Επιστροφή στον κατάλογο των Λαογραφικών

 

Λαογραφικά

 

Μικρές Στενιώτικες Ιστορίες #2

 

Οι παρακάτω μικρές ιστορίες δείχνουν τον χαρακτήρα κάποιων παλαιών Στενιωτών. Για κάποια θέματα ίσως δεν θα πρέπει να είμαστε υπερήφανοι για τους συγχωριανούς μας, αλλά το σωστό είναι όλα να καταγράφονται. Για ευνόητους λόγους κάποια ονόματα χαρακτήρων δεν είναι τα αληθινά. Σε κάποιες ιστορίες πάλι, τα πρόσωπα αναφέρονται με τα κανονικά τους ονόματα.

 

9. Η Κυρία...

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου(1))

 

Παρακάτω γράφω την ιστορία της Ορσας Ζιώτη(2) όπως την έχω ακούσει από τον θείο μου Επαμεινώνδα Δημ. Λογοθέτη(3) και τη μητέρα μου(4) .

 

Η Ορσα, ήταν πιο γνωστή σαν «Κυρία», «Ζαχάρα», «Ζαχάραινα» ή και «Κυρία Κουρελού». Γεννήθηκε το 1864

 

Λέγεται ότι στα νιάτα της ήταν όμορφη κοπέλα. Νεαρή είχε μεταβεί - όπως πολλές άλλες Στενιώτισσες με λιγοστά οικονομικά μέσα - στη Πόλη για να εργαστεί. Εκεί απέκτησε ένα γιο με κάποιον Επαμεινώνδα Ζαχάρωφ, ο οποίος όμως κράτησε μαζί του το παιδί και αυτήν την έστειλε πίσω στην Ανδρο. Το παιδί τους Δημήτριος Επαμ. Ζαχάρωφ φαίνεται εγγεγραμμένος (με αριθμό 394) στο δημοτολόγιο των Στενιών στο έτος 1894.

 

Η Ορσα μετά το γεγονός αυτό παραφρόνησε και περιφέρονταν στους δρόμους του χωριού. Κάτω από την άσπρη μαουλίκα της είχε (για προστασία σαν κράνος - τα παιδιά ήταν πολύ σκληρά μαζί της) ένα τσίγκινο πιάτο.

 

Κατά την μητέρα μου η Ορσα διέμενε το μεν καλοκαίρι σε μια καλύβα στο χτήμα του Παστελή (αυτό ήταν το παρεπίθετο του πατέρα της) πάνω από την Πεντάβρυση, τον δε χειμώνα κάπου στο Σκορδομαχαλά.

 

Η μητέρα μου, μου διηγήθηκε ότι τα παιδιά του χωριού όποτε την έβλεπαν της έλεγαν…

 

- Κυρία έχεις γιο;

- Ναι το Δημήτρη...

- Ο γιος σου πέθανε...

 

και εκείνη απαντούσε

 

- Οχι, ο γιος μου ζει,

Είναι γιατρός, δικηγόρος και λόρδος.

Αγκαλιές, φιλιά και πέντε παιχνίδια(5).

 

Η γιαγιά μου(6) προσπαθούσε να τα μπαλώσει λέγοντας της

 

- ναι, ναι, να σου ζήσει!

 

και ταυτόχρονα, αγριοκοιτάζοντας τα παιδιά της γειτονιάς, δάγκωνε το δείκτη του δεξιού χεριού της (χειρονομία  που σήμαινε: «θα δείτε τι έχετε να πάθετε!»).

 

Στην καθημερινή της βόλτα γύρω από το χωριό περνούσε από το σπίτι της γιαγιάς μου της Βιολάντης για καφέ.

 

Οταν έπινε τον καφέ της και αποχωρούσε, κατέβαινε τα σκαλιά για να πάει στο δρόμο, κοντοστεκότανε, γύριζε και έλεγε στη γιαγιά μου:

 

- Κυρία, μήπως σας τον στέρησα τον καφέ?

 

Η γιαγιά μου την διαβεβαίωνε πως όχι, και έτσι ξαναπερνούσε την επόμενη ημέρα…

 

Όταν αποχωρούσε η Ορσα η μητέρα μου (μικρή ακόμα, γύρω στα δέκα) της έλεγε:

 

- Κυρία Ορσα, δεν θα πάτε από την Ασημένια; (κάποια γειτόνισσα)

- Όχι, εγώ δεν πάω στην Χατζημπαντέλαινα.

 

Όπως όλοι οι ιδιόρρυθμοι άνθρωποι, έτσι και η Ορσα είχε τις προτιμήσεις της…

 

Η Ορσα απεβίωσε τον Μάιο του 1942 (κατά τη διάρκεια της Κατοχής) από ασιτία.

 

______________________________

 

 

Κατά την κα Μαρία Ευ. Μπουκουβάλα, η θεία της,  Κατίνα Θεοδωράκη-Κουρτέση της είχε πει ότι ο Δημήτρης Ζαχάρωφ, λίγο πριν την Κατοχή είχε έλθει στο Χωριό, την αναζήτησε και τη βρήκε. Της ζήτησε να την πάρει μαζί του, αλλά η Ορσα δεν τον αναγνώρισε (φυσικό ήταν με την κατάσταση της και δεδομένου ότι χωρίστηκαν όταν αυτός ήταν βρέφος) και δεν τον ακολούθησε. κατά την Κατίνα Θεοδωράκη-Κουρτέση η Ορσα εκτός των άλλων είχε και το παρεπώνυμο «Πολλαταέταινα».

Κατά την κα Ελένη Ξηροπαΐδη-Κουτσούκου η Ορσα εργαζόταν σε κάποιον Κανταρτζή ο οποίος ανέλαβε να μεγαλώσει το παιδί. Ο Ζαχάρωφ όμως τους πήρε το παιδί το οποίο και αναγνώρισε. Τότε ήταν που η Ορσα έχασε τα ίχνη του παιδιού της και τρελάθηκε.  Στα γράμματα που έγραφε προς το παιδί της, στην θέση της διεύθυνσης, έγραφε τα εξής:


Κον παιδί μου,
Δημήτριον Κανταρτζή-Ζαχάρωφ
Ιατρόν, Δικηγόρον και Λόρδον!
Λόντρα, Παρίσι, Βιέννη
.

 

___________________________________________________________________

 

Μπορείτε να δείτε φωτογραφίες της Ορσας πατώντας εδώ.

 

(1) Νικολός Εξαδάκτυλος (1271) #522 info 

(2) Ζιώτη Ορσα του Νικολάου (112) #4628

(3) Λογοθέτης Επαμεινώνδας του Δημητρίου (12331)  #2316 info

(4) Λογοθέτη Αννα του Δημητρίου (12332) #1698 info

(5) Η Ορσα εννοούσε ότι έπαιζε πέντε μουσικά όργανα.

(6) Γιαλούρη Βιολάντη του Γιαννούλη (12223) #2315 info

 

________________________________________

 

 

10. Τα χοιροσφάγια του Στάμου.

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου(1) από μια διήγηση του Αντώνη Εξαδάκτυλου(7))

 

Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα δυο πράγματα που σήμερα πια δεν υπάρχουν είναι, το ένα ότι οι παπάδες ήταν άμισθοι και το άλλο ότι το κάθε σπιτικό είχε και το δικό του χοίρο. Οι ιερείς λοιπόν ζούσαν από τη συνδρομή των ενοριτών στο δίσκο της εκκλησίας αλλά και από τυχερά σε γάμους, βαφτίσια και άλλες θρησκευτικές τελετές. Το θέμα των χοίρων δεν είναι και πολύ κολακευτικό για το χωριό μας τις Στενιές, ίσως το ίδιο συνέβαινε και αλλού, αλλά πάντως ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με το πλούτο που είχε συσσωρευτεί στο χωριό από τους καπεταναίους του. Οι χοίροι ζούσαν και κυκλοφορούσαν ελεύθεροι στο χωριό, ο κάθε χοίρος θυμόταν που ήταν το αφεντικό του και πήγαινε για να φάει - νερό πίνανε από τους νεχυτούς του χωριού. Οι χοίροι γυρίζανε σε αγέλες το χωριό και όταν έβρεχε τη βγάζανε κάτω από τις καμάρες του χωριού. Το βράδυ, αν δεν είχες φανάρι σκουντουφλούσες σε χοίρους. Από την άλλη, οι χωριανοί γνώριζαν ο καθένας το χοίρο του, όπως κάποιος τώρα γνωρίζει το σκύλο του.

Για να έλθουμε στην ιστορία μας ο παπαΖαννής(8) με ευκαιρία τη γιορτή των Φώτων είχε πάρει βόλτα την ενορία του, άγιαζε τα σπίτια και τσέπωνε και κάποιο μικροποσό σε κάθε σπίτι, αναγκαίο για να τα βγάλει πέρα να ταΐσει την παπαδιά του την Ασημίνα(9), τα έξη του παιδιά και του λόγου του. Κάποτε φτάνει και στο σπίτι του Στάμου(10)  του Πολέμη, γιου του αδελφού του του Δημήτρη(11) . Με το αμοιβαίο θάρρος που υπήρχε ο Στάμος του λέει να καθίσει για λίγο, του βγάζει και ένα ρακί, πίνουνε, το ένα ρακί έγινε δύο, τα δύο τρία και κάποια στιγμή ο Στάμος φωνάζει τη γυναίκα του τη Φραεσκούλα(12) και της λέει να φέρει κανένα παξιμάδι. Δόσ’ του και άλλα ρακιά, Φραεσκούλα φέρε και καμιά ελιά, η Φραεσκούλα πρόθυμη, αλλά εκείνη την ώρα ζύμωνε σε μια σκάφη το ψωμί της εβδομάδας, παρατάει το ζύμωμα, σερβίρει τις ελιές, σε λίγο Φραεσκούλα δεν τηγανίζεις και κανένα χοιρνό, παρατάει ξανά το ζύμωμα η Φραεσκούλα, έτρεξε να βγάλει χοιρνά από τη μπουρνιά, να ανάψει φωτιά στο φουρνέλο, τέλος πάντων ξεχάστηκε. Εν τω μεταξύ η παπαδιά είδε και απόειδε ότι ο παπαΖαννής (με ιστορικό μεγάλου μπεκρή) αργούσε, βγήκε έξω να τον ψάχνει. Με τα πολλά φτάνει και στου Στάμου το σπίτι, αρπάζει από τα ράσα τον παπαΖαννή, κάνει και ένα ψιλοκαυγά με τη Φραεσκούλα και το Στάμο ότι της μεθύσανε τον άντρα και τελικά αποχωρήσανε για το σπίτι τους λίγο πιο κάτω από το σπίτι του Στάμου. Με το που μείνανε οι δυο τους Φραεσκούλα και Στάμος θυμηθήκανε το ψωμί, πάνε στην κάμαρη που ήταν η σκάφη και τι να δούνε. Ένας χοίρος είχε τουμπάρει τη σκάφη και έτρωγε το ζυμάρι. Στα νεύρα του ο Στάμος με τον καυγά που είχε με την παπαδιά, αρπάζει ένα μαχαίρι που βρέθηκε κοντά του, το μπήγει στο λαιμό του χοίρου, πάρ τον κάτω τον χοίρο παρά τα ξεφωνητά της Φραεσκούλας ότι ο χοίρος δεν ήταν ο δικός τους. Όταν συνειδητοποίησε τι είχε κάνει ο Στάμος, ήταν ήδη αργά ιδίως για τον χοίρο. Τι να κάνουνε, τι να κάνουνε, άλλη λύση δεν υπήρχε, αποφάσισαν να κάνουν χοιροσφάγια με τον ξένο χοίρο. Και πραγματικά δεν υπήρχε άλλη λύση.

Όταν η ιδιοκτήτρια του σφαγμένου χοίρου πήρε χαμπάρι ότι ο δικός της είχε εξαφανιστεί, δεν άργησε να φτάσει στο σπίτι του Στάμου ο οποίος έκανε χοιροσφάγια με το δικό του χοίρο να τριγυρνά ζωντανός και χαρούμενος. Τρακάρισε το Στάμο για την πράξη του και απαίτησε από αυτόν το χοίρο της. Βέβαια ο Στάμος της εξήγησε ότι έκανε λάθος και τέλος πάντων της πρότεινε να πάρει το δικό του χοίρο σε αντάλλαγμα.

 

- Οχι, θέλω το δικό μου χοίρο. Εγώ τον τάιζα με σύκα, πίτουρα κλπ.

- Μα δε γίνεται κυρά Αννίκα! Πάρε το δικό μου χοίρο και μια χρυσή λίρα!

- Όχι, θέλω το δικό μου χοίρο.

- Πάρε το χοίρο μου και δυο χρυσές!

- Όχι σου λέω, (ξανά) θέλω το δικό μου χοίρο.

 

Δεν άντεξε ο Στάμος, και κατεβάζοντας το παντελόνι του και ότι άλλο πιο μέσα, της λέει:

 

- Πάρε το χοίρο μου, δυο χρυσές και αυτά!!!

 

Η καημένη η Αννίκα έκανε αμέσως μεταβολή και έφυγε τρέχοντας για το σπίτι της, αποποιούμενη δια παντός την προσφορά του Στάμου ο οποίος τη χρονιά εκείνη χοιροσφάγισε δυο φορές. 

 

___________________________________________________________________

 

 

(7) Εξαδάκτυλος Αντώνης του Δημητρίου (1282) #525 info

(8) Πολέμης Ζαννής του Παπασταμάτη (11122) #110 info

(9) Σαρρή Ασημένια του Γεωργίου (1111) #610

(10) Πολέμης Στάμος του Δημήτρη (111261) #29 info

(11) Πολέμης Δημήτρης του Παπασταμάτη (11126) #27 info

(12) Καρυστινού Φραεσκούλα του Θεοχάρη (162) #441 info

 

________________________________________

 

 

11. Ο αλμύριχος(13)

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου(1) από μια διήγηση της Γιολάντας Παλαιοκρασσά-Βαλμά(14) )

 

Ανήμερα της Θεοτόκου οι Στενιώτες εθιμικά πήγαιναν στη νησίδα της Θεοτόκου που πήρε το όνομα της από το ομώνυμο εξωκλήσι. Άλλες φορές πάλι στις 9 Μαΐου, πήγαιναν στο εξωκλήσι του Αγίου Νικολάου στη Στάχλα(15) που γιόρταζε εκείνη την ημέρα. Πολλοί είχαν δικές τους βάρκες, άλλοι με  κουπιά, άλλοι με μηχανές και αυτοί που δεν μπορούσαν να πάνε με βάρκες στοιβάζονταν σε κάποιο από τα Στενιώτικα καΐκια για να πάνε στα εξωκλήσια αυτά. Καΐκια είχαν αρκετοί Στενιώτες, τα μεγαλύτερα ήταν του Σαμιωτάκη(16) και του Ρετζίνη(17) , η Αγία Ειρήνη(18) και ο Αγιος Νικόλαος(19) αντίστοιχα. Αλλα καΐκια μικρότερα, θυμάμαι των Δαγιάσηδων(20),  και του Γιάννη του Ρούσσου(21).

Μεταξύ της Θεοτόκου και της Στάχλας σε μια σχισμή αρκετά ψηλά στον σχεδόν κατακόρυφο γυμνό βράχο υπάρχει από πολύ παλιά χρόνια φυτρωμένος ένας αλμύριχος. Είναι τόσο παλιός που κανείς δεν θυμάται πότε ξεφύτρωσε. Ούτε εμείς, ούτε οι πατεράδες ούτε και οι παππούδες μας. Κατά τη διάρκεια της κατοχής κάποιος σκαρφάλωσε στο βράχο και το έκοψε για τα ξύλα του, αλλά σαν από θαύμα σε δυο τρία χρόνια ξεπέταξε καινούργια κλαδιά. Η εμφάνιση και η ηλικία του αλμύριχου έκαναν τον κόσμο να πιστεύει ότι το δέντρο αυτό έχει μαγικές ιδιότητες. Ετσι, στις αρχές της δεκαετίας του 1950 όταν το καΐκι του Σαμιωτάκη πηγαίνοντας προς τη Στάχλα για το εξωκλήσι του Αγίου Νικολάου, πλησίασε τον αλμύριχο, όλος ο κόσμος έτρεξε στην αριστερή κουπαστή φωνάζοντας

 

- ο αλμύριχος, ο αλμύριχος!

 

Ολοι κοιτούσαν προς το μέρος του μουρμουρίζοντας μια ευχή ο καθένας. Μέσα στα μουρμουρητά και το ρυθμικό θόρυβο της μηχανής ξαφνικά ξεπετιέται μια νέα κοπέλα, απλώνοντας το γαλάζιο της μαντήλι προς τον αλμύριχο φώναξε με όση δύναμη είχε, προκειμένου να υπερκαλύψει κάθε ήχο μηχανής και ανθρώπων:

 

- αλμύριχε , αλμύριχε ένα παιδιιιι !!!

 

Η καημένη αρκετά χρόνια παντρεμένη, δεν μπoρούσε να αποκτήσει παιδιά.

Ολοι στο καΐκι βουβάθηκαν, συγκινήθηκαν και πολλούς τους πήραν τα δάκρυα.

 

___________________________________________________________________

 

(13) Αλμύριχος : το αρμυρίχι. Για να δείτε φωτογραφίες του αλμύριχου της παραπάνω ιστορίας, πατήστε εδώ. Αυτοί που ζητούν χάρη από τον αλμύριχο τον φοβερίζουν ότι θα τον κόψουν αν δεν ικανοποιηθεί το αίτημα τους.

(14) Παλαιοκρασσά Γιολάντα του Γεωργίου (1111221211) #2128 info

(15) Στάχλα ονομάζουν οι Στενιώτες την παραλία του ποταμού Αχλα. Για να διαβάσετε για το εξωκλήσι του Αγίου Νικολάου και το λόγο που γιορτάζει στις 9 Μαΐου, πατήστε εδώ.

(16) Σαμιωτάκης Κωνσταντίνος του Γεωργίου (13) #2836 info

(17) Νομικός Γιάννης (Ρετζίνης)  (11311)

(18) Για να δείτε φωτογραφίες του περάματος «Αγία Ειρήνη» πατήστε εδώ.

(19)Για να δείτε φωτογραφίες του καϊκιού «Αγιος Νικόλαος» πατήστε εδώ.

(20) Δαγιάσης Ματθαίος του Αντωνίου (1121) #741

(21) Ρούσσος Ιωάννης του Λεονάρδου (11) - info

 

________________________________________

 

 

12. Η σάντουλα(22)

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου(1) από μια διήγηση της μητέρας του Αννας Λογοθέτη-Εξαδακτύλου(4) )


Αληθινή ιστορία που συνέβη το 1850.

Ενα αντρόγυνο ήθελε να παντρέψει μια από τις κόρες του η οποία ήταν 12 χρονών. Υπήρχε συμφωνία με την οικογένεια του γαμπρού, αλλά η πολύ μικρή ηλικία της κόρης θα ήταν πρόβλημα έτσι και πήγαιναν κανονικά για γάμο. Οι γονείς της μικρής τη στέλνουν ένα βράδυ να κοιμηθεί στη νονά της. Το βράδυ λοιπόν ακούγεται ένας θόρυβος. Λέει η νονά στη μικρή:

-μωρ’ σύ, άντε να δεις τι είναι, κλείσε και τις κότες στο κοτέτσι (εκείνη την εποχή οι κότες κυκλοφορούσαν ελεύθερες στο χωριό και γύρναγαν μόνες τους στο κοτέτσι τους για να κοιμηθούν)....

πάει στην πόρτα η μικρή και λέει στη νονά της:

-σάντουλα, ακούω τσιγάρο...(23)

- ε βγες έξω, να δεις!

βγαίνει έξω η μικρή, την αρπάζει κάποιος συνεπικουρούμενος από δυο - τρεις φίλους του και την πάει στου Μουβελά τον Πύργο. Την άλλη μέρα το χωριό έμαθε ότι ο Γιαννούλης και η Βιολαντώ κλεφτήκανε..

Η μικρή ήταν η Βιολαντώ Μπέη
(24) φωτογραφία της οποίας μπορείτε να δείτε πατώντας εδώ. Το πρώτο της παιδί γεννήθηκε όταν η Βιολαντώ ήταν 18 ετών. Το όνομα της ακούστηκε δύο φορές από εγγονές της (η μια ήταν γιαγιά μου), και έκτοτε χάθηκε...

 

___________________________________________________________________

 

(22) σάντουλα : (στη Στενιώτικη ντοπιολαλιά) η νονά. Η νονά στα βενετσιάνικα λέγεται Santola. (Στα ιταλικά λέγεται Madrina).

(23) ακούω : (έκφραση) μυρίζω.

(24) Μπέη Βιολαντώ του Γεωργίου (113) #3297

     

 

 

Επιστροφή στον κατάλογο των Λαογραφικών

 

Επιστροφή στην αρχική σελίδα