Σ

Σαβόρο : (ιταλ. savore < λατινική sapor, -oris = γεύση, χυλός) όξινο μαγειρικό παρασκεύασμα (σάλτσα) που χρησιμοποιείται για καρύκευση και διατήρηση τηγανητών ψαριών. Αυτό περιλαμβάνει συνηθέστερα λάδι (που είχε μείνει από το τηγάνισμα των ψαριών), ξύδι, σκόρδο, αλεύρι και δενδρολίβανο.

Σαβού : σάλτσα για ψάρια. Με υλικά λάδι, λεμόνι και αλάτι που τα τάραζαν συνεχώς μέχρι να γίνει παχύρευστη σάλτσα.

Σαΐτα : σφεντόνα. (Εφτιαξε μια σαΐτα από ασφένταμο. Τα λάστιχα από του Μπουλμέτη και το πετσάκι από του Νικολή).

Σαλαγιάζω : ηρεμώ, ησυχάζω αλλά και καθησυχάζω. (Σαλάγιασε το παιδί, έχει πλαντάξει στο κλάμα).

Σανναπουλέει : (μία λέξη σαν-να-που-λέει) Για παράδειγμα.

Σάντουλα : η νονά.

Σαόνι : το σαγόνι.

Σαόνια : απαξιωτικοί και χλευαστικοί μορφασμοί με προεξάρχουσα την χρήση της κάτω σιαγώνας και συνήθως με κλειστά χείλη και ανεβοκατέβασμα προς-πίσω της κεφαλής. Τα σαόνια είναι σιωπηλή έκφραση.

Σαχλό (το) : (χαρακτηρισμός φαγητού) το ανάλατο. (Οι κεφτέδες είναι σαχλοί, θέλανε και άλλο αλάτι). (αντίθ. λύσσα : το υπερβολικά αλατισμένο).

Σγρόμπος : μικρός ψηλαφήσιμος όγκος κάτω από το δέρμα. Το τοπικό πρήξιμο . (Εβγαλα ένα σγρόμπο στο πόδι). Κάθε είδους εξόγκωμα, σωρός κλπ. που προέρχεται από αταξία. (Αντί να τυλίξει σωστά το σκοινί, το έκαμε ένα σγρόμπο και το παράτησε).

Σεΐρι : Η φασαρία, ο θόρυβος, η αναστάτωση για χαρούμενα γεγονότα. Το νταβαντούρι. (Το σεΐρι ήταν που γέννησε η κόρη τους)

Σένιος : ο μετά από σχολαστική προετοιμασία άψογος, τακτοποιημένος.

Σινιάρω : τακτοποιώ, φροντίζω για να γίνει κάτι άψογο. (Σινιάρισα τη βάρκα, είμαστε έτοιμοι να πάμε ψάρεμα μόλις καλμάρει ο καιρός).

Σιργκούμι ή σουργκούμι : το κύμα (λατιν. surgum) (χρησιμοποιείται στη έκφραση «τα έκανε σιργκούμι» : «τα διέλυσε όπως το δυνατό κύμα»).

Σκαλαριό : το εργαστήρι αγγειοπλαστικής.

Σκαλούδα : το πήλινο κανάτι.

Σκαμπαφλύτης : φρύγανο με κοντάρι που καθαρίζανε τις καμινάδες από την μούζα.

Σκάντζα : η αλλαγή. Σκάντζα βάρδια : αλλαγή φυλακής.

Σκαντζάρω : αλλάζω, αντικαθιστώ. (Στην Τήνο θα σκαντζάρω βαπόρι για να πάω στη Σύρα). (Ηρθεν η ώρα να σκαντζάρεις τον Τρίτο στη βάρδια).

Σκαπετίζω : αποδρώ (πιθ. παραφθορά της αγγλ. escape)

Σκαρβέλια : είναι οι γάντζοι στο σαμάρι μουλαριού ή γάιδαρου, που χρησιμεύουν να κρεμνούν μικρές σακούλες ή να δένουν βαριά αντικείμενα.

Σκατολοΐδια : μικροαντικείμενα συναισθηματικής ή άλλης αξίας για αυτόν που τα έχει, αλλά κατά άλλους (ιδιαίτερα τους οικείους του)  όχι απαραίτητα. (Δεν ηξαίρω τι να κάνω με το γιο μου, έχει γεμίσει το δωμάτιο του με σκατολοΐδια, του λέω να τα ξεφορτωθεί μα αυτός τίβοτα!).

Σκεπά : (επίρρ.) υπήνεμα. (Στο γλέντι προχτές φυσαροκόπαγε, αλλά εμείς βρήκαμε και κάτσαμε σκεπά).

Σκέπαση : δύσπνοια που προέρχεται από δυσφορία η οποία και αυτή προέρχεται από το άγχος...

Σκλέζα : Μικρό, μυτερό κομμάτι ξύλου που με το κόψιμο ή κυρίως με το σκίσιμο ξύλων, αποσχίζεται από το κυρίως μέρος του ξύλου και πολλές φορές μπαίνει στα δάχτυλά μας και μας τραυματίζει. (Ροκάνισε κομμάτι τις σκλέζες μη τρυπηθεί κανείς). (Αλλά και : έφαγα μια σκλέζα κρέας από το ψητό, τρέλα ήταν).

Σκολίδα : η έχιδνα.

Σκομπολιθράκι : σκανδαλιάρικο παιδάκι

Σκοτιά : η έγνοια, η φροντίδα, η ανησυχία για κάτι. Χρησιμοποιείται όμως αποκλειστικά με χλευαστική διάθεση. (Ούλη μου η σκοτιά ποιός θα τηνε πάρει).

Σκούλος  : είναι το πίσω μέρος του μιγκαριού που βοηθάει να σκίζουμε ξύλα, (σαν σφήνα).

Σκουτέλα : πήλινη μεγάλη κούπα χωρίς χερούλι, που χρησιμοποιείται ως σκεύος φαγητού.

Σκουτελικά : τα κουζινικά.

Σκουτελογλείφτης : αυτός που έχει την κακή συνήθεια να βάζει το δάκτυλο του στην κατσαρόλα για πάρει φαγητό ακόμα και μετά το σερβίρισμα, για να φάει υπολείμματα. (Μωρή σκουτελογλείφτρα, μ’ αυτά που κάνεις θα δεις! Θα δεις που θα βρέχει στο γάμο σου)!

Σκυλάκιασε! : (προστακτ. απαξιωτικά) κοιμήσου!

Σμπιρολόι : κακολογώ, συκοφαντώ, κουτσομπολεύω εις βάρος κάποιου, φυτιλώνω. Λόγος που στοχεύει να επιφέρει πίκρα. (Καλό παιδί αλλά τού βάλενε σμπιρόλοα η άλλη και μούτρωσενε). (Εκφραση : σμπίρι μου και σμπίρι σου).

Στραβοκοντύλιασμα : άλγος στα κοντύλια γύρω από το λαιμό. (ρήμα στραβοκοντυλιάζω).

Σοδιαστικό : το μέρος, η αποθήκη, που φυλάσσονται η σοδιά, τα προϊόντα για κατανάλωση το χειμώνα.

Σοιλιακό : το κοιλιακό άλγος ή/και αυτά που συνεπάγεται.

Σότροπα ή σότριπα : ισορροπημένα, συμμετρικά, ευθυγραμμισμένα (ίσως από : με «ίσο τρόπο») (Το πιτακωτήρι να είναι σότριπα με το μάσκουλο ειδ' άλλως θα ξεφύγει και θα γίνει ζημιά).

Σουγλιά : οξύς πόνος σαν τρύπημα με σουβλί.

Σουνάρω (επί γαιδάρου) : κλωτσάω με τα πίσω πόδια. Όθεν το πρώτο ενικό σπανίως χρησιμοποιείται. Παράγωγο: ουσ. Σουνίδι.

Σουνίδι : Η κλωτσιά του γαϊδάρου με τα δύο πισινά πόδια. Κατ’ επέκταση σουνίδι είναι η πολύ δυνατή (από άνθρωπο αυτή τη φορά) κλωτσιά.(του τράβηξε ένα σουνίδι, τονε ξέρανε).

Σουρέλλο : είναι παντελόνι μεταξύ κοντού και μακριού, που καλύπτει μόλις το γόνατο.

Σούτης : Ορθιος, αυτός που είναι σε ετοιμότητα. Για τον καιρό : άπνοια (ο καπνός είναι σούτης, ανεβαίνει κατακόρυφα). Μεταφορικά αυτός που ενώ έπρεπε δεν έχει ακόμα κοιμηθεί. (Για δε ο Λευτέρης, σούτης, ακόμα να κοιμηθεί).

Σπηλιάδα : Ριπή ανέμου.

Σπορίζει : κάνει κρύο, κάνει ψύχρα. (Βόρρισε ο καιρός. Σπορίζει). (Με σπόρισε ο αέρας).

Σπορίζομαι : κρυολογώ. (Μην κάθεσαι στο ρεύμα. Θα σποριστείς).

Σταγκώνω : σφηνώνω, κολλάω κάπου από όπου δεν μπορώ να περάσω (από την αγγλική λέξη stuck). (Πήγανε να κατεβάσουνε τη ντουλάπα από τη σκάλα, δεν υπολογίσανε καλά το φάρδος της και στη μέση τους στάγκωσε).

Στεφάνια : το πολύ επικλινές αλλά ομαλό έδαφος, στο οποίο εάν έπεφτες δεν είχες από πού να κρατηθείς.

Στήλωσα : Συνήλθα, πήρα τα απάνω μου. (Του έκαμα μια ζεστή σούπα και στήλωσε).

Στήμα : όρθια πλάκα σε χτήμα που διαιρέθηκε που αποτελεί ένδειξη συνόρου. Σε χτήματα με μασές, υπήρχε ένα στήμα καθε δύο μασές περίπου. Τα στήματα είχαν προσωρινό χαρακτήρα μέχρι να κατασκευαστεί κανονικός τοίχος-φράκτης.

Στιμάρω : (ιταλ. stimare) εκτιμώ, διαχειρίζομαι καλά.

Στούπα : η επιδερμίδα αλλά και το τριχωτό της επιδερμίδας. (Εκανε τέτοιο ψώφο, πάγωσε η στούπα μου). (Τον είχα για πεθαμένο, με το που τον είδα, σηκώθηκε η στούπα μου, αναχιμίστηκα).

Στρέφω : δίνω σημασία ανταποδίδοντας χαιρετισμό, πρόταση λόγου κλπ. (χρησιμοποιείται μόνο με την αντίθετη έννοια: τον χαιρέτησε, αλλά αυτός δεν του έστρεψε). (Αλλά και με αρνητική σημασία) : επιστρέφω με δυσαρέσκεια (του έστρεψε τις προσκλήσεις, γιατί κάποτε τον είχε προσβάλει). (Να μη σας στρέψω το κέρασμα).

Στρήνα :  Χρηματικό ποσό που δίνεται δώρο από συγγενείς στα παιδιά, στην περίοδο των γιορτών του Νέου Ετους. Δεν έχει σχέση με τα κάλαντα όπου η αμοιβή συνήθως ήταν σε γλυκά και σπανίως σε χρήμα.

Συγκάθουρο : Κατακάθι στο καζάνι σε βαθύ βράσιμο σε γλίνα, στα χοιροσφάγια. Επίσης κατακάθι από επεξεργασία γάλακτος για κατασκευή βούτυρου. Μεταφορικά, άτομο κατώτερης κοινωνικής τάξης.

Συγκούρδουλοι : και κύρηδες (μπορεί και κούροι = άνδρες, γιοι) και δούλοι. Αφέντες και υπηρέτες. (Εκφραση : Συγκούρδουλοι Συφάμιλοι : όλοι οι σχετικοί. Στον αρραβώνα ήρθαν οι Φαλαγκάδες συγκούρδουλοι συφάμιλοι).
Σύλλαρδος : ο υπερβολικά παχύς.

Σύμουζος : ο καλυμμένος με μούζα (καπνιά) από την κορυφή μέχρι τα νύχια.

Συναλίκια (τα) : Δοσοληψίες, πάρε δώσε. (Ο Νικόλας έχει συναλίκια με τις Αποικιανοί).

Συνάμουργα (τα) : Τα τελευταία υπολείμματα από το στύψιμο της ελιάς. Αυτό που απομένει αφότου παρθεί το καθαρό λάδι δηλαδή μείγμα λαδιού, νερού και μούργας (λάσπης). (Από αφήγηση του κου Τάκη Στ. Πολέμη: Στην κατοχή ο πατέρας μου τα πήγαινε κάθε εβδομάδα για να παίρνει τα συνάμουργα (από τη βίδα του «Γιατρού») γιατί αλλιώς τα ’χανες.  Τα συνάμουργα τα στραγγίζαμε και παίρναμε το λάδι).

Συνοβγάζω : συνοδεύω στη έξοδο κάποιον που αποχωρεί.

Σύσκατος : πασαλειμμένος με κόπρανα. (Αλλαξε το μωρό, είναι σύσκατο, γι’ αυτό κλαίει τόση ώρα!).

Συσταζούμενος : Ο καθώς πρέπει, ο έχων καλούς τρόπους και προσόντα. Αυτός που μπορείς άφοβα να τον συστήσεις, να εγγυηθείς γι’ αυτόν.

Σύσταση : Η διεύθυνση του παραλήπτη σε επιστολή.

Συφάμιλοι : ολόκληρη η οικογένεια.

Σύχριστος : ο πασαλειμμένος (συν + χρίω)

Σφηνάρω : (επι υγρών) πετάγομαι με δύναμη. (Κοπάνησα την κεφαλή σε μία πέτρα και σφηνάριζε το αίμα ποταμός, είδα και έπαθα να το σταματήσω).

 

Τ

Ταραούρας : αυτός που ανακατεύεται σε ξένες υποθέσεις και τα κάνει άνω κάτω. (Τι τον έβαλες στη συζήτηση; Ενας ταραούρας είναι, καλά να πάθεις).

Τένεδο : Αντικείμενο χωρίς καλή κατασκευή και ως εκ τούτου εύθραυστο.

Τζελίρια, τα : τα έσοδα, τα εισοδήματα (τουρκ. gelir).

Τίβοτα : τίποτα.

Τιτίζα : νοικοκυρά που είναι ιδιαίτερα σχολαστική σε θέματα τάξης και καθαριότητας.

Τονε : το άρθρο «τον» με «ε» στο τέλος χάριν ευφωνίας. Τονε φώναξε. Τονε ξέρανε. αλλά και τονε άφησε, τονε έσβησε ιδίως για λέξεις που τονίζονται στην πρώτη συλλαβή.

Τραβάκα : η σοφίτα.

Τρακάρω : απαιτώ εξηγήσεις για δυσάρεστο συμβάν για το οποίο ευθύνεται ο ερωτώμενος ή πρόσωπο του στενού περιβάλλοντος του. (Η Ασημιώ με τρακάρησε για τα κουσέλια που είπε ο γιος μου για την εγγονή της).

Τράος : ο τράγος.

Τρικαμπάρι : ορθάνοιχτο, πενταπόλι. (Αφησε το σπίτι τρικαμπάρι).

Τρικό : (γαλλ. tricot) ανδρικό εσώρουχο, το φανελάκι.

Τριμογαζαρεύω : Τριγυρνάω δήθεν άσκοπα μπας και δω ή ακούσω κάτι ενδιαφέρον και επωφεληθώ. Παραμονεύω περιμένοντας την ευκαιρία να δράσω. (Τριμογαζαρεύει πότε θα σκωθεί  να της πάρει την καρέγλα).

Τρίσης, τρισιασμένος : ο καχεκτικός, ο ζαρωμένος. (Είναι ωραίος; Μπα! Ένας τρίσης είναι). (Μου έφερε κάτι τρισιασμένα αχλάδια, χάλια ήτανε, τα πέταξα).

Τρισόνι : το βαμβακερό ύφασμα που σκουπίζεις ότι έπλυνες με τον πινακοπλύτη. (προέρχεται από τη Γαλλική λέξη torchon = πιατόπανο).

Τρυγοπάτι : τρύγος και αμέσως μετά πάτημα των σταφυλιών (σε αντιδιαστολή με τον τρύγο και ακολούθως το λιάσιμο για μερικές μέρες των σταφυλιών πριν αυτά πατηθούν).

Τσάσκα : (ρωσ.  чашка ) φλυτζάνι.

Τσερογλιά η : δέντρο, η αγριοχαρουπιά ή η αγριοφυστικιά (?).

Τσίπουρα τα (πληθ.) : τα στέμφυλα.

Tσουκάλι : το δοχείο νυκτός (νεότερη ονομασία του ανατζαίου).

Τυποδεμένος : αυτός που έχει άψογη για την περίσταση εμφάνιση, που κρατάει δηλαδή τους Στενιώτικους τύπους εμφάνισης και συμπεριφοράς. (Ακόμα και στο μπάνιο κάποιος ή κάποια μπορεί να χαρακτηριστεί τυποδεμένος / η από το μπανιερό του / της και μόνο. Και πάντοτε βέβαια κατά την κρίση του χαρακτηρίζοντος. Ετσι μια κοπέλα με ολόσωμο μπανιερό μπορεί να χαρακτηριστεί συντηρητική από τους νέους, τυποδεμένη από τους γονείς τους ή "γδυμνή" από τους παπούδες / γιαγιάδες). (Να είσαστε πάντα τυποδεμένα μάτια μου). 

 

Φ

Φαλάγκι : Ξύλινο κυλινδρικό αντικείμενο (συνήθως από κορμό ή κλαδί σκληρού δέντρου) μήκους κατά μέσο όρο 30cm και πάχους 12cm με εγκοπή στο μέσον του για να γλιστρά η καρένα βάρκας ή μικρού καϊκιού όταν μεταφέρεται από τη θάλασσα στη στεριά ή ανάποδα. Η εγκοπή αλείφεται με στέατα ή άλλες λιπαρές ουσίες για καλύτερα αποτελέσματα.

Φαούδι : παιδί που η κακή του συμπεριφορά (άτακτο, ανυπάκουο, κουραστικό στη διαπαιδαγώγηση) σε φθείρει.

Φάουσα : (αρρώστια) ο καρκίνος.

Φιλιόσος : ο βαφτισιμιός.

Φλορίντα : δημοφιλής μεταξύ των Στενιωτισσών αμερικανική κολόνια (Florida Water, Eau de Cologne ).

Φουβού : η φουφού.

Φουντάνα, η : (ιταλ. κρήνη) ροή νερού ή υγρού που τρέχει με μεγάλη ποσότητα.

Φούο ή Φούι : (μάλλον από την Ιταλική λέξη fuoco : φωτιά) η τρύπα στο μάσκουλο που περνούσε το φυτίλι. (Δεν είχε δέσει διπλό κόμπο το φυτίλι και τα πέταξε όλα από το φούο).

Φουρκίζομαι : αγανακτώ

Φουρνέλο : Μαγειρικό εργαλείο, είδος εστίας για κάρβουνα και ενίοτε για ξύλα. Εχει σχήμα αντεστραμμένης κόλουρης πυραμίδας (πλευρά πάνω τετραγώνου 20 - 25 cm). Τα πλαϊνά τραπέζια είναι μαντεμένια. Η μεγάλη βάση δεν υπάρχει και σε αυτήν ακουμπάνε τα τηγάνια, κατσαρόλες, χύτρες κλπ. Η μικρή βάση είναι στη ουσία είδος σχάρας στην οποία ανάβουν τα κάρβουνα. Η σχάρα επιτρέπει στα κάρβουνα να αερίζονται και έτσι να δυναμώνει η φωτιά και από αυτήν να πέφτουν οι στάχτες. Το φουρνέλο στηρίζεται αριστερά δεξιά σε πέτρες και η μικρή (κάτω) βάση απέχει 5-8 cm από το έδαφος.

Φουρνοκότι : το εργαλείο με το οποίο οι φουρνάρηδες μέριαζαν τις στάχτες

Φουρνός : ο φρύνος

Φουρνοφάισσα : είδος φιδιού που τρέφεται και με φρύνους.

Φουρτούνα : η κακοτυχία, μη αναμενόμενο γεγονός, η αρνητική εξέλιξη των πραγμάτων για κάποιον.

Φουρτουνιάζομαι : υφίσταμαι τις συνέπειες φουρτούνας με την παραπάνω έννοια. (Φουρτουνιάστηκα όταν έμαθα ότι ήπεσενε η παραβολή).

Φούσκουδος : ο πολύ βρεγμένος. (Θα αλλάξω τις πάνες του μωρού, είναι κατουρημένο φούσκουδο).

Φραγκοκόρακας : η βιολέτα.

Φτελώνομαι : βρίσκομαι κάπου που δεν μπορώ ούτε να ανέβω ούτε να κατεβώ. (Πήγε να κόψει δρόμο αλλά φτελώθηκε στη μέση του ντριαδιού).

Φυσαροκοπώ : φυσάω συνεχώς και με ένταση (έκφραση για καιρικές συνθήκες). (Τρεις μέρες φυσαροκοπά, αδύνατο να απλώσεις τα ρούχα).

Φυτιλώνω : υποδαυλίζω. Εκφέρω λόγο που στοχεύει να επιφέρει πίκρα. (Του έβαλε φυτίλια για τη αρραβωνιαστικιά του).

 

Χ

Χαλικωτή : άγριο χόρτο του βουνού, μακράν το πιο δημοφιλές στις Στενιές (αγκιναρούλα ή και καρυδούλα).

Χάπατο : βλάκας, ηλίθιος. (σ’αυτό το χάπατο έδωσες το αμπέλι σου;).

Χαρχαλεύω : κάνω μικρής έντασης, ήπιο θόρυβο. (Σταμάτα να χαρχαλεύεις, με ενοχλείς). Το χαρχάλεμα λέγεται σε θορύβους π.χ. ερπετών που κινούνται πάνω σε ξερά φύλλα, σε παιδιά που 'χαρχαλευανε' προσεχτικά για να μην τα πάρουνε είδηση κλπ.

Χατάς : (τουρκ. hatas : αποτυχία) ο σκανταλιάρης, ο ζημιάρης, αυτός που κάνει λάθη.

Χλιάρα : ο ζεστός αέρας (που βγαίνει όταν ανοίγει ένα φούρνος, της κουφόβρασης κλπ).

Χρεία : ανάγκη.

Χοιρινά : λουκάνικα, λούζες, λαρδιά σε γλίνα, γενικά ότι παράγεται στα χοιροσφάγεια. (Του έστειλε με το πλήρωμα ένα ντενεκέ χοιρινά, τη χαρά που έκαμενε).

Χούλιαμπας : βάρκα μεγάλη σε πλάτος για μεταφορά εμπορευμάτων.

Χόχλακας : άσπρο πέτρωμα, μάρμαρο με προσμίξεις χαλαζία, αλάβαστρου κλπ. σε φυσική μορφή.

Χοχλάκι : βότσαλο από χόχλακα.

 

Ψ

Ψοφολοώ : κοιμάμαι (εντελώς απαξιωτικά). (Ψωφολοά ο αχαΐρευτος, λες και κουράστηκε από την πολλή δουλειά).

Ψόφιος : ο εντελώς φτωχός. (Μυαλό δεν έχει! πήγε και πήρε μια ψόφια και να πεις ότι είναι καλή ή όμορφη, πως).

Ψώφος : ο πολύ κρύος καιρός και αέρας. (Που πας γδυμνός μ’ αυτό τον ψώφο; θα πλευριτωθείς.)

 

πρώτη σελίδα

επιστροφή

 

 

 

 

Στενιώτικες λέξεις και εκφράσεις

 

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας προήλθε από τη συνεργασία φίλων του ιστότοπου www.steniotes.gr σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

 

Ορισμένες λέξεις απαντώνται και εκτός Στενιών. Εχουν καταγραφεί διότι χρησιμοποιούνται από τους Στενιώτες αποκλειστικά αντί άλλων καθιερωμένων λέξεων που είναι πανελληνίως γνωστές.

Στα παραδείγματα ακολουθείται η Στενιώτικη σύνταξη. Οι υπογραμμισμένες λέξεις στα παραδείγματα υπάρχουν στο γλωσσάρι.

 

επιστροφή

Σελίδα 1: Α - Δ           Σελίδα 2: Ε - Κ          Σελίδα 3: Λ - Μ        Σελίδα 4: Ν - Ρ           Σελίδα 5: Σ - Ω          Σελίδα 6: Εκφράσεις