μαγαζί, οπότε την επισκευή τους αναλάμβανε ο Μιλτιάδης. Κανένας δεν έμαθε, ούτε μπόρεσε να εξηγήσει γιατί απέφευγε την επιδιόρθωση των γυναικείων παπουτσιών…

Τα μόνα γυναικεία παπούτσια που δεχόταν για επιδιόρθωση ήταν της Μαριγούλας(9) , της κόρης της Αννίκας της Χαχαλίδαινας(10) . Ισως η κοπέλα αυτή να έμοιαζε με εκείνη που αγάπησε στην Πόλη όπου πέρασε τα περισσότερα χρόνια της νεανικής του ζωής.

Τα απογεύματα, τις καλοσυνάτες μέρες, κατέβαινε μετά τη δουλειά του στην πλατεία, όπου, κάτω από τον πλάτανο συγκεντρώνονταν οι απόμαχοι και οι ξέμπαρκοι από το κάτω χωριό ναυτικοί. Σιωπηλός πάντοτε, καθόταν σε μια άκρη στα μπαγκαλάκια (11) της πλατείας και παρακολουθούσε τη συζήτηση για τα διάφορα κοινού ενδιαφέροντος θέματα του χωριού και τις αφηγήσεις για τις διάφορες από τους ναυτικούς ταξιδιωτικές περιπέτειες.

Ακάθιστος και περιφερόμενος ο τότε πρόεδρος του χωριού Καπτα-Κώστας (12), με τα γυαλισμένα πάντοτε, καφέ χρώματος μποτινάκια του και με τα χέρια του στερεωμένα με τους αντίχειρες στα μασχαλιαία ανοίγματα του γιλέκου του, εκάλυπτε με τη βροντώδη φωνή του και το ξεκαρδιστικό, σε ειδικές περιπτώσεις γέλιο του, τη συζήτηση, όταν πολλές φορές παρενέβαινε σ’αυτή.

Τις διάφορες περιπέτειες εξιστορούσαν συνήθως οι ναυτικοί, από τα ταξίδια τους στη Μπραΐλα, στο Πλοέστι της Ρουμανίας, στην Οντέσσα και στο Ταϊγάνι της τότε Σοβιετικής Ενωσης. Οι περιγραφές τους γι’αυτά και οι δυσκολίες που αντιμετώπιζαν στα «Στενά» και το «Μπογάζι» του Βοσπόρου, έδιναν την ευκαιρία στον Μιλτιάδη να παρεμβαίνει και να διορθώνει τις κατά τη γνώμη του, λανθασμένες ονομασίες που ανέφεραν για τα διάφορα σημεία και θέσεις στην παράκτια ζώνη στην περιοχή της Πόλης.

Αυτό όμως γινόταν αφορμή διαφωνίας και αντιπαράθεσης του με τον Γιώργη (Γιόκο), γιατί αυτά που  έλεγε ο Μιλτιάδης, δεν συμφωνούσαν με τις περιγραφές, που καθημερινά διάβαζε, σ’ένα και μοναδικό με το γράμμα Κ τόμο της Εγκυκλοπαίδειας που είχε, σχετικά με την Κωνσταντινούπολη. Της θέσεις του Γιώργη υποστήριζε και ο Θόδωρος ο Μισιρλής (1112261), γέννημα θρέμμα της Πόλης. Στην τριλογία, όταν οι φωνές και οι γνώμες μπερδευόταν, παρέβαινε, λύνοντας τη σιωπή του ο Μπαρμπαγιαννούλης. Τότε χαμηλόφωνα έλεγε στον Μιλτιάδη, ότι ίσως δεν κατάλαβε καλά για ποιο μέρος μιλούσαν οι απόμαχοι ναυτικοί. Τότε περιχαρής ο Γιώργης έφευγε, γιατί εν τω μεταξύ, οι πελάτισσες του με το τεφτέρι του «βερεσέ» στο χέρι του φώναζαν. Όταν ο Μιλτιάδης τον έβλεπε απομακρυνόμενο, κουνούσε, χωρίς έλεγχο, δεξιά-αριστερά το κεφάλι του, με ένα πικρόχολο χαμόγελο.

Τελικά το σπίτι της Ευτυχίας, λίγα χρόνια πριν τον πόλεμο (1937) αγόρασε ο Λούης(13) και το μετασκεύασε, όπως το βλέπουμε σήμερα κι’έτσι η ιδιοκτήτρια είχε πάλι το όνομα Ευτυχία(14) , αφού αυτό είναι το όνομα της συζύγου του Λούη.

Πίσω από το σπίτι της Ευτυχίας ήταν το σπίτι του Γιάννη Νικολάου Μπουλμέτη (13) και της συζύγου του Μαριώς(15).

Όπως έλεγε ο Γιόκος, ο πατέρας του Γιάννη, Νικόλαος Μπουλμέτης (1) και σύζυγος της Μαρούλας(16), προέρχεται από πρόγονο που είχε το όνομα Λέκκας ή Πουλμέτης και το οποίο χρονολογούσε γύρω στις αρχές του 1700, χωρίς βέβαια να έχει συγκεκριμένα στοιχεία ή αλλες αποδείξεις.

Ο Γιάννης Μπουλμέτης είχε το παρατσούκλι «Λαέρτης» γιατί κάθε βράδυ το χειμώνα, καθώς τα παιδιά του ήταν μετά το δείπνο συγκεντρωμένα γύρω από το μαγκάλι, τους αφηγείτο τα βάσανα του Οδυσσέα και των μνηστήρων που «πολιορκούσαν» την Πηνελόπη στο παλάτι του.

 

Κατόπιν αυτών ο Λαέρτης, ο πατέρας του Οδυσσέα έφυγε και απομονώθηκε στο δικό του βασίλειο με τον πιστό του υπηρέτη τον Δόλιο. Εκεί ο Οδυσσέας όταν επέστρεψε στην Ιθάκη, συνάντησε τον Λαέρτη και μαζί αντιμετώπισαν τους γονείς των μνηστήρων, που προηγουμένως είχε σκοτώσει ο Οδυσσέας.

 

Συνεχώς αναφερόταν στο ρόλο του Λαέρτη. Ετσι, οι περαστικοί που άκουγαν κάθε βράδυ κάτω από το φως του λύχνου το παραμύθι για τον Λαέρτη, το κόλλησαν το παρατσούκλι «Λαέρτης». Ανεξήγητες παραμένουν πάντως οι γνώσεις του γεωκτηνοτρόφου Μπουλμέτη, σχετικά με το έπος της Οδύσσειας.

Κάθε βράδυ, επιστρέφοντας από το κτήμα του στα Πίσω Γιάλια, περνούσε καβάλα στον γάιδαρο του από την πλατεία, κρατώντας στ’αριστερό του χέρι το καρδάρι με το γάλα και στο δεξί του το σκοινί με το καπίστρι κι’ένα ραβδί για να τον οδηγεί.

Επί της πλατείας και κολλητό στο σπίτι της Ευτυχίας ήταν το σπίτι της Φραγκώς(17), συζύγου του Λεωνίδα Νικολάου Κουτσούκου (118) (γιου του Καρανικόλα). Τα σπίτια αυτά ήταν αδελφομοίρια, γιατί της Φραγκώς ανήκε στον Νικόλαο Ανδρέα Κουτσούκο (11) σύζυγο της Αννίκας Μυτήλια, αυτό δε της Ευτυχίας στην αδελφή του Μαρουλιώ(18), σύζυγο του Δημητρίου Ιωάννη Χαζάπη (Πίσσα) (11).

Στι ισόγειο σπίτι της Φραγκώς, άνοιξε λίγο μετά το γάμο του (1924) μπακάλικο ο γιος της , Ιωάννης Λεωνίδα Κουτσούκος (1182) και σύζυγος της Διαμάντης (19) . Κατ’αρχαιότητα το μπακάλικο του Γιάννη ήταν το δεύτερο στo κάτω χωριό. Δυστυχώς στις αρχές του 1932, ο Γιάννης πέθανε εξ ανακοπής. Μετά το θάνατο του επανήλθε από την Αμερική ο αδελφός του Ανδρέας Λεωνίδα Κουτσούκος (Σπούγιας) (1183). Αυτός μετασκεύασε το σπίτι και διατήρησε για τον εαυτό του το μπακάλικο. Η παραμονή του στην Αμερική επηρέασε την επιχειρηματική του έφεση. Η διαφήμιση των διαφόρων ειδών με τα οποία εφοδίαζε το μαγαζί και οι χαμηλότερες τιμές στα είδη του συντέλεσαν στην αύξηση της πελατείας του.

Εκτός αυτών, έκτισε λίγο πιο πέρα από το μπακάλικο ένα σύγχρονο φούρνο, τον δεύτερο στο κάτω χωριό και στον οποίον τα ξύλα έδιναν την απαιτούμενη για τη λειτουργία του θερμότητα. Στο φούρνο αυτό εργαζόταν σαν αρτοποιός ο Σπύρος Ανύσης (20).

Μετά το φούρνο του Σπούγια και αριστερά από το τέλος της πλατείας υπήρχαν τα οικοδομικά συγκροτήματα του Σταμάτη Αθανασίου Χαζάπη (Κάμη) (124).

Η υπερυψωμένη αυλή του πρώτου από αυτά, που στηριζόταν προς τα έξω σε δύο μεγάλων διαστάσεων λιθόκτιστες κολώνες, σχημάτιζε την κάτω απ’αυτές και σήμερα υπάρχουσα καμάρα, που συνδέει την πλατεία με τον συνεχόμενο προς την Πεντάβρυση δρόμο.

Στην αριστερή πλευρά της καμάρας ήταν η είσοδος στον ισόγειο με αυτήν χώρο, που αποτελούσε το αρχαιότερο στο χωριό παντοπωλείο, που ίδρυσε ο Σταμάτης Αθανασίου Χαζάπης. Στις δύο πλευρές της πόρτας εισόδου στο μαγαζί υπήρχαν δύο παράθυρα με σιδηρόφρακτη εξωτερικά εγκατάσταση. Στη δεξιά πλευρά (της καμάρας) υπήρχε μία σιδηρόπορτα που αποτελούσε την είσοδο στον κάτω απ’αυτήν κήπο.

Τον χώρο πάνω από το παντοπωλείο, όπως μου έλεγε η μητέρα μου, χρησιμοποιούσε ο Σταμάτης κι’όσο ζούσε η από τον δεύτερο γάμο σύζυγος του Ελένη(21) , σαν καθιστικό στη διάρκεια της ημέρας. Σ’αυτούς, ο παππούς μου Γιαννούλης Μιχαήλ Γιαλούρης (1222) ανέθεσε, μετά τον θάνατο της γιαγιάς μου Ανεζιώς(22) , την προστασία της ανήλικης κόρης του και μητέρας μου, Βιολάντης(23). Το βράδυ, από μία στο πίσω μέρος πόρτα ανέβαιναν στην κύρια προς τα επάνω κατοικία τους , που σήμερα αποτελεί, μετασκευασμένη, την κατοικία του Γιώργη Σωκράτους Παλαιοκρασσά (111223112και της συζύγου του Μίνας(24). Η Ελένη μετά τον τραγικό θάνατο(25) της αδελφής της Φλωρέζας(26), ανέλαβε υπό την προστασία της τον μικρότερο γιο της τον Λευτέρη(27), ενώ ο ετεροθαλής αδελφός της Καρυστινός Θεοχάρης του Ελευθερίου (16), το μεγαλύτερο γιο της Λινάρδο(28).

Παρά τη στοργική όμως γι’αυτούς φροντίδα και επιμέλεια, τους υποχρέωναν για ψυχολογικούς κυρίως λόγους, να εκτελούν διάφορες δουλειές, σαν να ήταν «παραγιοί» τους.

Η ζωή όμως του Λινάρδου στο ακραίο σπίτι του θείου του στο επάνω χωριό, σε συνδυασμό με το χαμηλό του πνευματικό του επίπεδο και την ψυχική του κατάθλιψη από τον τραγικό θάνατο της μάνας του, τον απέτρεπαν από κάθε κοινωνική επαφή και εκδήλωση στο χωριό. Γι’αυτό κάθε βράδυ μετά το δείπνο του, ήθελε να μένει μόνος του, κλεισμένος στον δικό του ψυχικό κόσμο.

Φαίνεται ότι ο πρωινός ύπνος τον γαλήνευε… Γι’αυτό κάθε πρωί ακούγαμε από το σπίτι μας τη βροντώδη φωνή του Θεοχάρη που τον προσφωνούσε λέγοντας:

 

- Κύριε βρε! … Τι θα κάμωμε; Ο ήλιος (χωρίς βέβαια να είχε ακόμα ανατείλει) είναι τρία κονταρόξυλα επάνω…

 

Τότε ο Λινάρδος διέκοπτε αδιαμαρτύρητα τον πρωινό του ύπνο και αφού έπινε τον καφέ που είχε ετοιμάσει η σύζυγος του Θεοχάρη Διαμαντώ(29), άρχιζε τις καθορισμένες καθημερινές του δουλειές.

Ο Λευτέρης, σαν βοηθός στο πάνω από την πλατεία του χωριού σπίτι της θείας του και στο κάτω από αυτό «μπακάλικο» του άνδρα της, είχε την ευκαιρία να προσαρμοστεί στο κοινωνικό σύνολο και ν’αναπτύξει αγαθές και ιδιότυπες με τους συγχωριανούς σχέσεις, που τον έκαμαν σ’όλους αγαπητό. Τους συγχωριανούς , στην οικογένεια των οποίων ο θείος του Σταμάτης είχε βαπτίσει παιδί, αποκαλούσε «κουμπάρους» και τα παιδιά τους «κουμπαράκια».

Ο Λευτέρης βοηθούσε το θείο του για τις μικρομεταφορές στο μαγαζί, σκούπιζε το χώρο μέσα και έξω από αυτό μέχρι την πλατεία και μετέφερε νερό για το σπίτι από την Πεντάβρυση. Για τη μεταφορά χρησιμοποιούσε δύο γκαζοντενεκέδες που είχε κρεμάσει στις άκρες ενός ξύλου, που σήκωνε στους ώμους του.

Στο χώρο μεταξύ των δύο οικημάτων υπήρχε αυλή με ανεξάρτητη από τον παράπλευρο ανηφορικό δρόμο είσοδο. Στο βάθος της ήταν ο πρώτος χρονολογικά στο κάτω χωριό φούρνος ιδιοκτησίας του Σταμάτη. Σ’αυτόν, αρτοποιός, από το 1929 μέχρι το 1935, ήταν ο Ανδρέας Ξυδάκης (Μυκονιάτης) με το γιο του Νίκο.

Μετά το θάνατο της Ελένης, ο Σταμάτης χρησιμοποιούσε αποκλειστικά σαν κατοικία τον χώρο πάνω από το παντοπωλείο και το παραπλεύρως σ’αυτόν υπνοδωμάτιο. Μετά τον θάνατο και του Σταμάτη την πρώτη Ιανουαρίου του 1931, από ειλεό και περισφιγμένη κήλη, στo επάνω σπίτι εγκαταστάθηκε ένας περιπλανώμενος «οδοντογιατρός», με το επίθετο «Λοΐζίδης». Αυτός είχε έναν ποδοκίνητο τροχό και τα σφραγίσματα που έκανε στα δόντια, έφευγαν, μετά τα πρώτα μασήματα. Κατόπιν αυτών και για ν’αποφύγει τις επακόλουθες συνέπειες, ένα πρωί και χωρίς προειδοποίηση άφησε το σπίτι ανοικτό και έφυγε…

Κατόπιν έμεινε στο σπίτι αυτό ο δημοδιδάσκαλος Σπύρος Παγκράτης με τα ανήψια του, τον Κώστα Καρδάμη, που φοιτούσε στο Γυμνάσιο και τον μικρότερο στο Δημοτικό Σχολείο Σωκράτη Παγκράτη.

Υστερα από τη μετάθεση του Παγκράτη, στο σπίτι αυτό κατοίκησε ο δημοδιδάσκαλος Δημητσιάνος.

Όταν ο Σταμάτης έφθασε σε κάποια ηλικία και δύο περίπου χρόνια προ του θανάτου του, παρέδωσε το μπακάλικο στον άνδρα της κόρης του Ανθής, Γεώργιο Σωκράτους Παλαιοκρασσά (Γιόκο) (1112231). Αυτός μέχρι τότε, σαν μετανάστης, όπως πολλοί άλλοι συγχωριανοί μας στην Αμερική, ψάρευε σολομούς τους φθινοπωρινούς μήνες, στο Seattle της πολιτείας Oregon και από την άνοιξη μέχρι το τέλος του καλοκαιριού έκοβε ξύλα στα δάση της περιοχής.

Οταν ο Γιόκος ανέλαβε το μαγαζί αγόρασε γάιδαρο για τις μεταφορές από τα καταστήματα χονδρικής πώλησης και τις αποθήκες της χώρας στο μαγαζί ,όλων των εμπορεύσιμων ειδών . Την φροντίδα του γάιδαρου ανέθεσε στον Λευτέρη  και αυτός   του έδωσε το  όνομα  Μάρκος. Το Μάρκο τον αγαπούσε πολύ ο Λευτέρης. Ποτέ δεν τον κτύπησε, του μιλούσε σαν σε άνθρωπο, τον αγκάλιαζε στο λαιμό και τον φιλούσε στο μέτωπο.  Ετσι ο Μάρκος ανταποκρινόταν σε κάθε θέληση του Λευτέρη. Σταματούσε όταν του το ζητούσε και ξεκινούσε όταν του έλεγε «πάμε Μάρκο»...

Τις Κυριακές πήγαινε στο λιμάνι και φόρτωνε τις βαλίτσες των ταξιδιωτών. Τα πρώτα χρήματα που εισέπραξε τα διάθεσε για ν’αγοράσει καπίστρι του Μάρκου, με γαλάζιες χάντρες και ματοπιάστρες, που δυστυχώς του το έκλεψαν… Χωρίς καθυστέρηση αγόρασε και δεύτερο  παρηγορώντας συγχρόνως τον Μάρκο για την απώλεια... Ο Λευτέρης συμμετείχε σε όλες τις εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής στο χωριό. Στα χοιροσφάγια πήγαινε απρόσκλητος, καθόταν χάμω στο χώρο του φαγητού και αφού έτρωγε τον υπόλοιπο φιδέ και ξεκαθάριζε το κρέας από τα κόκαλα, καθόταν και ενώ έκανε πως κοιμόταν άκουε την όλη συζήτηση και όλα τα κουτσομπολιά που έλεγαν αυτοί που καθόταν στο τραπέζι και τα μετέφερε την άλλη μέρα σε όσους τους  αφορούσαν...

Την ημέρα του (οποιουδήποτε) γάμου, όταν οι ορδινιές πήγαιναν  από το σπίτι του γαμπρού στο σπίτι της νύμφης ο Λευτέρης  προηγείτο κατάλληλα φορτωμένος με το μπαούλο, που περιείχε τα ρούχα του γαμπρού. Το βράδυ πάλι πρώτος πριν από τα βιολιά, τα στέφανα, τον παπά  και την ακολουθία του γαμπρού για το  σπίτι της νύμφης, όπου θα γινόταν η στέψη, σήκωνε κατάλληλα δεμένη στην πλάτη του την νταμιζάνα με το κρασί για το γαμήλιο δείπνο, πωματισμένη μ’ένα μικρό μπουκετάκι από λουλούδια.

Στο πρώτο τρίστρατο πριν από το σπίτι της νύμφης μια οργανωμένη ομάδα έπιανε τον γαμπρό με καραμπίνες και άλλα εκρηκτικά. Μετά έριχναν χάμω ένα μαντίλι και ο γαμπρός,  οι γονείς  του και ο κουμπάρος  αφήναν πάνω σ’αυτό χάρτινα  και μεταλλικά νομίσματα.  

Οταν πέθαινε κάποιος, προετοίμαζε τον  τάφο του και την ώρα της κηδείας σήκωνε το καπάκι του φέρετρου, όταν μετέφεραν τον νεκρό από το σπίτι του στην εκκλησία και από εκεί μετά την νεκρώσιμο ακολουθία στο νεκροταφείο όπου έκανε και τον ενταφιασμό του. Την διαδικασία αυτή ο Λευτέρης εκτελούσε  με μεγάλη επιμέλεια. Τοποθετούσε στον τάφο τις πλάκες προσαρμόζοντας της τη μία δίπλα στην άλλη και αφού τελείωνε απευθυνόμενος στο νεκρό του έλεγε: «Τώρα μη φοβάσαι , το χειμώνα δεν θα βρέχεσαι»...

Οταν ο Γιώργης (Γιόκος) πρότεινε στον Λευτέρη να κάμει κάποια δουλειά, τις περισσότερες φορές με διάφορες προφάσεις αυτός αρνιόταν και μόνον  μετά από επίμονη και έντονη διαλογική συζήτηση προχωρούσε στην εκτέλεση της . Σε κάποια από τις συχνές αυτές διαφωνίες τους, ο Γιώργης αποκάλεσε τον Λευτέρη «Βαραββά».

Τον χαρακτηρισμό άκουσαν ο Νιόνιος(30), ο Γούλης(31) και ο Πετρής ο «Οσιος»(32), που παίζανε «ντάμα» κάτω από τον πλάτανο στα παγκάλια της πλατείας, πάνω από την αυλή του Σχολείου. Υστερα απ’αυτό, όταν περνούσε και κάπως απομακρυνόταν ο Λευτέρης  τον φώναζαν χλευαστικά Βαραββά. Ο Λευτέρης γινόταν  έξω φρενών και τους κυνηγούσε ρίχνοντας τους πέτρες… Εκτός  όμως αυτού  του  κόλλησαν και το παρατσούκλι «Ιούδας»… Ο καιρός βέβαια περνούσε και ήλθε το Πάσχα.... Τη Μεγάλη Πέμπτη με τα καθαρά του ρούχα και την καινούρια «τραγιάσκα» του στολισμένος γιορτινά ο Λευτέρης πήγε στην εκκλησία, στα «Δώδεκα Ευαγγέλια»...

Λειτουργός ήταν τότε στον Αη-Γιώργη ο Παπανίκος ο Βασιλόπουλος. Οταν  όμως διάβασε σ’ένα  Ευαγγέλιο την πρόταση του  Πιλάτου, που αποτεινόμενος στο πλήθος ρώτησε,  «ποιόν από τους δύο θέλετε ν΄απελευθερώσω;  Ιησούν  ή τον Βαραββά;» ο Λευτέρης  το εξέλαβε  σαν εξύβριση του παπά προς αυτόν και μέσα στην θρησκευτική λειτουργική κατάνυξη, άρχισε να βρίζει τον παπά, να τον αποκαλεί τραγόπαπα και να τον απειλεί, λέγοντας του: «να δείς τι θα σου κάμω Αργίτη» (33)

Ο Βασίλης ο Λούρης(34), σαν επίτροπος της εκκλησίας και μερικοί άλλοι, έπιασαν τον Καπίτουλα και τον έβγαλαν έξω από την εκκλησία, στην οποία η λειτουργία εν τω μεταξύ είχε διακοπεί, ενώ  οι ύβρεις του Λευτέρη γινόταν εντονότερες, καθώς τον έσπρωχναν προς το προαύλιο του Αγίου Γεωργίου.

Κάποιο χειμώνα ο Κυρ-Γιώργης(3) αισθανόταν  πόνους στο σώμα του και οι πρακτικοί του συνέστησαν αμμόλουτρα. Το καλοκαίρι  πήρε τον Λευτέρη με το φτυάρι του, καβάλησε τον Μάρκο και τράβηξαν για τα πίσω Γιάλια. Εκεί ο  Λευτέρης άνοιξε  λάκκο στην αμμουδιά και σκέπασε τον Γιώργη με την ζεστή  άμμο. Μετά λίγα λεπτά όμως, ο Γιώργης άρχισε  να αισθάνεται δυσφορία και φώναζε τον Καπίτουλα να τον ξεσκεπάσει και να βγάλει την άμμο από πάνω του. Αυτός όμως  εις απάντηση του έλεγε… «θα σ’αφήσω εκεί  Καραντουζένη να πεθάνεις»... Ευτυχώς εκείνη την ώρα ο Αλέκος ο αγωγιάτης από τις Στραπουργιές, που φόρτωνε άμμο, άκουσε τις φωνές και έσπευσε να τον απελευθερώσει.
Ο Γιώργης πέρα από την απασχόληση του στο μαγαζί έκανε  και άλλα διάφορα πράγματα , που τον ενδιέφεραν. Ηταν ανήσυχο μυαλό, μελετούσε διάφορα βιβλία και ήταν καλός αφηγητής. Στον κήπο εμπρός από το μαγαζί  κατασκεύασε στον τοίχο προς το Σχολείο, την πλατεία και στο δρόμο προς τη Πεντάβρυση, 15 τριγωνικές θυρίδες, στις οποίες εγκατέστησε κωνικές και πλεγμένες από μερόλια (λυγαριά) μελισσοκυψέλες. Η έλλειψη  ρολογιού στο χώρο της πλατείας τον οδήγησε στην κατασκευή και τοποθέτηση ηλιακού ρολογιού, «μεριδιάνας» όπως την έλεγε, στο παγκάλι της σκάλας,  προς την αυλή, πάνω από την καμάρα. Μ’αυτή την ευκαιρία, αφηγείτο , ότι η χρήση του ηλιακού ρολογιού και ο χωρισμός της ημέρας σε 12 ίσα μέρη ήλθε από τη Βαβυλώνα. Πέραν αυτού ήταν μελετητής και γνώστης των συνηθειών και της συμπεριφοράς των μελισσών. Εφοδιάστηκε με ειδικά γάντια και μάσκα με πυκνό συρμάτινο πλέγμα για  το πρόσωπο και πανί προς το πίσω μέρος της, για να προστατεύεται από τα τσιμπήματα τους, όταν ήθελε να συλλέξει το μέλι. Πλέον αυτών έκαιγε  σε ειδικό πήλινο δοχείο σουρβιές για να τις απομακρύνει. Παρ’όλα αυτά ανέβαινε από τον κήπο με πρησμένο πρόσωπο. Κάποτε ελλείψει αμμωνίας με έβαλε να κατουρήσω στη χούφτα του,  για ν’αλείψει το πρόσωπο του....

Τον επόμενο χρόνο από τον θάνατο του Σταμάτη, ο παππούς μου Επαμεινώνδας Λογοθέτης (123) μετέφερε το καφενείο και το ραφείου του στον διαθέσιμο πάνω από το μπακάλικο χώρο.

Παρά τη δυσκολία που είχε να ανεβαίνει τα πολλά σκαλοπάτια από την πλατεία σ’αυτό(35), το προτίμησε γιατί ήταν ευρύχωρο, φωτεινό και αυτό τον βοηθούσε στο ράψιμο. Την αυλή πάνω από την πλατεία χρησιμοποιούσαν οι εκάστοτε πολιτευτές για την εκφώνηση των προεκλογικών στους οπαδούς των λόγων, με τις επακόλουθες οικονομικές συνέπειες.

Κάθε Σάββατο γύρω στο μεσημέρι συναντιόντουσαν στο καφενείο ο αρτοποιός – φούρναρης στο κάτω χωριό Ανδρέας Ξυδάκης (Μυκονιάτης), ο Γιώργης Πέτρου Κουρτέσης (Κανακάρης) (12) με τα μαύρα σαν «ντετέκτιβ» γυαλιά του, ο Αντρείκος Γεωργίου Μανδαράκας (Καλουπάκας) (12) και ο Γιώργης Φρατζέσκου Ζαννάκης, αφού οι δύο τελευταίοι ξεμπέρδευαν από τα χασαπιά τους. Την οινοποσία συνόδευαν εκτός από φρέσκο οκαδιάρικο ψωμί και οι σαρδέλες, που έριχναν σε χαρτί πάνω στο τραπέζι από τον αναποδογυρισμένο σαρδελοντενεκέ. Το φρέσκο ψωμί και οι σαρδέλες πάνω σ’αυτό, τους έκαναν να ροφούν με νεροπότηρα το κρασί και να λένε διάφορες παλιές ιστορίες. Μετά την οινοποσία ο Γιώργης ανέβαινε στον χωρίς σαμάρι γάιδαρο, που εν τω μεταξύ είχε δεμένο στον πλάτανο της πλατείας και ξεκινούσε για τη Βουρκωτή ταλαντευόμενος πάνω σ’αυτόν σαν εκκρεμές με απλή αρμονική ταλάντωση.

________________________

 

(1) Παλαιοκρασσά Μαργαρώ του Νικολάου (11111131)

(2) Σαρρής Γιαννούλης του Γεωργίου (1233) Φ

(3) Παλαιοκρασσάς Γεώργιος του Σωκράτη (Γιόκος) (1112231)

(4) Χαζάπη Ανθή του Σταμάτη (1242)

(5) Χαζάπη Ευτυχία του Δημητρίου (Κουκούλα) (118)

(6) Ραΐσης Μιλτιάδης του Λεωνίδα (123).

(7) Μπουκουβάλας Νικολής του Αντωνίου (111)

(8)  Μπεγλέρη Εριφίλη (Κοκκώνα) του Χρήστου (153)

(9) Φαλαγκά Μαριγούλα του Μιχαήλ (14332)

(10) Διαβατίδη Αννίκα του Αθανασίου (1433)

(11) πεζούλια

(12) Χαζάπης Κωνσταντίνος του Ανδρέα (1134)

(13) Μπεγλέρης Λεονάρδος του Νικολάου (171)

(14) Στεφάνου Ευτυχία του Πέτρου (174)

(15) Ζαννάκη Μαρούλα του Νικολάου (Χρούσαινα) (14)

(16) Χαζάπη Μαρουλιώ ή Μαρούλα του Μιχαήλ (Κάλη) (114)

(17) Κουτσούκου Φραγκώ του Νικολάου (111)

(18) Κουτσούκου Μαρουλιώ του Ανδρέα (13)

(19) Παλαιοκρασσά Διαμάντη του Δημητρίου (Μίμη) (12421)

(20) Ο Ανύσης ήλθε από την Παλαιόπολη.

(21) Καρυστινού Ελένη του Ελευθερίου (12)

(22) Παλαιοκρασσά Ανεζιώ του Γιαννούλη (1127)

(23) Γιαλούρη Βιολάντη του Γιαννούλη (12223)

(24) Μάνεση Μίνα του Μιχαήλ (11112563)

(25) Για να διαβάσετε για τον τραγικό θάνατο της Φλωρέζας Καρυστινού πατήστε εδώ.

(26) Καρυστινού Φλωρέζα του Ελευθερίου (11)

(27) Καρυστινός Λευτέρης του Ιωάννη (112)

(28) Καρυστινός Λινάρδος του Ιωάννη (111)

(29) Παλαιοκρασσά Διαμαντώ του Δημητρίου (1137)

(30) Πολέμης Διονύσιος του Νικολάου (1131615)

(31) Τζουμέζης Γεώργιος (Γούλης) του Αριστείδη (11722)

(32) Κυρτάτας Πέτρος του Νικολάου (11451)

(33) Ο παπαΝίκος καταγόταν από το Αργος

(34)  Πολέμης Βασίλης του Μιχαήλ (112125) Φ

(35) Ο Επαμεινώνδας Λογοθέτης κούτσαινε από το ένα πόδι εξαιτίας τραυματισμού του από σφαίρα, όταν αυτός είχε μεταβεί στην Αμερική σαν μετανάστης για να εργαστεί. Ενα όπλο που κρατούσε συγχωριανός του (και για την ακρίβεια ο σύγαμπρος του Χρήστος Λεονάρδου Μπεγλέρης) και που αυτός νόμιζε ότι ήταν άδειο, εκπυρσοκρότησε σε διπλανό δωμάτιο στο σπίτι που έμεναν,  η σφαίρα όμως πέρασε τον ενδιάμεσο τοίχο και τραυμάτισε τον Επαμεινώνδα στον ταρσό του αριστερού του ποδιού. Εκτοτε ο Επαμεινώνδας κυκλοφορούσε με δεκανίκια.

Πάνω: Στη δορυφορική φωτογραφία, η διαδρομή σημειώνεται με κόκκινη γραμμή.

Σε άσπρο κύκλο φαίνεται το σπίτι του Θεοχάρη Ελευθ. Καρυστινού.

Πατήστε εδώ για την επόμενη σελίδα

 

 

Πατήστε εδώ για την πρώτη σελίδα

 

 

Πατήστε εδώ για να δείτε μια άλλη περιοχή

 

 

Πατήστε εδώ για επιστροφή στον κατάλογο

με τις περιοχές

 

Πατήστε εδώ για επιστροφή στην αρχική σελίδα

Οδοιπορικό στους  Στενιώτικους δρόμους της Μεσοπολεμικής Περιόδου.

Μέρος β’ - δρόμοι και γειτονιές στο Κατωχώρι.

Γράφει ο Επαμεινώνδας Δημ. Λογοθέτης

 

Τις φωτογραφίες προσέφερε

και τα σχόλια έγραψε ο Νικολός Εξαδάκτυλος

 

Ο Σκορδομαχαλάς

Από την Παναγία στον Αη Γιώργη

Από τον Αη Γιώργη στο Σχολείο - η οδός Λεονάρδου Καραπιπέρη

Ο χώρος γύρω από την πλατεία

Σκαρίφημα της περιοχής της πλατείας

Από την πλατεία και πέρα

Ο τέταρτος και χαμηλότερος από τους παράλληλους δρόμους του Χωριού - Επίλογος