Σ

Σαβόρο : (ιταλ. savore < λατινική sapor, -oris = γεύση, χυλός) όξινο μαγειρικό παρασκεύασμα (σάλτσα) που χρησιμοποιείται για καρύκευση και διατήρηση τηγανητών ψαριών. Αυτό περιλαμβάνει συνηθέστερα λάδι (που είχε μείνει από το τηγάνισμα των ψαριών), ξύδι, σκόρδο, αλεύρι και δενδρολίβανο.

Σαβού : σάλτσα για ψάρια. Με υλικά λάδι, λεμόνι και αλάτι που τα τάραζαν συνεχώς μέχρι να γίνει παχύρευστη σάλτσα.

Σαΐτα : σφεντόνα. (Εφτιαξε μια σαΐτα από ασφένταμο. Τα λάστιχα από του Μπουλμέτη και το πετσάκι από του Νικολή).

Σαλαγιάζω : ηρεμώ, ησυχάζω αλλά και καθησυχάζω. (Σαλάγιασε το παιδί, έχει πλαντάξει στο κλάμα).

Σαλταροκοπώ : χοροπηδάω με δύναμη και με διάρκεια. (Γλεντούσανε και χορεύανε όλη νύχτα. Σαλταροκοπούσανε μέχρι την αυγή).

Σανάς : Σανάς ήταν το παρεπώνυμο του Αξιώτη ή Ψαρρού Γιαννούλη του Νικολάου (γεν. 1874). Ο Σανάς ήταν ιδιόμορφος χαρακτήρας και το παρεπώνυμο του χαρακτηρίζει έκτοτε τα ιδιόρρυθμα άτομα.

Σανναπουλέει : (μία λέξη σαν-να-που-λέει) Για παράδειγμα.

Σάντουλα : η νονά.

Σαόνι : το σαγόνι.

Σαόνια : απαξιωτικοί και χλευαστικοί μορφασμοί με προεξάρχουσα την χρήση της κάτω σιαγώνας και συνήθως με κλειστά χείλη και ανεβοκατέβασμα προς-πίσω της κεφαλής. Τα σαόνια είναι σιωπηλή έκφραση.

Σαχλό (το) : (χαρακτηρισμός φαγητού) το ανάλατο. (Οι κεφτέδες είναι σαχλοί, θέλανε και άλλο αλάτι). (αντίθ. λύσσα : το υπερβολικά αλατισμένο).

Σγρόμπος : μικρός ψηλαφήσιμος όγκος κάτω από το δέρμα. Το τοπικό πρήξιμο . (Εβγαλα ένα σγρόμπο στο πόδι). Κάθε είδους εξόγκωμα, σωρός κλπ. που προέρχεται από αταξία. (Αντί να τυλίξει σωστά το σκοινί, το έκαμε ένα σγρόμπο και το παράτησε).

Σεΐρι : Η φασαρία, ο θόρυβος, η αναστάτωση για χαρούμενα γεγονότα. Το νταβαντούρι. (Το σεΐρι ήταν που γέννησε η κόρη τους)

Σένιος : ο μετά από σχολαστική προετοιμασία άψογος, τακτοποιημένος.

Σινιάρω : τακτοποιώ, φροντίζω για να γίνει κάτι άψογο. (Σινιάρισα τη βάρκα, είμαστε έτοιμοι να πάμε ψάρεμα μόλις καλμάρει ο καιρός).

Σιψάντης : (αγγλ. Ship chandler) Επαγγελματίας που ασχολείται με την τροφοδοσία εμπορικών πλοίων. (Κανόνισα με τον σιψάντη να βγούμε μαζί στην πόλη για να μου δείξει τα μαγαζιά για να ψωνίσω της γυναίκας μου).

Σιργκούμι ή σουργκούμι : το κύμα (λατιν. surgum) (χρησιμοποιείται στη έκφραση «τα έκανε σιργκούμι» : «τα διέλυσε όπως το δυνατό κύμα»).

Σκαλαριό : το εργαστήρι αγγειοπλαστικής.

Σκαλούδα : το πήλινο κανάτι.

Σκαμπαφλύτης : φρύγανο με κοντάρι που καθαρίζανε τις καμινάδες από την μούζα.

Σκάντζα : η αλλαγή. Σκάντζα βάρδια : αλλαγή φυλακής.

Σκαντζάρω : αλλάζω, αντικαθιστώ. (Στην Τήνο θα σκαντζάρω βαπόρι για να πάω στη Σύρα). (Ηρθεν η ώρα να σκαντζάρεις τον Τρίτο στη βάρδια).

Σκαπετίζω : αποδρώ (πιθ. παραφθορά της αγγλ. escape)

Σκαρβέλια : είναι οι γάντζοι στο σαμάρι μουλαριού ή γάιδαρου, που χρησιμεύουν να κρεμνούν μικρές σακούλες ή να δένουν βαριά αντικείμενα.

Σκατογένης : (χλευαστικός προσδιορισμός, αναφερόμενος ιδίως για παιδιά) αυτός που είναι άτακτος, με κακούς τρόπους, σκανδαλιάρης εξ αιτίας κακής ανατροφής σαν να μην είναι φυσιολογικό παιδί αλλά παιδί (γέννημα) του διαβόλου. Επίσης σκατογένης : ο διάβολος. (Βρε σκατογένηδες, δε ντρέπεστε να με κοροϊδεύετε, γριά γυναίκα;).

Σκατολοΐδια : μικροαντικείμενα συναισθηματικής ή άλλης αξίας για αυτόν που τα έχει, αλλά κατά άλλους (ιδιαίτερα τους οικείους του)  όχι απαραίτητα. (Δεν ηξαίρω τι να κάνω με το γιο μου, έχει γεμίσει το δωμάτιο του με σκατολοΐδια, του λέω να τα ξεφορτωθεί μα αυτός τίβοτα!).

Σκεπά : (επίρρ.) υπήνεμα. (Στο γλέντι προχτές φυσαροκόπαγε, αλλά εμείς βρήκαμε και κάτσαμε σκεπά).

Σκέπαση : δύσπνοια που προέρχεται από δυσφορία η οποία και αυτή προέρχεται από το άγχος...

Σκλέζα : Μικρό, μυτερό κομμάτι ξύλου που με το κόψιμο ή κυρίως με το σκίσιμο ξύλων, αποσχίζεται από το κυρίως μέρος του ξύλου και πολλές φορές μπαίνει στα δάχτυλά μας και μας τραυματίζει. (Ροκάνισε κομμάτι τις σκλέζες μη τρυπηθεί κανείς). (Αλλά και : έφαγα μια σκλέζα κρέας από το ψητό, τρέλα ήταν).

Σκλίνος : πολύ σκληρό αντικείμενο. (Αυτό το κρέας, όσο και να το μαγείρεψενε, σκλίνος έμεινε).

Σκολίδα : η έχιδνα.

Σκομπολιθράκι : σκανδαλιάρικο παιδάκι

Σκονόβολο : (επίρρ.) πολύ γρήγορα (σαν να σηκώνει σκόνη στο πέρασμα του). (Κυνήγαγε το γάιδαρο του να τονε πιάσει, αλλά αυτός έτρεχε σκονόβολο).

Σκοτιά : η έγνοια, η φροντίδα, η ανησυχία για κάτι. Χρησιμοποιείται όμως αποκλειστικά με χλευαστική διάθεση. (Ούλη μου η σκοτιά ποιός θα τηνε πάρει).

Σκούλος  : είναι το πίσω μέρος του μιγκαριού που βοηθάει να σκίζουμε ξύλα, (σαν σφήνα).

Σκουτέλα : πήλινη μεγάλη κούπα χωρίς χερούλι, που χρησιμοποιείται ως σκεύος φαγητού.

Σκουτελικά : τα κουζινικά.

Σκουτελογλείφτης : αυτός που έχει την κακή συνήθεια να βάζει το δάκτυλο του στην κατσαρόλα για πάρει φαγητό ακόμα και μετά το σερβίρισμα, για να φάει υπολείμματα. (Μωρή σκουτελογλείφτρα, μ’ αυτά που κάνεις θα δεις! Θα δεις που θα βρέχει στο γάμο σου)!

Σκυλάκιασε! : (προστακτ. απαξιωτικά) κοιμήσου!

Σμπιρολόι : κακολογώ, συκοφαντώ, κουτσομπολεύω εις βάρος κάποιου, φυτιλώνω. Λόγος που στοχεύει να επιφέρει πίκρα. (Καλό παιδί αλλά τού βάλενε σμπιρόλοα η άλλη και μούτρωσενε). (Εκφραση : σμπίρι μου και σμπίρι σου).

Σοδιαστικό : το μέρος, η αποθήκη, που φυλάσσονται η σοδιά, τα προϊόντα για κατανάλωση το χειμώνα.

Σοιλιακό : το κοιλιακό άλγος ή/και αυτά που συνεπάγεται.

Σότροπα ή σότριπα : ισορροπημένα, συμμετρικά, ευθυγραμμισμένα (ίσως από : με «ίσο τρόπο») (Το πιτακωτήρι να είναι σότριπα με το μάσκουλο ειδ' άλλως θα ξεφύγει και θα γίνει ζημιά). (Η βάρκα να στέκεται σότριπα στα φαλάγκια, ειδεμή θα σκεβρώσει).

Σουγλιά : οξύς πόνος σαν τρύπημα με σουβλί. (Ενοιωσα μια σουγλιά, με ξέρανε ο πόνος). (Με ζούγλανε ο σφάχτης: είχα έναν οξύ πόνο, σαν τρύπημα από σουβλί).

Σουνάρω (επί γαιδάρου) : κλωτσάω με τα πίσω πόδια. Όθεν το πρώτο ενικό σπανίως χρησιμοποιείται. Παράγωγο: ουσ. Σουνίδι.

Σουνίδι : Η κλωτσιά του γαϊδάρου με τα δύο πισινά πόδια. Κατ’ επέκταση σουνίδι είναι η πολύ δυνατή (από άνθρωπο αυτή τη φορά) κλωτσιά.(του τράβηξε ένα σουνίδι, τονε ξέρανε).

Σουρέλλο : είναι παντελόνι μεταξύ κοντού και μακριού, που καλύπτει μόλις το γόνατο.

Σούρφανο : Χαρακτηρισμός για κάποιον που έχει χάσει πολύ βάρος και φαίνεται ταλαιπωρημένος, κυρίως μετά από αρρώστια. Ο κιτρινιάρης για τους ίδιους λόγους. (Ισως από τη λέξη sulfur = θειάφι). (Είδα τον Κώστα, ένα σούρφανο είναι). (Επίσης Σουρφανιασμένος). (Σήμερα είσαι σουρφανιασμένη, με αυτές τις δίαιτες που κάνεις).

Σούτης : Ορθιος, αυτός που είναι σε ετοιμότητα. Για τον καιρό : άπνοια (ο καπνός είναι σούτης, ανεβαίνει κατακόρυφα). Μεταφορικά αυτός που ενώ έπρεπε δεν έχει ακόμα κοιμηθεί. (Για δε ο Λευτέρης, σούτης, ακόμα να κοιμηθεί).

Σπηλιάδα : Ριπή ανέμου.

Σπληνίζω : Βλέπω και παθαίνω για να πετύχω κάτι, (παθαίνει ζημιά η σπλήνα μου). (Σπλήνισα να τονε πείσω να μην πάει για ψάρεμα με τέτοιο παλιόκαιρο).

Σπορίζει : κάνει κρύο, κάνει ψύχρα. (Βόρρισε ο καιρός. Σπορίζει). (Με σπόρισε ο αέρας).

Σπορίζομαι : κρυολογώ. (Μην κάθεσαι στο ρεύμα. Θα σποριστείς).

Σταγκώνω : σφηνώνω, κολλάω κάπου από όπου δεν μπορώ να περάσω (από την αγγλική λέξη stuck). (Πήγανε να κατεβάσουνε τη ντουλάπα από τη σκάλα, δεν υπολογίσανε καλά το φάρδος της και στη μέση τους στάγκωσε).

Στεγασιά : η άκρη του δώματος σε παραδοσιακά σπίτια της Ανδρου. Αποτελείται από πλάκες που προεξέχουν λίγο, πάνω από τον τοίχο του σπιτιού.

Στεφάνια : το πολύ επικλινές αλλά ομαλό έδαφος, στο οποίο εάν έπεφτες δεν είχες από πού να κρατηθείς.

Στήλωσα : Συνήλθα, πήρα τα απάνω μου. (Του έκαμα μια ζεστή σούπα και στήλωσε).

Στήμα : όρθια πλάκα σε χτήμα που διαιρέθηκε που αποτελεί ένδειξη συνόρου. Σε χτήματα με μασές, υπήρχε ένα στήμα καθε δύο μασές περίπου. Τα στήματα είχαν προσωρινό χαρακτήρα μέχρι να κατασκευαστεί κανονικός τοίχος-φράκτης.

Στιμαριτζού (συνήθως απαντάται στο θυλικό γένος) : γυναίκα η οποία είναι κοινωνική, τυπική στις σχέσεις της και αποδίδει τιμή και εκτίμηση όπου πρέπει.

Στιμάρω : (ιταλ. stimare) εκτιμώ, διαχειρίζομαι καλά.

Στούπα : η επιδερμίδα αλλά και το τριχωτό της επιδερμίδας. (Εκανε τέτοιο ψώφο, πάγωσε η στούπα μου). (Τον είχα για πεθαμένο, με το που τον είδα, σηκώθηκε η στούπα μου, αναχιμίστηκα).

Στραβοκοντύλιασμα : άλγος στα κοντύλια γύρω από το λαιμό. (ρήμα στραβοκοντυλιάζω).

Στρέφω : δίνω σημασία ανταποδίδοντας χαιρετισμό, πρόταση λόγου κλπ. (χρησιμοποιείται μόνο με την αντίθετη έννοια: τον χαιρέτησε, αλλά αυτός δεν του έστρεψε). (Αλλά και με αρνητική σημασία) : επιστρέφω με δυσαρέσκεια (του έστρεψε τις προσκλήσεις, γιατί κάποτε τον είχε προσβάλει). (Να μη σας στρέψω το κέρασμα).

Στρήνα (ή στρίνα) :  Χρηματικό ποσό που δίνεται δώρο από συγγενείς στα παιδιά, στην περίοδο των γιορτών του Νέου Ετους. Δεν έχει σχέση με τα κάλαντα όπου η αμοιβή συνήθως ήταν σε γλυκά και σπανίως σε χρήμα.

Συγκάθουρο : Κατακάθι στο καζάνι σε βαθύ βράσιμο σε γλίνα, στα χοιροσφάγια. Επίσης κατακάθι από επεξεργασία γάλακτος για κατασκευή βούτυρου. Μεταφορικά, άτομο κατώτερης κοινωνικής τάξης.

Συγκούρδουλοι : και κύρηδες (μπορεί και κούροι = άνδρες, γιοι) και δούλοι. Αφέντες και υπηρέτες. (Εκφραση : Συγκούρδουλοι Συφάμιλοι : όλοι οι σχετικοί. Στον αρραβώνα ήρθαν οι Φαλαγκάδες συγκούρδουλοι συφάμιλοι).
Σύλλαρδος : ο υπερβολικά παχύς.

Σύμουζος : ο καλυμμένος με μούζα (καπνιά) από την κορυφή μέχρι τα νύχια.

Σύνα (η) : Το μεταλλικό κατασκεύασμα με το οποίο ωθείται το τσέρκι στο ομώνυμο παιχνίδι.

Συναλίκια (τα) : Δοσοληψίες, πάρε δώσε. (Ο Νικόλας έχει συναλίκια με τις Αποικιανοί).

Συνάμουργα (τα) : Τα τελευταία υπολείμματα από το στύψιμο της ελιάς. Αυτό που απομένει αφότου παρθεί το καθαρό λάδι δηλαδή μείγμα λαδιού, νερού και μούργας (λάσπης). (Από αφήγηση του κου Τάκη Στ. Πολέμη: Στην κατοχή ο πατέρας μου τα πήγαινε κάθε εβδομάδα για να παίρνει τα συνάμουργα (από τη βίδα του «Γιατρού») γιατί αλλιώς τα ’χανες.  Τα συνάμουργα τα στραγγίζαμε και παίρναμε το λάδι).

Συνοβγάζω : συνοδεύω στη έξοδο κάποιον που αποχωρεί.

Συντρέχτρες : οι γυναίκες που έτρεχαν να προσφέρουν, να συμπαρασταθούν σε χαρές ή λύπες αλλονών.

Σύσκατος : πασαλειμμένος με κόπρανα. (Αλλαξε το μωρό, είναι σύσκατο, γι’ αυτό κλαίει τόση ώρα!).

Συσταζούμενος : Ο καθώς πρέπει, ο έχων καλούς τρόπους και προσόντα. Αυτός που μπορείς άφοβα να τον συστήσεις, να εγγυηθείς γι’ αυτόν.

Σύσταση : Η διεύθυνση του παραλήπτη σε επιστολή.

Συφάμιλοι : ολόκληρη η οικογένεια.

Σύχριστος : ο πασαλειμμένος (συν + χρίω). (Πήγε να μπογιαντίσει αλλά έκανε έναν τόπο σύχριστο).

Σφηνάρω : (επι υγρών) πετάγομαι με δύναμη. (Κοπάνησα την κεφαλή μου σε μία πέτρα και σφηνάριζε το αίμα ποταμός, είδα και έπαθα να το σταματήσω).

Σωτεύω : φτάνω στο τέλος (από προμήθειες, επεξεργασία κλπ). (Αμα σωτέψουνε τα λεφτά πριν το τέλος του μήνα, φουρτούνα που μας βρήκε).

 

Τ

Ταράζω : ανακατεύω (Να ταράζεις τον καφέ όση ώρα ψήνεται. Γίνεται καλύτερος). Ενεργώ, προκαλώντας όμως μικρή όχληση ή και περιέργεια (Μην ταράζεις και ενοχλείς. Σταμάτα να ταράζεις και πέσε για ύπνο. Τι ταράζεις στο νεροχύτη;)

Ταραούρας : αυτός που ανακατεύεται σε ξένες υποθέσεις και τα κάνει άνω κάτω. (Τι τον έβαλες στη συζήτηση; Ενας ταραούρας είναι, καλά να πάθεις).

Τεζιάκι (τεζάκι, τεζάχι, τεζιάχι) : Ο πάγκος εργασίας παντοπώλη ή καφετζή μεταξύ αυτού και της πελατείας του. Εκεί ακουμπούσε τα πράγματα που θα έπαιρναν οι πελάτες, εκεί υπήρχε η ζυγαριά του μαγαζιού και σε συρτάρια του το ταμείο και τα τεφτέρια με τα βερεσέδια. (τουρκ. tezgâh)

Τένεδο : Αντικείμενο χωρίς καλή κατασκευή και ως εκ τούτου εύθραυστο.

Τζαγρουνιά (η) : γρατζουνιά, εκδορά. (Μην κάνεις έτσι, δεν υπάρχει παιδί χωρίς τζαγρουνισμένα γόνατα).

Τζελίρια, τα : τα έσοδα, τα εισοδήματα (τουρκ. gelir).

Τίβοτα : τίποτα.

Τιτίζα : νοικοκυρά που είναι ιδιαίτερα σχολαστική σε θέματα τάξης και καθαριότητας.

Τονε : το άρθρο «τον» με «ε» στο τέλος χάριν ευφωνίας. Τονε φώναξε. Τονε ξέρανε. αλλά και τονε άφησε, τονε έσβησε ιδίως για λέξεις που τονίζονται στην πρώτη συλλαβή.

Τραβάκα : η σοφίτα.

Τρακάρω : απαιτώ εξηγήσεις για δυσάρεστο συμβάν για το οποίο ευθύνεται ο ερωτώμενος ή πρόσωπο του στενού περιβάλλοντος του. (Η Ασημιώ με τρακάρησε για τα κουσέλια που είπε ο γιος μου για την εγγονή της).

Τράος : ο τράγος.

Τρικαμπάρι : ορθάνοιχτο, πενταπόλι. (Αφησε το σπίτι τρικαμπάρι).

Τρικό : (γαλλ. tricot) ανδρικό εσώρουχο, το φανελάκι.

Τριμογαζαρεύω : Τριγυρνάω δήθεν άσκοπα μπας και δω ή ακούσω κάτι ενδιαφέρον και επωφεληθώ. Παραμονεύω περιμένοντας την ευκαιρία να δράσω. (Τριμογαζαρεύει πότε θα σκωθεί  να της πάρει την καρέγλα).

Τριπηδώ : Πετάγομαι όρθιος από υπερβολική χαρά ή λύπη ή πόνο. (Οταν άκουσαν ότι πνίγηκε  ο πατέρας τους τριπήδησαν μέχρι το ταβάνι.). (Πάτησε ένα καρφί και τριπήδησε από τον πόνο).

Τρίσης, τρισιασμένος : ο καχεκτικός, ο ζαρωμένος. (Είναι ωραίος; Μπα! Ένας τρίσης είναι). (Μου έφερε κάτι τρισιασμένα αχλάδια, χάλια ήτανε, τα πέταξα).

Τρισόνι : το βαμβακερό ύφασμα που σκουπίζεις ότι έπλυνες με τον πινακοπλύτη. (προέρχεται από τη Γαλλική λέξη torchon = πιατόπανο).

Τρυγοπάτι : τρύγος και αμέσως μετά πάτημα των σταφυλιών (σε αντιδιαστολή με τον τρύγο και ακολούθως το λιάσιμο για μερικές μέρες των σταφυλιών πριν αυτά πατηθούν).

Τσάσκα : (ρωσ.  чашка ) φλυτζάνι.

Τσερογλιά η : δέντρο, η αγριοχαρουπιά ή η αγριοφυστικιά (?).

Τσίπουρα τα (πληθ.) : τα στέμφυλα.

Tσουκάλι : το δοχείο νυκτός (νεότερη ονομασία του ανατζαίου). Συναντάται και σαν αμελέτητο.

Τσουτσουρίζω : ανατριχιάζω.

Τυποδεμένος : αυτός που έχει άψογη για την περίσταση εμφάνιση, που κρατάει δηλαδή τους Στενιώτικους τύπους εμφάνισης και συμπεριφοράς. (Ακόμα και στο μπάνιο κάποιος ή κάποια μπορεί να χαρακτηριστεί τυποδεμένος / η από το μπανιερό του / της και μόνο. Και πάντοτε βέβαια κατά την κρίση του χαρακτηρίζοντος. Ετσι μια κοπέλα με ολόσωμο μπανιερό μπορεί να χαρακτηριστεί συντηρητική από τους νέους, τυποδεμένη από τους γονείς τους ή "γδυμνή" από τους παπούδες / γιαγιάδες). (Να είσαστε πάντα τυποδεμένα μάτια μου). 

 

 

επόμενη σελίδα

επιστροφή

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στενιώτικες λέξεις και εκφράσεις

 

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας προήλθε από τη συνεργασία φίλων του ιστότοπου www.steniotes.gr σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

 

Ορισμένες λέξεις απαντώνται και εκτός Στενιών. Εχουν καταγραφεί διότι χρησιμοποιούνται από τους Στενιώτες αποκλειστικά αντί άλλων καθιερωμένων λέξεων που είναι πανελληνίως γνωστές.

Στα παραδείγματα ακολουθείται η Στενιώτικη σύνταξη. Οι υπογραμμισμένες λέξεις στα παραδείγματα υπάρχουν στο γλωσσάρι.

 

επιστροφή

 

Σελίδα 1: Α - Δ                Σελίδα 2: Ε - Κ               Σελίδα 3: Λ - Μ              Σελίδα 4: Ν - Ρ               Σελίδα 5: Σ - Τ               Σελίδα 6: Φ - Ω              Σελίδα 7: Εκφράσεις