Στενιώτικες λέξεις και εκφράσεις

 

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας προήλθε από τη συνεργασία φίλων του ιστότοπου www.steniotes.gr σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

 

Ορισμένες λέξεις απαντώνται και εκτός Στενιών. Εχουν καταγραφεί διότι χρησιμοποιούνται από τους Στενιώτες αποκλειστικά αντί άλλων καθιερωμένων λέξεων που είναι πανελληνίως γνωστές.

Στα παραδείγματα ακολουθείται η Στενιώτικη σύνταξη. Οι υπογραμμισμένες λέξεις στα παραδείγματα υπάρχουν στο γλωσσάρι.

 

επιστροφή

Σελίδα 1: Α - Δ         Σελίδα 2: Ε - Κ      Σελίδα 3: Λ - Μ     Σελίδα 4: Ν - Ρ       Σελίδα 5: Σ - Ω

Α

Αγκίνιος : ο αχρησιμοποίητος, ο άνευ εγκαινίασης, ο ανέγγιχτος (έχω ένα μπουκάλι φλορίντα αγκίνιο).

Αγκινας : εργαλείο για ψάρεμα αχινών

Αγκλιά η : φλασκί με κομμένο στη μια πλευρά λαιμό σε σχήμα σέσουλας που το χρησιμοποιούσαν για τέτοια χρήση.

Αγριφώνω : σκαρφαλώνω,

Αηλάδα : αγελάδα.

Αθεγκα η ώρα και η στιγμή :(έκφραση) Δεν διάλεξα την κατάλληλη στιγμή, το κατάλληλο χρόνο. Μάλλον πρόκειται για παραφθορά του Αφεγγα, δηλαδή η ώρα που το έκανα ή που συνέβη αυτό ήταν ώρα χωρίς φως, σκοτεινή, ακατάλληλη για σοβαρές δουλειές. (Αθεγγα η ώρα και η στιγμή που του 'πα να 'ρθει να μου κλαδέψει ο ξελαθρεμμένος, μου το χάλασενε).

Αιρετικός : ο έχων άποψη αντίθετη προς την κοινή λογική (Ολοι με τα μπανιερά στα γκρέμνα κι αυτός με τα ρούχα αγριφωμένος σαν τον αρασκό στο λάινο. Από αίρεση).

Αίρεση : μια πράξη εκτός των κανόνων, προκλητική, αρκετά κακοπροαίρετη και που δημιουργεί προβλήματα. (Να είσαι στην πλατεία και να κάνεις συναλίκια με τις Αποικιανοί έτσι από αίρεση). (Σα να του λες μην πατάς το κουμπί γιατί θα γίνει ζημιά, και αυτός από αίρεση να το πατάει).

Ακονίστρα : η ξύστρα για τα μολύβια.

Αλέστα (επιρρ.) : σε προσοχή, σε εγρήγορση, σε ετοιμότητα (ιταλ. φρ. allalesta «γρήγορα»).

Αλετούρανος : ο αλλόθρησκος

Αλεχτόριασε : κατατρόμαξε, πήρε μεγάλη λαχτάρα (συναντάται στο αόριστο).

Αλλα των αλλών : άλλα αντί άλλων.

Αλμπουρίζω : αναποδογυρίζω

Αμπασάδα η : εξυπηρέτηση (χατιρικά), εκδούλευση, αγγαρεία (κάνε μου την αμπασάδα και μια και πας στη Χώρα πάρε μου και μια εφημερίδα).

Αμπόδεμα το : ξόρκι που αποβλέπει στη γενετήσιο αδράνεια νιόπαντρου κατά την κρίσιμη στιγμή.

Αμποδεμένος : ο έχω υποστεί επιτυχώς (και δυστυχώς γι’αυτόν) αμπόδεμα.

Ανακαρώνομαι : αθωώνομαι. (Κάρα : κεφάλι,  κρίθηκα - δικάστηκα, σηκώνω την κεφαλή).

Aναπαυσόλια ή αναπαψόλια τα : Παρελκόμενα του συζυγικού κρεβατιού. Δύο υφασμάτινοι κρίκοι αναρτώμενοι από το ταβάνι για να ακουμπούν τα πόδια. (Κα δε μου λες, τι τα θες τα αναπαψόλια με τον άντρα σου μπαρκαρισμένο;).

Αναπλωρίζομαι : ετοιμάζομαι να αποχωρήσω.

Ανατζαίο : το τσουκάλι, το δοχείο νυκτός.

Αναφούρι : αναστάτωση, αναβρασμός

Αναχιμίζομαι : Ανατριχιάζω. (Τέτοιο μοιασίδι με το σχωρεμένο τον πάππου του, Παναγία μου. Ανεχιμίστηκα).

Ανελιώνω : Διαλύω στερεό σε υγρό. Κάνω διάλυμα.

Αντίλαμπρο : Η Κυριακή του Θωμά.

Απαντοχή : αυτό που περιμένουμε σαν ανακούφιση και εν προκειμένω, η επιστροφή του ναυτικού στην πατρίδα. «Καλή απαντοχή», ήταν η πιο καλοδεχούμενη ευχή.

Απλάδενη : τάβλα στην οποία πλάθεται ζύμη για ψωμί, κουλούρια κλπ.  (Θα σου κάνω την κεφαλή απλάδενη (απειλή) : θα σου κάνω την κεφαλή επίπεδη από  τις ξυλιές.)

Απλοχεριά, η : μοίρασμα φαγητών σ’ αυτούς που συμμετείχαν στα χοιροσφάγια, για να τα πάρουν σπίτι τους.

Απο βολάς (επιρρ.) : ξανά τα ίδια (έκφραση για ευχάριστες καταστάσεις)

Απογδύμνια τα : Τα ρούχα που πάνε για πλύσιμο όταν κάποιος τα βγάζει για να βάλει καθαρά. Είναι τα ρούχα που είναι λερωμένα, ιδρωμένα κλπ , συνήθως πρόχειρα π.χ. φόρμες κλπ, και συχνά εσώρουχα, και που τοποθετούνται μαζί σε συσκευασία π.χ. τσάντα, βαλίτσα κλπ ώστε να μεταφερθούν σε ταξίδι χωριστά από τα άλλα ρούχα, για να πλυθούν και τακτοποιηθούν στον τόπο προορισμού. Επίσης, τα ρούχα που δε χρειάζονται πια και χαρίζονται σε άλλους.

Απογυρίδα η : Μετάβαση από ένα σημείο σε άλλο, αλλά όχι από τον καθιερωμένο συντομότερο δρόμο. (Δεν ήξερε καλά το δρόμο για τα Απατούρια και πήγε πρώτα στ’ Αποίκια. Αυτή κι’ αν ήταν απογυρίδα).

Αποδιαλεόνια τα : δευτέρας διαλογής, χαρακτηρισμένα ως μη απαραίτητα μετά από διαλογή, ακόμα και συνώνυμο του «σκατολοΐδια».

Αποδιαφαντευω : παρηγορώ. (Αποδιαφάντεψε το παιδί να μην κλαίει που έχασε το παιχνίδι του).

Αποδοσίδια τα : δωράκια (σαπουνάκια , μπουκάλια κολόνιας  florida, νάιλον κάλτσες για τις γυναίκες, παντοφλίτσες για τα παιδιά και παρόμοια) μικρής οικονομικής αλλά συναισθηματικά μεγάλης αξίας, που έφερναν ναυτικοί ή συγγενείς που επέστρεφαν στο χωριό. Τα δωράκια αυτά δίνονταν σαν απάντηση στο καλοσώρισμα των ταξιδιωτών από τους δικούς τους.

Αποκόντριο : υποχόνδριον σύμπλεγμα. Μόνιμα αρνητική αντιμετώπιση καταστάσεων εξ αιτίας προτέρων εμπειριών. (Εχει το αποκόντριο να πλένει τα χέρια του με οινόπνευμα κάθε φορά που γυρνάει στο σπίτι του).

Αποκοντριασμένος : αυτός που έχει αποκόντρια. (Αλλά και: αποκοντριασμένος με την καθαριότητα).

Απολοχαίνω (επί φαγητού) : κρυώνω σιγά-σιγά με φυσικό τρόπο. (Αστο να απολοχάνει το φαγητό σου, θα καεί ο στόμας σου).

Αποπλύδια τα : τα απόβλητα μετά από πλύσιμο ρούχων, μαγειρικών σκευών κλπ.

Αποστράγγι : Τα υγρά (π.χ. μούστος) που παίρνει κάποιος που συμπίεσε κάτι (π.χ. στέμφυλα) για αρκετό χρονικό διάστημα (π.χ.24 ώρες). (πήγα στο πατητήρι και μάζεψα τρεις παλιάσες αποστράγγι).

Αποτώρι : προηγουμένως. (Τ’ αποτώρι πέρασε από εδώ ο ταχυδρόμος και σε ζητούσε... )

Αρασκός : αρουραίος

Αρμεόνι : δοχείο που μπαίνει το γάλα της αγελάδας, κατσίκας ή προβατίνας στο άρμεγμα.

Αϋπνιά η : το μακροβούτι.

Αφάντουρος : ο αδέξιος, ο άχαρος στους τρόπους και στην κίνηση, ο ατσούμπαλος.

Αφέντης : ο πατέρας.

Αφορεσμένος : ο καταραμένος

Αχάβαδος : αυτός που δεν έχει συγκεκριμένο τρόπο σκέψης, ο έχων απρόβλεπτο τρόπο σκέψης και συμπεριφορά. (Δεν μπορείς να μιλήσεις σοβαρά μαζί του, άλλα σκέπτεται, άλλα λέει και άλλα κάνει, είναι αχάβαδος).

 

Β

Βαβά η : η μεγάλης ηλικίας γιαγιά.

Βαρούμενη : η εγκυμονούσα.

Βαταλαλώ : Φωνάζω επίτηδες δυνατά για να με ακούσουν όσο το δυνατό περισσότεροι. (Ο Σταμάτης και ο Ηρακλής καυγαλαντίσανε προχτές και βαταλαλούσανε όλη μέρα.)

Βίβος : συμπαγής, γεμάτος (ματσόλα από βίβο ξύλο), (νερό βίβο = νερό που κατεβαίνει με δύναμη).

Βίδα η : το ελαιοτριβείο.

Βοδώνω : Ευοδώνω. (σαν έκφραση) Δε βοδώνει : Δεν γίνεται, δεν τελειώνει, δεν προχωρεί, δεν αναπτύσσεται κανονικά. (Αυτή η λεμονιά δε βοδώνει).

Βόλι : ειδική κυλινδρική πέτρα που χρησιμοποιείται στα δώματα των σπιτιών για τη στεγανοποίηση τους με πηλό. Επίσης η πέτρα για τη σύνθλιψη των ελιών στα ελαιοτριβεία.

Βολιάς : το βαρίδι από μόλυβδο σε μία καθετή.

Βόλτο : υπόγειο που το ταβάνι του στηρίζεται σε τοίχους τοξωτούς, κατ' επέκταση πέτρινη τοξωτή κατασκευή.

Βορβιθιά η : κοπριά από βοοειδή, ανακατεμένη με άχυρα που χρησιμοποιείται για μονωτικό υλικό.

Βουρδούλακας : ο βρικόλακας.

Βουρδουλακιάσαμε : ξημερωθήκαμε (συναντάται στο αόριστο).

Βρισκούμενα τα (επί φαγητού) : αυτά τα οποία κανονικά θα είχαμε, τίποτα ιδιαίτερο. (Περάστε να φάμε, δεν είναι κόπος, τα βρισκούμενα).

 

Γ

Γδυμνός : γυμνός.

Γιαουντής : το ομοίωμα του Ιούδα το οποίο καίγεται ανήμερα της Λαμπρής (από το Yehuda : Ιούδας στα Εβραϊκά).

Γιοκάρι : γιος, εγγονός (χαϊδευτικά).

Γκάργκανο : το καμένο σαν κάρβουνο. (με τη κουβέντα ξέχασα το φαΐ στο φούρνο και το κρέας έγινε γκάργκανο)!

Γκλαβανή ή κλαβανή : το πορτάκι στο (ταβάνι / πάτωμα) για είσοδο / εξοδο από το ένα πάτωμα στο άλλο (ή σε τραβάκα)

Γκλαουγκλίζω : μεθοκοπώ. (Τον περίμενε με το μασόξυλο στην πόρτα να γυρίσει από το καφενείο που γκλαούγκλιζε με τα άλλα κοπρόσκυλα).

Γκόγκλα η : μπαστούνι στιβαρής κατασκευής, διά πάσαν χρήσην. (Επεσε γκόγκλα βαρίδι : έκφραση που μαρτυρεί καυγά με εκτεταμένη χρήση γκόγκλας).(Στον καυγά στο χορό ή πρώτη γκογκλιά έπεφτε στο λουξ (φωτιστικό με πετρέλαιο)).

Γκρέθι : (χλευαστικά) ο ορεσίβιος Αρβανίτης.

Γκρέμνο : βράχος.

Γλάμπαρδος : ψηλός και γεροδεμένος άνδρας. Αντίθετη λέξη : γλαντί.

Γλαντί : ο πολύ αδύνατος -η. (Εφεξε, ένα γλαντί απόγινε με τις δίαιτες που κάνει). Αντίθετη λέξη : γλάμπαρδος.

Γλαστρί : θραύσμα από γλάστρα, σταμνί, κλπ κεραμικό αντικείμενο. (Με ένα γλαστρί ζωγράφιζαν τις γραμμές για το δωδεκάπετρο). (Στο δωδεκάπετρο ο ένας παίκτης είχε γλαστριά και ο άλλος πετραδάκια).

Γλίνα η : το χοίρειο λίπος.

Γλυκάδι : το ξύδι (κατ’ ευφημισμόν). Σε σπίτια στους χώρους που υπήρχε κρασί σε πιθάρια και ιδιαίτερα όσο διάστημα ο μούστος γινόταν κρασί, η λέξη «ξύδι» ήταν απαγορευμένη (ταμπού).

Γλυμπάζης : ο καχεκτικός, ο λιπόσαρκος.

Γλυμπάζω : επιθυμώ διακαώς, όπως ο πεινασμένος το φαΐ. (Είχα δύο καλούς καφάδες και επειδή όλοι τις γλυμπάζανε τις έδωσα στη μουνταρία).

Γρυλώνω : (έκφραση προσώπου) πνίγομαι, γουρλώνω.

Γυαλένιο : ο γυάλινος βώλος, μπίλια, γκαζάκι.

 

 

Δ

Δα : (σαν δεικτικό) μόριο που ακολουθεί τις λέξεις εδώ και εκεί. Δώ δα, Κει δα. Επίσης (βεβαιωτικό μόριο) ναι δα! Οπως και καλά ‘σαι δα!

Διαλυστήρι : το χτένι.

Διάραχο : άδεντρη και άγονη πλαγιά βουνού ή λόφου.

Δουράφα (και Ντουράφα) η : η πικροδάφνη

Δροσερό : το αγγούρι.

Δωδάνα : Εδώ.

 

επόμενη σελίδα

επιστροφή