Στενιώτικες λέξεις και εκφράσεις

 

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας προήλθε από τη συνεργασία φίλων του ιστότοπου www.steniotes.gr σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

 

Ορισμένες λέξεις απαντώνται και εκτός Στενιών. Εχουν καταγραφεί διότι χρησιμοποιούνται από τους Στενιώτες αποκλειστικά αντί άλλων καθιερωμένων λέξεων που είναι πανελληνίως γνωστές.

Στα παραδείγματα ακολουθείται η Στενιώτικη σύνταξη. Οι υπογραμμισμένες λέξεις στα παραδείγματα υπάρχουν στο γλωσσάρι.

 

επιστροφή

 

Σελίδα 1: Α - Δ Σελίδα 2: Ε - Κ Σελίδα 3: Λ - Μ Σελίδα 4: Ν - Ρ Σελίδα 5: Σ - Τ Σελίδα 6: Φ - Ω Σελίδα 7: Εκφράσεις

Α

Αβαντάριον : Είναι ο κατάλογος των αντικειμένων που θα λάβει με το γάμο της μια κόρη. Κάποιες φορές δεν αναφέρεται το όνομα του γαμπρού, ούτε έχει την επισημότητα του προικοσυμφώνου το οποίο περιβάλλεται με συμβολαιογραφική μεταξύ των συμβεβλημένων πράξη. Ισως είναι το προσχέδιο για τη συγγραφή του προικοσυμφώνου. Η ισχύς του πρέπει να βασίζονταν στο λόγο τιμής των συμβαλλομένων. (πατήστε εδώ για να δείτε περισσότερα).

Αγκίνιος : ο αχρησιμοποίητος, ο άνευ εγκαινίασης, ο ανέγγιχτος. (Εχω ένα μπουκάλι φλορίντα αγκίνιο).

Αγκινας : Εργαλείο για ψάρεμα αχινών

Αγκλιά η : Φλασκί με κομμένο στη μια πλευρά κορμό σε σχήμα σέσουλας, που το χρησιμοποιούσαν για τέτοια χρήση.

Αγραντολόιστος : ο άκομψος κυρίως στους τρόπους, στην εμφάνιση, στα λόγια.

Αγριφώνω : Σκαρφαλώνω (με επιδέξιο τρόπο, όπως ένα αγρίμι).

Αδελφομοίρι : μερίδιο από κληρονομιά η οποία μοιράστηκε μεταξύ αδελφών. (Αυτά τα χτήματα στον Σαρά είναι Γιαλουραίικα αδελφομοίρια).

Αδελφοφάς : το παιδί που επέζησε μικρότερων αδελφών του (τα οποία δηλαδή απεβίωσαν μετά τη γέννηση του).

Αηλάδα : Αγελάδα.

Αιρετικός : ο έχων άποψη αντίθετη προς την κοινή λογική (Ολοι με τα μπανιερά στα γκρέμνα κι αυτός με τα ρούχα αγριφωμένος σαν τον αρασκό στο λάινο. Από αίρεση).

Αίρεση : μια πράξη εκτός των κανόνων, προκλητική, αρκετά κακοπροαίρετη και που δημιουργεί προβλήματα. (Να είσαι στην πλατεία και να κάνεις συναλίκια με τις Αποικιανοί έτσι από αίρεση). (Σα να του λες μην πατάς το κουμπί γιατί θα γίνει ζημιά, και αυτός από αίρεση να το πατάει).

Ακονίστρα : η ξύστρα για τα μολύβια.

Αλεκατώνω : έχω τελειώσει τις δουλειές μου και ευκαιρώ για κάτι άλλο ήσσονος σημασίας. (Η αλεκάτη - Ερείκη η σπονδυλανθής - είναι το χαμόρεικο στο οποίο οι Ανδριώτες άφηναν τους μεταξοσκώληκες να πλέξουν το κουκούλι τους. Στη φάση αυτή έπαυαν να ασχολούνται αποκλειστικά με τους μεταξοσκώληκες και έπαιρναν ανάσα για άλλες δουλειές).

Αλέστα (επιρρ.) : σε προσοχή, σε εγρήγορση, σε ετοιμότητα (ιταλ. φρ. allalesta γρήγορα). Χρησιμοποιείται και ειρωνικά, στην πραγματικότητα για άρνηση (Θα πάς στο χορό; -Αλέστα είμαι, πως). Αλέστος : έτοιμος.

Αλετούρανος : ο αλλόθρησκος. Συνήθης χαρακτηρισμός πολύ άτακτου παιδιού. (Ο αλετούρανος ο εγγονός μου με το τόπι του μου έσπασε το σταμνί). Είναι παραφθορά εκ του Λουθηρανού, δηλαδή οπαδού του Λούθηρου. (Αλουθηριανό - αλετούρανο αποκαλούσαν οι Έλληνες τον βασιλιά τους Οθωνα...).

Αλεχτόριασε : κατατρόμαξε, πήρε μεγάλη λαχτάρα (συναντάται στο αόριστο).

Αλμπουρίζω : αναποδογυρίζω

Αμελέτητο : το δοχείο νυκτός. Συναντάται και σαν τσουκάλι και ανατζαίο.

Αμμοσουρά : (άμμος + σύρω) τα λεπτόκοκκα (σαν άμμος) φερτά υλικά που οφείλονται σε ποταμοπλυσά.

Αμπασάδα η : εξυπηρέτηση (χατιρικά), εκδούλευση, αγγαρεία (κάνε μου την αμπασάδα και μια και πας στη Χώρα πάρε μου και μια εφημερίδα).

Αμπόδεμα το : ξόρκι που αποβλέπει στη γενετήσιο αδράνεια νιόπαντρου κατά την κρίσιμη στιγμή. (Διαβάστε εδώ για το αμπόδεμα).

Αμποδεμένος : ο έχων υποστεί επιτυχώς (και δυστυχώς γιαυτόν) αμπόδεμα.

Ανακαρώνομαι : αθωώνομαι. (Κάρα : κεφάλι, κρίθηκα - δικάστηκα, σηκώνω την κεφαλή).

Aναπαυσόλια ή αναπαψόλια τα : Παρελκόμενα του συζυγικού κρεβατιού. Δύο υφασμάτινοι κρίκοι αναρτώμενοι από το ταβάνι για να ακουμπούν τα πόδια. (Κα δε μου λες, τι τα θες τα αναπαψόλια με τον άντρα σου μπαρκαρισμένο;).

Αναπλωρίζομαι : ετοιμάζομαι να αποχωρήσω.

Ανατζαίο : το τσουκάλι, το δοχείο νυκτός. Συναντάται και σαν αμελέτητο.

Αναφούρι : αναστάτωση, αναβρασμός

Αναχιμίζομαι : Ανατριχιάζω. (Τέτοιο μοιασίδι με το σχωρεμένο τον πάππου του, Παναγία μου. Ανεχιμίστηκα).

Ανέδραμα : (ρήμα, στον αόριστο) αναγούλιασα.

Ανελιώνω : Διαλύω στερεό σε υγρό. Κάνω διάλυμα.

Ανεμοβολάξανε : πλυθήκανε πάρα πολύ.

Ανεμοπύρωμα : το ερυσίπελας.

Αντεφέτος ή αντιφέτος : αυτός που μεγάλωσε γρήγορα σε ένα χρόνο.

Αντίλαμπρο : Η Κυριακή του Θωμά.

Αντρές : ο διάδρομος στην είσοδο του σπιτιού.

Αούρδο : (ναυτικό παράγγελμα, λατιν. a ordo) κράτει τα κουπιά (παύση της κωπηλασίας) και κράτημα τους από τους σκαρμούς οριζόντια.

Απαντοχή : αυτό που περιμένουμε σαν ανακούφιση και εν προκειμένω, η επιστροφή του ναυτικού στην πατρίδα. Καλή απαντοχή, ήταν η πιο καλοδεχούμενη ευχή.

Απελάριστος : ανυπόφορος.

Απίκου (Απίκο) (επιρρ., αγγλ. apeak ) : κατακόρυφα. (Σία το δεξί, βόγα το αριστερό, να έλθει η καθετή απίκου). Αλλά και σε ετοιμότητα. (όποτε τον χρειαστείς έρχεται, είναι πάντα απίκου).

Απλάδενη : τάβλα στην οποία πλάθεται ζύμη για ψωμί, κουλούρια κλπ. (Θα σου κάνω την κεφαλή απλάδενη (απειλή) : θα σου κάνω την κεφαλή επίπεδη από τις ξυλιές.)

Απλοχεριά, η : μοίρασμα φαγητών σ αυτούς που συμμετείχαν στα χοιροσφάγια, για να τα πάρουν σπίτι τους.

Απλωταριά : χώρος που απλώνουμε σύκα να ξεραθούν.

Απο βολάς (επιρρ.) : ξανά τα ίδια (έκφραση για ευχάριστες καταστάσεις)

Απογδύμνια τα : Τα ρούχα που πάνε για πλύσιμο όταν κάποιος τα βγάζει για να βάλει καθαρά. Είναι τα ρούχα που είναι λερωμένα, ιδρωμένα κλπ , συνήθως πρόχειρα π.χ. φόρμες κλπ, και συχνά εσώρουχα, και που τοποθετούνται μαζί σε συσκευασία π.χ. τσάντα, βαλίτσα κλπ ώστε να μεταφερθούν σε ταξίδι χωριστά από τα άλλα ρούχα, για να πλυθούν και τακτοποιηθούν στον τόπο προορισμού. Επίσης, τα ρούχα που δε χρειάζονται πια και χαρίζονται σε άλλους.

Απογυρίδα η : Μετάβαση από ένα σημείο σε άλλο, αλλά όχι από τον καθιερωμένο συντομότερο δρόμο. (Δεν ήξερε καλά το δρόμο για τα Απατούρια και πήγε πρώτα στ Αποίκια. Αυτή κι αν ήταν απογυρίδα).

Αποδιαλαή : η φευγαλέα σκιά όταν περάσει κάποιος. Η ψυχολογική βεβαιότητα της παρουσίας κάποιου χωρίς όμως να το βεβαιώνει κάποια από τις αισθήσεις μου. (Είμαι σίγουρος ότι πέρασε από δω ο Γιαννούλης. Δεν τον είδα, αλλά ένοιωσα την αποδιαλαή του).

Αποδιαλεόνια τα : δευτέρας διαλογής, χαρακτηρισμένα ως μη απαραίτητα μετά από διαλογή, ακόμα και συνώνυμο του σκατολοΐδια.

Αποδιαφαντεύω : ασχολούμαι με κάτι ώστε να ξεχάσω κάτι άλλο που με στεναχωρεί. (Αποδιαφάντεψε το παιδί να μην κλαίει που έχασε το παιχνίδι του).

Αποδοσίδια τα : δωράκια (σαπουνάκια , μπουκάλια κολόνιας florida, νάιλον κάλτσες για τις γυναίκες, παντοφλίτσες για τα παιδιά και παρόμοια) μικρής οικονομικής αλλά συναισθηματικά μεγάλης αξίας, που έφερναν ναυτικοί ή συγγενείς που επέστρεφαν στο χωριό. Τα δωράκια αυτά δίνονταν σαν απάντηση στο καλοσώρισμα των ταξιδιωτών από τους δικούς τους.

Αποκόντριο : υποχόνδριον σύμπλεγμα. Μόνιμα αρνητική αντιμετώπιση καταστάσεων εξ αιτίας προτέρων εμπειριών. (Εχει το αποκόντριο να πλένει τα χέρια του με οινόπνευμα κάθε φορά που γυρνάει στο σπίτι του).

Αποκοντριασμένος : αυτός που έχει αποκόντρια. (Αλλά και: αποκοντριασμένος με την καθαριότητα).

Απολοχαίνω (επί φαγητού) : κρυώνω σιγά-σιγά με φυσικό τρόπο. (Αστο να απολοχάνει το φαγητό σου, θα καεί ο στόμας σου).

Απολυβάστηκα : αφαιρέθηκα, αποξεχάστηκα.

Αποπλύδια τα : τα υγρά απόβλητα μετά από πλύσιμο ρούχων, μαγειρικών σκευών κλπ.

Αποστράγγι : Τα υγρά (π.χ. μούστος) που παίρνει κάποιος που συμπίεσε κάτι (π.χ. στέμφυλα) για αρκετό χρονικό διάστημα (π.χ.24 ώρες). (πήγα στο πατητήρι και μάζεψα τρεις παλιάσες αποστράγγι).

Αποτώρι : προηγουμένως. (Τ αποτώρι πέρασε από εδώ ο ταχυδρόμος και σε ζητούσε... )

Αρασκός : Αρουραίος

Αρμεόνι : Δοχείο που μπαίνει το γάλα της αγελάδας, κατσίκας ή προβατίνας στο άρμεγμα.

Ασπρίζω : (εκτός από τη συνήθη έννοια) ξεπικρίζω. (Χρησιμοποιείται και η λέξη λευκαίνω) (Η κάπαρη θέλει άσπρισμα σε άλμη και μετά σε αραιό ξύδι πριν φαγωθεί).

Ασύγχιστο : Το ελάχιστο που παίρνει κάποιος σε διαθήκη για να μη μπορεί να την προσβάλει. (Το μισό της νόμιμης μοίρας).

Αϋπνιά η (ενδεχομένως η σωστή γραφή να είναι αϊπνιά) : το μακροβούτι.

Αφανέριος : Εξαφανισμένος.

Αφάντουρος : ο αδέξιος, ο άχαρος στους τρόπους και στην κίνηση, ο ατσούμπαλος.

Αφέντης : ο πατέρας.

Αφορεσμένος : ο καταραμένος

Αχάβαδος : αυτός που δεν έχει συγκεκριμένο τρόπο σκέψης, ο έχων απρόβλεπτο τρόπο σκέψης και συμπεριφορά. (Δεν μπορείς να μιλήσεις σοβαρά μαζί του, άλλα σκέπτεται, άλλα λέει και άλλα κάνει, είναι αχάβαδος).

 

Β

Βαβά η : η μεγάλης ηλικίας γιαγιά.

Βάζο : Ξύλινη βάση, στήριγμα για να ισορροπεί ένα καΐκι ή μια πολύ μεγάλη βάρκα όταν έχουν τραβηχτεί στη στεριά.

Βαρούμενη : η εγκυμονούσα.

Βαταλαλώ : Φωνάζω επίτηδες δυνατά για να με ακούσουν όσο το δυνατό περισσότεροι. (Ο Σταμάτης και ο Ηρακλής καυγαλαντίσανε προχτές και βαταλαλούσανε όλη μέρα.)

Βίβος : Συμπαγής, γεμάτος (ματσόλα από βίβο ξύλο), (νερό βίβο = νερό που κατεβαίνει με δύναμη).

Βίδα η : το ελαιοτριβείο.

Βόγα : (ναυτικό παράγγελμα) κίνηση των κουπιών ώστε το πλεούμενο να κινηθεί προς τα εμπρός. Σία Βόγα : παράγγελμα ώστε το πλεούμενο να κάνει επιτόπια περιστροφή με τη μία πλευρά των κουπιών να το ωθεί προς τα εμπρός και η άλλη πλευρά προς τα οπίσω.

Βοδώνω : Ευοδώνω. (σαν έκφραση) Δε βοδώνει : Δεν γίνεται, δεν τελειώνει, δεν προχωρεί, δεν αναπτύσσεται κανονικά. (Αυτή η λεμονιά δε βοδώνει).

Βόλι : ειδική κυλινδρική πέτρα που χρησιμοποιείται στα δώματα των σπιτιών για τη στεγανοποίηση τους με πηλό. Επίσης η πέτρα για τη σύνθλιψη των ελιών στα ελαιοτριβεία.

Βολιάς : το βαρίδι από μόλυβδο σε μία καθετή.

Βόλτο : Πέτρινο τοξωτό κατασκεύασμα συνήθως σε υπόγειο για να συγκρατεί το ταβάνι και κατ' επέκταση κάθε πέτρινη τοξωτή κατασκευή. Στις δίφυλλες πόρτες στα Στενιώτικα σπίτια για να μην πέσει το βάρος του υπερκείμενου τοίχου στο πρέκι της που συνήθως ήταν ξύλινο, κατασκευάζονταν καμπυλωτή κατασκευή (όπως στη γεφυροποιία) πάνω από το πρέκι. Ετσι σχηματιζόταν ένας χώρος που χρησιμοποιούταν κυρίως για αποθήκευση (π.χ. στεγνών τυριών). Φωτογραφία.

Βορβιθιά η : Κοπριά από βοοειδή, ανακατεμένη με άχυρα που χρησιμοποιείται για μονωτικό υλικό.

Βουρδούλακας : ο βρικόλακας.

Βουρδουλακιάσαμε : Ξημερωθήκαμε (συναντάται στο αόριστο).

Βρισκούμενα τα (επί φαγητού) : αυτά τα οποία κανονικά θα είχαμε, τίποτα ιδιαίτερο. (Περάστε να φάμε, δεν είναι κόπος, τα βρισκούμενα).

Βροντή : ο γαιοσκώληκας, η σκουληκαντέρα.

 

Γ

Γαλαχτίζω : ασπρίζω με ασβέστη.

Γαμπούνι : το πόδι μαγειρεμένου κοτόπουλου. (Θες στήθος, φτερούα ή γαμπούνι;).

Γδυμνός : γυμνός.

Γέβεντο, Γεβέντισμα : ο διασυρμός, το ρεζίλι, η ξευτίλα. (Δεν το γλύτωσε το γεβέντισμα με τα ρούχα που φόραγε).

Γεμιτζής (και γκεμιτζής): ο έμπειρος και ικανός ναυτικός (τουρκ. gemici = ο ναύτης, από τη λέξη gemi, γκεμί = πλοίο).

Γεροντομοίρι : Σπίτι, ή τμήμα σπιτιού (δωμάτια) το οποίο έχει κρατηθεί από προικοδότες γονείς για να διαμένουν εφ όρου ζωής. Συνήθως το γεροντομοίρι περιγράφονταν στο συμβόλαιο προικώου. (Εδωσε προίκα στην κόρη του το σπίτι και κράτησε για γεροντομοίρι το κατώι).

Γιαουντής : το ομοίωμα του Ιούδα το οποίο καίγεται ανήμερα της Λαμπρής (από το Yehuda : Ιούδας στα Εβραϊκά).

Γιοκάρι : γιος, εγγονός (χαϊδευτικά).

Γκαβέσα η : (ισπαν. cabeza) η κεφαλή. (Απαντάται και σαν Καβέσα).

Γκάργκανο : το καμένο σαν κάρβουνο. (Με τη κουβέντα ξέχασα το φαΐ στο φούρνο και το κρέας έγινε γκάργκανο)!

Γκλαβανή ή κλαβανή : (σλάβικο: glavani) η καταπακτή, το πορτάκι στο (ταβάνι / πάτωμα) για είσοδο / εξοδο από το ένα πάτωμα στο άλλο (ή σε τραβάκα)

Γκλαουγκλίζω : μεθοκοπώ. (Τον περίμενε με το μασόξυλο στην πόρτα να γυρίσει από το καφενείο που γκλαούγκλιζε με τα άλλα κοπρόσκυλα).

Γκόγκλα η : μπαστούνι στιβαρής κατασκευής, διά πάσαν χρήσην. (Τονε βάρεσε με τη γκόγκλα, παραλίγο να τονε μισερώσει...)

Γκρέθι : (χλευαστικά) ο ορεσίβιος Αρβανίτης.

Γκρέμνο : βράχος.

Γκρούλιας : μέθυσος, ανόητος, βλάκας (από το επώνυμο ή το παρεπώνυμο κάποιου Χωραΐτη, μέθυσου και μειωμένης αντίληψης).

Γλάμπαρδος : ψηλός και γεροδεμένος άνδρας. Αντίθετη λέξη : γλαντί.

Γλαντί : ο πολύ αδύνατος -η. (Εφεξε, ένα γλαντί απόγινε με τις δίαιτες που κάνει). Γλαντί είναι το σχοινί περιμετρικά ενός ιστίου για την ενίσχυση του. Αντίθετη λέξη : γλάμπαρδος.

Γλαστρί : θραύσμα από γλάστρα, σταμνί, κλπ κεραμικό αντικείμενο. (Με ένα γλαστρί ζωγράφιζαν τις γραμμές για το δωδεκάπετρο). (Στο δωδεκάπετρο ο ένας παίκτης είχε γλαστριά και ο άλλος πετραδάκια).

Γλίνα η : το χοίρειο λίπος.

Γλυκάδι : το ξίδι (κατ ευφημισμόν). Σε σπίτια στους χώρους που υπήρχε κρασί σε πιθάρια και ιδιαίτερα όσο διάστημα ο μούστος γινόταν κρασί, η λέξη ξίδι ήταν απαγορευμένη (ταμπού).

Γλυκοδοντιά : Η τελευταία μπουκιά από το φαγητό που την αφήνει κάποιος για να τη γευτεί τελευταία (μετά από ψωμιά, σαλάτες ή άλλα συνοδευτικά) και να του αφήσει μια ευχάριστη επίγευση.

(Δεν πρόσεχα και ο έγγονας μου μου έκλεψε τη γλυκοδοντιά από τη φουρτάλια).

Γλυκούρα : Ηπιος, μαλακός καιρός τον Χειμώνα.

Γλυμπάζης : ο καχεκτικός, ο λιπόσαρκος.

Γλυμπάζω : επιθυμώ διακαώς, όπως ο πεινασμένος το φαΐ. (Είχα δύο καλούς καφάδες και επειδή όλοι τις γλυμπάζανε τις έδωσα στη μουνταρία).

Γρετί (Γρετίδικο , εγρετίδικο) : κάτι πρόχειρο και προσωρινό για να αντικαταστήσει κάτι καλό και μόνιμο. Ψευτοκατασκευή. Κάτι που δείχνει για αληθινό. (Μπορείς να μπεις, το λουκέτο που φαίνεται είναι γρετίδικο).

Γρομπαλάκι : μικρό εξόγκωμα, μικρός σγρόμπος. (Εβγαλα ένα γρομπαλάκι στο σαόνι μου).

Γρυλώνω : (έκφραση προσώπου) πνίγομαι, γουρλώνω. (Ετρωε βιαστικά να προλάβει και σε μια στιγμή γρύλωσε, παρολίγο να πνιγεί). Επίσης λέγεται σαν σωματική κατάσταση από αφυδάτωση που οφείλεται σε έλλειψη ποσίμου νερού.

Γυαλένιο : ο γυάλινος βώλος, μπίλια, γκαζάκι.

 

 

Δ

Δα : (σαν δεικτικό) μόριο που ακολουθεί τις λέξεις εδώ και εκεί. Δώ δα, Κει δα. Επίσης (βεβαιωτικό μόριο) ναι δα! Οπως και καλά σαι δα!

Διαλεώνας : ο μεγαλύτερος γιος που μετά την προικοδότηση όλων των θυγατέρων αδελφών του, είχε δικαίωμα να διαλέξει μερίδιο από την υπόλοιπη περιουσία. Στην περίπτωση που ο μεγαλύτερος αδελφός είχε πεθάνει πριν το μοίρασμα της περιουσίας, οι απόγονοι του εάν υπήρχαν ήταν αυτοί διαλεώνες και είχαν δικαίωμα να διαλέξουν αυτοί το μερίδιο του μακαρίτη.

Διαλυστήρι : το χτένι.

Διάραχο : άδεντρη και άγονη πλαγιά βουνού ή λόφου.

Δουράφα (και Ντουράφα) η : η πικροδάφνη

Δροσερό : (από σεμνότητα) το αγγούρι.

Δωδάνα : Εδώ.

 

επόμενη σελίδα

επιστροφή