Ν

Νε μπου!  έκφραση απορίας και έκπληξης συνάμα. : Νε μπου, τι ώρα είναι αυτή που γυρνάς; Βουρδουλάκιασες πια!. (τουρκ. bu ne: τι είναι αυτό)

Νενέ : (αλβαν. nënë ) η μητέρα, η μαμά. Χρησιμοποιείτο κυρίως από άτομα που μετοίκησαν στις Στενιές από τη Βουρκωτή.

Νεχυτός : οχετός.

Νιτερί : το αντερί (το μαύρο ράσο που φοράει ο ιερέας το πάνω από τα ρούχα του).

Νοβιτή, (πληθ.) νοβιτές και νοβιτούρες : ιδέα χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Πολλά και άσκοπα λόγια για να αποφευχθεί μια συζήτηση. (Ιταλ. novità : είδηση, πληροφορία κλπ).

Νοιώθω : γνωρίζω (δεν νοιώθει τίποτα από μαγείρεμα).

Νταγιαντώ : υποφέρω αντέχω. (Δεν σε νταγιαντώ με τον τρόπο που μιλάς).

Νταμουλάς ή νταμπλάς = εγκεφαλικό επεισόδιο συνήθως αιμορραγικό (σε άλλα μέρη έχει άλλη σημασία).

Ντανεμένη : μισερή, με σωματικές ή και πνευματικές ατέλειες.

Νταρνταγάνια : Τα άνω κάτω, γης Μαδιάμ. (Νταρνταγάνια τα έκαμε όταν έμαθε οτι κλέφτηκε η κόρη του).

Ντουμάνι : ο καπνός (τουρκ. duman) (ο κάπασος δεν τράβαγε και το δωμάτιο, και όποτε έμπαινε φωτιά στο φουρνέλο, ντουμάνιαζε).

Ντουμπί : το τύμπανο.

Ντραόνα : γυναίκα άγαρμπη, χωρίς θηλυκότητα, με ανδρική συμπεριφορά.

Ντριάδι : ο γκρεμός.

Ντρισαής ή Τρισαΐ : η αρμπαρόριζα.

Ντρούμι : (αγγλ. drum) μεταλλικό βαρέλι.

 

Ξ

Ξακρίζω : διώχνω, απομακρύνω, σταματώ τις σχέσεις, κάνω στην άκρη κάποιον. (Τον Πέτρο τονε ξάκρισε για τα κουσέλια που είπε για δαύτονε).

Ξανοίζομαι : ξεμυαλίζομαι. (Η Αργυρώ ξανοίζεται μ’αυτά που διαβάζει σ’αυτά τα σαχλοπεριοδικά που της φέρνεις από τη Χώρα).

Ξεθερμίζω : Πλένω μαγειρικά σκεύη, πιάτα , ποτήρια και μαχαιροπήρουνα.

Ξεκενώνω : τσιμπολογώ από φαγητό, γλυκό κλπ. παρά τη ρητή απαγόρευση να μείνει απείραχτο μέχρι την παρουσίαση του. (Ξεκένωσα το μουσακά και τα άκουσα από τη γυναίκα μου).

Ξεκουτρουνικό : μεγάλη νευρικότητα.

Ξελάθρεμμα, ξελαθρεμμένο : αν και παιδί μου, σαν να είναι αναθρεμμένο από ξένο και όχι από εμένα, ως εκ τούτου δεν έχει την (σωστή) ανατροφή που θα του έδινα.  (Γύρισε το ξελαθρεμμένο και κορόιδευε τη θεία του που φταρνίστηκε και της έφυγε η μασέλα).

Ξεμούχτι : η παρασιτική, χωρίς συστολή, τρόπους και όριο κατανάλωση φαγητού και μάλιστα εις βάρος κάποιου άλλου (ρήμα ξεμουχτίζω).

Ξένος : αυτός που δεν έχει ένα τουλάχιστο γονιό Στενιώτη. (Δε με νοιάζει αν είναι από τα Λάμυρα ή απ’ την Αργεντίνα, για μένα ξένος είναι).

Ξεπροβάρω : εμφανίζομαι (από το ρ. ξεπροβάλλω).

Ξερομαχώ : αφυδατώνω, στεγνώνω.

Ξεστουπιάζομαι : Ανατριχιάζω.

Ξεφορτωσίδια : (σαν προστακτική) Φύγε, απομακρύνσου, ξεκουμπίσου. (Εδώ βρήκατε να παίξετε μεσημεριάτικα; για ξεφορτωσίδια!). 

Ξεφουνταριάστηκα : αναστατώθηκα υπερβολικά.

 

Ο

Ολούρμου : αν είναι δυνατόν! είσαι καλά; (τουρκ. olur mu : είναι εντάξει? είναι δυνατόν? πας καλά? γίνονται αυτά που λες?).

Οργιοστόλιστη : (ειρωνικός χαρακτηρισμός) Υπερβολικά στολισμένη (με κοσμήματα ή και εκκεντρικά εξαρτήματα της ένδυσης - καπέλα, τσάντες, παπούτσια κλπ.). (Τι φαντασία κι’ αυτή, και στο χασαπιό να πάει, οργιοστόλιστη!).

Ορδινιά (ή ορντινιά) : Γλυκά (παντεσπάνια, παστίτσες, κουραμπιέδες κλπ) που έστελναν στους γάμους οι καλεσμένοι (τους κουβαλούσαν εγκαίρως παιδιά) για να συνεισφέρουν στο κέρασμα που ήταν υποχρέωση των νεονύμφων.

Ορνίζω : Επικονιάζω συκές με ορνούς. (φτιάξαμε κολλαΐνες με ορνούς και μετά ορνίσαμε τις συκιές μας)

Ορνιθοτυφλιά : Στραβομάρα. Κυρίως όταν είναι κάτι εμφανές και κάποιος δεν το βλέπει. (Ορνιθοτυφλιά έχεις; δε βλέπεις μπροστά σου;). Μεταφορικά όταν αρνούμαστε συνειδητά να παραδεχτούμε κάτι προφανές.

Ορθοκλώσσι : το να στέκεσαι όρθιος ενώ δεν υπάρχει λόγος. (Κάτσε κάτω, ορθοκλώσσι έχεις;).

Ούριος : οκνός, νυσταγμένος, χωρίς ζωντάνια ή δροσιά. (Βάλε το παιδί να κοιμηθεί, δε βλέπεις πως είναι ούριο;). (Επίσης: το νερό είναι ούριο : το νερό (που θα έπινε κάποιος) αντί να είναι δροσερό, είναι χλιαρό).

Οχλαβοή : οχλοβοή.

 

Π

Παγκάλι : χαμηλός τοίχος, το πολύ μέχρι μισό μέτρο ύψος με επίπεδο το πάνω μέρος, πού χώριζε δύο χώρους. Το παγκάλι χρησίμευε και σαν κάθισμα σε πλατείες, το σχολείο, στις εκκλησίες, τα σπίτια κλπ.

Παιζογλαντίζω : παίζω κάνοντας άθελα μου φασαρία που μάλλον ενοχλεί τους περίοικους. (Τα φαούδια παιζογλαντίζανε μέχρι αργά, αδύνατο να κλείσω μάτι).

Παλιάσα : μονάδα όγκου 12,8 λίτρων (αντιστοιχεί σε όγκο νερού βάρους 10 οκάδων). Με παλιάσες μετρούσαν την ποσότητα του μούστου μετά το πάτημα των σταφυλιών.

Πανιστής : ραβδί με κουρέλι στην άκρη που το μουσκεύανε για να σκουπίσει εντελώς τις στάχτες από το δάπεδο ενός ξυλόφουρνο.

Παππούδα : σκελίδα, αλλά και ο σπόρος στα ψυχανθή. (Μασώ δυο παππούδες σκόρδο και έτσι ρίχνω την πίεση). (Το κάθε λουβί από τα κουκιά έχει ίσαμε δέκα παππούδες).

Παραβολή : Πέτρινος τοίχος κάτω από μασά, δρόμο κλπ. χωρίς κονίαμα μεταξύ των πετρών. (Αμα ξανασηκώσεις παραβολή που έπεσενε, οι πέτρες της δε σε φτάνουνε).

Παραγούρι : ενέδρα, (κάναμε παραγούρι νυχτιάτικα στα σπουργίτια στον πλάτανο της πλατείας)

Παραστημός : Τα δύο άκρα της μασάς που είναι κοντά στον τοίχο. Ενα κοντά στο κάτω μέρος του τοίχου και ένα κοντά στο πάνω.

Παρασυνεικάζω : υποθέτω ή φαντάζομαι λανθασμένα.

Παστούρα : σχοινί που χρησιμοποιείται για τον περιορισμό της κινητικότητας κατσίκας. Επίσης η τρικλοποδιά. (του έβαλε στη μπάλα παστούρα και τον σακάτεψε).

Πατέλα η : Κοκκινίλα (ενδεχομένως και άλλη απόχρωση) στο δέρμα, κυκλικού συνήθως σχήματος και διαμέτρου λίγων εκατοστών.

Πατωτή : η καταβύθιση στη θάλασσα κάποιου από κάποιον άλλο με σπρώξιμο των ώμων του θύματος από πάνω προς τα κάτω, χάριν αστεϊσμού. (Του έκανε πατωτή ο αχάβαδος και παρ’ ολίγο να τον πνίξει.)

Παφέτα : κορίτσι. (Η κουτρούλα η Μαριώ, ήκαμε ένα γιο τσε τρεις παφέτες).

Πάφιλος : πανάλαφρος. (Από την ονομασία πολύ λεπτού ορειχάλκινου ελάσματος που χρησιμοποιείται για διακοσμητικούς λόγους). (Της πήρε για τον αρραβώνα ένα βραχιόλι, νε μπου, πάφιλο ήτανε).

Πάχτος (Πάκτος) το : (βοριοϊταλ. pacto : η συμφωνία) ενοίκιο εις είδος από κολλήγα προς τον ιδιοκτήτη. (Το πάχτος για το χωράφι είναι εφτά πλεξάνες κρομμύδια το χρόνο).

Πελάντζα : δεκαπλασιαστική ζυγαριά χειρός με δίσκο.

Πελεκανιά : εκεί που πελεκάνε τις πέτρες, λατομείο.

Πενταπόλι : Διάπλατα. (ανοίγω πενταπόλι τα παράθυρα ή τις πόρτες : τα ανοίγω διάπλατα)

Πέρα : (όταν πρόκειται για προορισμό ταξιδιού) Ο Πειραιάς ή η Ραφήνα αναλόγως. Η εκφραση «Πάω Πέρα από μέσα» : πάω στον Πειραιά μέσω Λιμανιού Χώρας. Η εκφραση «Πάω Πέρα απ’ έξω» αλλά και «Πάω Πέρα από πίσω» : Πάω Ραφήνα μέσω Γαυρίου (ενίοτε και μέσω Μπατσιού).

Πεσκύρι : Προσόψι, πετσέτα.

Πίζηλη ή Πίζουλη : επίφοβος, ευαίσθητη (Ξανοίχτηκε με τα έξοδα, η κατάσταση του πια είναι πίζηλη).

Πινακοπλύτης : πετσετάκι συνήθως πλεχτό στο χέρι, για το πλύσιμο των πιάτων και των κουζινικών.

Πινώμι : Πεσκύρι στον ώμο για να διευκολύνεται η μεταφορά σταμνιού ή παρεμφερούς αντικειμένου.

Πίσικας : σκουλικάκι που βγαίνει σε μουρτιασμένο ντόπιο τυρί.

Πιστιά : είναι το σκοινί που είναι τυλιγμένο με ύφασμα (για να μην ενοχλείται το ζώο γιατί περνάει κάτω από την ουρά του), ώστε να συγκρατείται το σαμάρι και να μην κυλάει προς τα εμπρός.

Πιτακωμένος : ο δυσκοίλιος.

Πιτακώνω : κάνω πίτα, άρα στριμώχνω, (πιτάκωσε το μάσκουλο). Επίσης, πιέζω την κοιλιά μου για να μπορέσω να αφοδεύσω. (Πιτάκωσε να τα κάνεις, ειδ' άλλως έχει καθάρσιο).

Πιτακωτήρι : Σιδερένιο κυλινδρικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για τη γόμωση του μάσκουλου.

Πιτσικάρω : (σε μεταλλικά αντικείμενα) Ραγίζω, σκίζομαι λόγω πίεσης.

Πλαντάμι : το φαγητό για κάποιον που δεν το αξίζει. (Δεν λές "ελάτε την Κυριακή το μεσημέρι να πλανταμώσετε μαζί μας").

Πλαντάμωσε : Φάε (Προστακτική) ή έφαγε (Αόριστος).

Πλαστήρας ή πλαστήρα : Μεγάλο (π.χ. 60 x 90cm) επίπεδο ξύλο για εργασίες μαγειρικής (κόψιμο κρεάτων στα χοιροσφάγια) ή ζαχαροπλαστικής (παρασκευή παστελιού). Το πλαστήρι ή πλαστηράκι είναι μικρότερο επίπεδο ξύλο (π.χ. 15 x 30cm) για κοπή κρεάτων, λαχανικών βάση για να ακουμπήσουν ζεστά κουζινικά σκεύη κλπ.

Πλάτουλας : η κοτόψειρα. (Παίζοντας κρυφτό, μπήκε στην κάθηκα της Μαριγώς και γέμισε πλατούλοι.).

Πολλαταέταινα : (από την έκφραση ¨εις πολλά τα έτη¨ που σχετίζεται με βασιλείς κλπ.), η σε υπερβολικό βαθμό στολισμένη γυναίκα.

Πολυσποδίζω : μακροημερεύω. (Δεν ταιριάζουν. Αυτός ο αρραβώνας δε θα πολυσποδίσει).

Πόντιασα : πούντιασα, έπαθα ψύξη.

Πότο : δοχείο (αγγλ. pot) συνήθως από μπογιά ή παρόμοια συσκευασία. (Γέμισε το πότο με νερό και πότισε τις γλάστρες, γιατί θα ξεραθούν τα λουλούδια).

Πούβετα : πουθενά (αόριστα). (Ψάχνω για τα γυαλιά μου, δεν είναι πούβετα).

Πουλί, Πουλάκι : σαν ζαρζαβατικό είναι ο ανθός του κολοκυθιού ή της λυριάς.

Πούλος : ο «καρπός» της καλαμποκιάς.

Πούντα : Κρύωμα (άρπαξα μια πούντα, κόντεψα να πεθάνω). Ακρωτήριο (ισπαν. punta) (Στην πούντα κοντά στον Αντώνιο βγαίνουν οι πιο νόστιμες χαλικωτές).

Πράτικος : (από τη λέξη pratique : ελευθεροκοινωνία) αυτός που (έχοντας το δικαίωμα της ελευθεροκοινωνίας) γνωρίζει καλά την περιοχή. (Ρωτάς το Γιάννη που είναι το αμπέλι μου; αυτός είναι πράτικος εδώ).

Πρεμάζωμα το : βαρύς χαρακτηρισμός, αυτός ο οποίος έγινε μέλος μιας οικογένειας η οποία τον δέχτηκε, αλλά τελικά αποδείχτηκε ανάξιος αυτής της πράξης.

Πρεμούρα : βιασύνη.

Προβάρω : Εμφανίζομαι. (εμφανίζεται και ως ξεπροβάρω). (από το «προβάλλω») (Θα ανοίξεις τη μπουρμουλήθρα στη χαβούζα όταν ο ήλιος προβάρει πάνω από την Αγία Τριάδα). ( Με το που πιάσαμε κουβέντα για το Γιακουμή που αργούσε, νάτος, ξεπροβάρισε και αυτός).

Πως : (στο τέλος μιας πρότασης) έχει την έννοια του «αντιθέτως», «κάθε άλλο». (Μυαλό δεν έχει! πήγε και πήρε μια ψώφια και να πεις ότι είναι καλή ή όμορφη, πως). (Ναι, πως : ειρωνική απάντηση αντί του όχι).

 

Ρ

Ραγάνι : δυνατή βροχή που συνοδεύεται από αέρα. Ανεμόβροχο. (Bενετσιάνικη λέξη uragan που σημαίνει καταιγίδα).

Ρεμέντιο : (ιταλ. rimedio : η θεραπεία) το γιατροσόφι.

Ρεσπέντζα : παρακούζινο, μικρή βοηθητική κουζίνα για παρασκευή μικρογευμάτων και καφέ τις ώρες πού η κύρια κουζίνα είναι κλειστή.

Ρεσπέτο : αμοιβό αντικείμενο, ανταλλακτικό. Κάτι το οποίο φυλάγω παράμερα για περίπτωση ανάγκης. (Μπλέχτηκε η καθετή σε γκρέμνα, αλλά ευτυχώς είχα αγκίστρια και βολιά ρεσπέτα και έτσι έκαμα τη δουλειά μου). (βλ. ισπανική λέξη “de repuesto” εφεδρικό).

Ρίφι : το ερίφιο.

Ρουμάνι : Χτήμα ή περιοχή ιδιαίτερα δύσβατη λόγω θάμνων, βάτων, ασπαρτιών κλπ η οποία έγινε έτσι λόγω εγκατάλειψης. (Ο Σταμάτης παράτησε το χτήμα του και αυτό του ρουμάνιασε (έγινε ρουμάνι )).

 

επόμενη σελίδα

επιστροφή

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στενιώτικες λέξεις και εκφράσεις

 

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας προήλθε από τη συνεργασία φίλων του ιστότοπου www.steniotes.gr σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

 

Ορισμένες λέξεις απαντώνται και εκτός Στενιών. Εχουν καταγραφεί διότι χρησιμοποιούνται από τους Στενιώτες αποκλειστικά αντί άλλων καθιερωμένων λέξεων που είναι πανελληνίως γνωστές.

Στα παραδείγματα ακολουθείται η Στενιώτικη σύνταξη. Οι υπογραμμισμένες λέξεις στα παραδείγματα υπάρχουν στο γλωσσάρι.

 

επιστροφή

 

Σελίδα 1: Α - Δ                Σελίδα 2: Ε - Κ               Σελίδα 3: Λ - Μ              Σελίδα 4: Ν - Ρ               Σελίδα 5: Σ - Τ               Σελίδα 6: Φ - Ω              Σελίδα 7: Εκφράσεις