Στενιώτικες λέξεις και εκφράσεις

 

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας προήλθε από τη συνεργασία φίλων του ιστότοπου www.steniotes.gr σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

 

Ορισμένες λέξεις απαντώνται και εκτός Στενιών. Εχουν καταγραφεί διότι χρησιμοποιούνται από τους Στενιώτες αποκλειστικά αντί άλλων καθιερωμένων λέξεων που είναι πανελληνίως γνωστές.

Στα παραδείγματα ακολουθείται η Στενιώτικη σύνταξη. Οι υπογραμμισμένες λέξεις στα παραδείγματα υπάρχουν στο γλωσσάρι.

 

επιστροφή

 

Σελίδα 1: Α - Δ                Σελίδα 2: Ε - Κ               Σελίδα 3: Λ - Μ              Σελίδα 4: Ν - Ρ               Σελίδα 5: Σ - Τ               Σελίδα 6: Φ - Ω              Σελίδα 7: Εκφράσεις

Φ

Φαλάγκι : Ξύλινο κυλινδρικό αντικείμενο (συνήθως από κορμό ή κλαδί σκληρού δέντρου) μήκους κατά μέσο όρο 30cm και πάχους 12cm με εγκοπή στο μέσον του για να γλιστρά η καρένα βάρκας ή μικρού καϊκιού όταν μεταφέρεται από τη θάλασσα στη στεριά ή ανάποδα. Η εγκοπή αλείφεται με στέατα ή άλλες λιπαρές ουσίες για καλύτερα αποτελέσματα.

Φαούδι : παιδί που η κακή του συμπεριφορά (άτακτο, ανυπάκουο, κουραστικό στη διαπαιδαγώγηση) σε φθείρει.

Φάουσα : (αρρώστια) ο καρκίνος.

Φιλιόσος : ο βαφτισιμιός.

Φλορίντα : δημοφιλής μεταξύ των Στενιωτισσών αμερικανική κολόνια (Florida Water, Eau de Cologne ).

Φουβού : η φουφού.

Φουντάνα, η : (ιταλ. κρήνη) ροή νερού ή υγρού που τρέχει με μεγάλη ποσότητα.

Φούο ή Φούι : (μάλλον από την Ιταλική λέξη fuoco : φωτιά) η τρύπα στο μάσκουλο που περνούσε το φυτίλι. (Δεν είχε δέσει διπλό κόμπο το φυτίλι και τα πέταξε όλα από το φούο).

Φουρκίζομαι : αγανακτώ

Φουρνέλο : Μαγειρικό εργαλείο, είδος εστίας για κάρβουνα και ενίοτε για ξύλα. Εχει σχήμα αντεστραμμένης κόλουρης πυραμίδας (πλευρά πάνω τετραγώνου 20 - 25 cm). Τα πλαϊνά τραπέζια είναι μαντεμένια. Η μεγάλη βάση δεν υπάρχει και σε αυτήν ακουμπάνε τα τηγάνια, κατσαρόλες, χύτρες κλπ. Η μικρή βάση είναι στη ουσία είδος σχάρας στην οποία ανάβουν τα κάρβουνα. Η σχάρα επιτρέπει στα κάρβουνα να αερίζονται και έτσι να δυναμώνει η φωτιά και από αυτήν να πέφτουν οι στάχτες. Το φουρνέλο στηρίζεται αριστερά δεξιά σε πέτρες και η μικρή (κάτω) βάση απέχει 5-8 cm από το έδαφος.

Φουρνοκότι : το εργαλείο με το οποίο οι φουρνάρηδες μέριαζαν τις στάχτες

Φουρνός : ο φρύνος

Φουρνοφάισσα : είδος φιδιού που τρέφεται και με φρύνους.

Φουρτούνα : η κακοτυχία, μη αναμενόμενο γεγονός, η αρνητική εξέλιξη των πραγμάτων για κάποιον.

Φουρτουνιάζομαι : υφίσταμαι τις συνέπειες φουρτούνας με την παραπάνω έννοια. (Φουρτουνιάστηκα όταν έμαθα ότι ήπεσενε η παραβολή).

Φούσκουδος : ο πολύ βρεγμένος. (Θα αλλάξω τις πάνες του μωρού, είναι κατουρημένο φούσκουδο).

Φραγκοκόρακας : η βιολέτα.

Φτελώνομαι : βρίσκομαι κάπου που δεν μπορώ ούτε να ανέβω ούτε να κατεβώ. (Πήγε να κόψει δρόμο αλλά φτελώθηκε στη μέση του ντριαδιού).

Φτερούα : η φτερούγα.

Φυσαρίζει (ο καιρός) : φυσάει ελαφρά.

Φυσαροκοπώ : φυσάω συνεχώς και με ένταση (έκφραση για καιρικές συνθήκες). (Τρεις μέρες φυσαροκοπά, αδύνατο να απλώσεις τα ρούχα).

Φυσικό : ιδιοτροπία, κακή συνήθεια. (Να ‘λειπαν  αυτά δα τα φυσικά σου).

Φυτιλώνω : υποδαυλίζω. Εκφέρω λόγο που στοχεύει να επιφέρει πίκρα. (Του έβαλε φυτίλια για τη αρραβωνιαστικιά του).

 

Χ

Χαλικωτή : άγριο χόρτο του βουνού, μακράν το πιο δημοφιλές στις Στενιές (αγκιναρούλα ή και καρυδούλα).

Χάπατο : βλάκας, ηλίθιος. (σ’αυτό το χάπατο έδωσες το αμπέλι σου;).

Χαπιάρω : Φτυαρίζω για να κάνω οριζόντια κάποια επιφάνεια (ειδικά στα αμπάρια των πλοίων που μετέφεραν χύδην φορτίο που έπεφτε από σιλό κλπ.). Αλλά και για κάποιον που τρώει με λαιμαργία. (Αυτός από την πείνα χαπιάριζε το φαΐ στο στόμα του).

Χαρχαλεύω : κάνω μικρής έντασης, ήπιο θόρυβο. (Σταμάτα να χαρχαλεύεις, με ενοχλείς). Το χαρχάλεμα λέγεται σε θορύβους π.χ. ερπετών που κινούνται πάνω σε ξερά φύλλα, σε παιδιά που 'χαρχαλευανε' προσεχτικά για να μην τα πάρουνε είδηση κλπ.

Χατάς : (τουρκ. hatas : αποτυχία) ο σκανταλιάρης, ο ζημιάρης, αυτός που κάνει λάθη.

Χλιάρα : ο ζεστός αέρας (που βγαίνει όταν ανοίγει ένα φούρνος, της κουφόβρασης κλπ).

Χρεία : ανάγκη.

Χοιρινά : λουκάνικα, λούζες, λαρδιά σε γλίνα, γενικά ότι παράγεται στα χοιροσφάγεια. (Του έστειλε με το πλήρωμα ένα ντενεκέ χοιρινά, τη χαρά που έκαμενε).

Χούλιαμπας : βάρκα μεγάλη σε πλάτος για μεταφορά εμπορευμάτων.

Χόχλακας : άσπρο πέτρωμα, μάρμαρο με προσμίξεις χαλαζία, αλάβαστρου κλπ. σε φυσική μορφή.

Χοχλάκι : βότσαλο από χόχλακα.

 

Ψ

Ψοφολοώ : κοιμάμαι (εντελώς απαξιωτικά). (Ψωφολοά ο αχαΐρευτος, λες και κουράστηκε από την πολλή δουλειά).

Ψόφιος : ο εντελώς φτωχός. (Μυαλό δεν έχει! πήγε και πήρε μια ψόφια και να πεις ότι είναι καλή ή όμορφη, πως).

Ψώφος : ο πολύ κρύος καιρός και αέρας. (Που πας γδυμνός μ’ αυτό τον ψώφο; θα πλευριτωθείς.)

 

πρώτη σελίδα

επιστροφή