Ε

Εγκωσα : Εχει ρίζα τη λέξη "όγκος" και υπονοεί την αύξηση του όγκου του στομάχου αρκετά πέραν του φυσιολογικού κατόπι γενναίας κατανάλωσης φαγητών, ιδίως δύσπεπτων. Φούσκωσα, έχω φούσκωση. (Δε θέλω άλλο φαγητό θεία, έχω γκώσει!).

Εδωπαδάνα : Εδώ πάνω.

Εμπας (το) : ανοιγμα, είσοδος.

Εμπατή : Ανοιγμα σε τοίχο χτήματος, διάβαση για να περνούν άνθρωποι και ζώα . Συνήθως φράσσεται με κλαδιά ή με μακελίνη.

Εννιάς, ο : Το μεγαλύτερο από τα εννέα τσούνια.

Επίλοιποι : οι υπόλοιποι. (ακούγεται σε ευχή) (Και στων επιλοίπων οι αρραβώνες Κώστα και γρήγορα!).

Επιμόνως : επί τούτου, ειδικά για το σκοπό αυτό. (Εχω ένα μπουγέλο επιμόνως για να κουβαλώ τα κάρβουνα).

Eργατα (τα) : (πληθ.) οι σκανδαλιές. (Κάποια από τα έργατα που κάναν τα παιδιά ήταν να ρίχνουν αλάτι στο μαγκάλι ή στο τζάκι για να γεμίσει το σπίτι με καπνούς και στάχτες).

Ερωτας : (βλ. και σχετική έκφραση και εκτός των άλλων) το ραβασάκι. (Η μάνα της τη σακάτεψε όταν έμαθε ότι κουβάλαγε τους έρωτες της ξαδέλφης της).

Ετουλας : το πετροκούναβο (martes foina) . (Προχτές μπήκε έτουλας στην κάθηκα και μου έπνιξε ούλες τις κότες και τον πετεινό). Για να διαβάσετε περισσότερα (κείμενο του αρχιτέκτονα ερευνητή Νίκου Βασιλόπουλου) διαβάστε εδώ.

Εφεξα : (συναντάται στο αόριστο και στον μέλλοντα). (Εφεξα, το σώμα μου είναι τόσο λεπτό από την πείνα που αν βάλεις λάμπα από πίσω μου, το φως της το περνάει!) (Θα φέξεις! : Θα αδυνατίσεις υπερβολικά!)

 

Ζ

Ζαβάκος : ο έχων νοητική στέρηση.

Ζαβοκαλή : καλογάγαθη, αλλά και με κάποια ελαφρά νοητική στέρηση.

Ζαβουλός : ο έχων νοητική στέρηση, αλλά όχι στο μέτρο του ζαβάκου.

Ζαγλίκι : το χαστούκι. (Με τις κουβέντες που του είπε, το ζαγλίκι δεν το γλύτωσε).

Ζαΐφης : ο αρρωστιάρης

Ζαμπαράς : ο μοιχός, κατ επέκταση ο ερωτύλος, ο μουρντάρης.

Ζάρα : Μεγάλο πιθάρι, εξωτερικά με αυλακώσεις, στο οποίο βάζουμε φαγώσιμα για φύλαξη. Εσωτερικά έχει στιλπνή επάλειψη, για την προστασία του προϊόντος (κρασιού, λαδιού κ.λπ.).

Ζαρολοώ : αποτραβιέμαι σε μια άκρη διακριτικά για να αποφύγω τα χειρότερα. (Τα κατάλαβα πως κάποια καλαφασάδα ήκαμενε, ήρθε νωρίς νωρίς και ζαρολόησε στην κάμαρη του). Βρίσκω καταφύγιο. (Είχε τέτοιο ψώφο που όλοι είχαν ζαρολοήσει στα σπίτια τους).

Ζάρω : τριγυρνώ (απαντάται μόνο στον αόριστο - κατά πάσα πιθανότητα έχει την ίδια ρίζα με το ρήμα ζαρολοώ). Που ζάρατε χτες; = που τριγυρνούσατε χτες;

Ζένω : ζέχνω, βρομάω, όζω δυσάρεστα.

Ζία (η) : η αντεριά, τα έντερα ενός ζώου.

Ζίνα : ο χρυσοκάνθαρος (η χρυσόμυγα).

Ζιχούνι : το άσθμα.

Ζντράλη : Ζαλάδα.

Ζντράνια : πράγματα που βγήκαν στη μέση, συνήθως μαγειρικά σκεύη, κουζινικά. (Τα αρωματικά έλαια του δεντρολίβανου που απελευθερώνονται στο ψήσιμο δίνουν μια ευχάριστη μυρωδιά τόσο στα κρέατα του κουφαριού, όσο και στην ατμόσφαιρα της κουζίνας όση ώρα θα μαζεύουμε και θα πλένουμε τα ζντράνια).

Ζορζοβιλαίοι : οι σατανάδες, οι διάβολοι (από τη λέξη Βελζεβούλ για τον διάβολο). (Νά είστε καλά παιδιά γιατί θα έρθουν οι Ζορζοβιλαίοι και θα σας πάρουν).

Ζούρης, ζούρικος : ο μικροκαμωμένος, ο πιο κοντός από το κανονικό.

Ζυγιά (η) : Οργανοπαίκτες (συνήθως δύο), με τα μουσικά τους όργανα (βιολί - σαντούρι). (Λεγόταν και παιχνίδια). (Στους αρραβώνες της κόρης μου θα φωνάξω την καλύτερη ζυγιά).

 

Θ

Θαρρώ : νομίζω. (Θαρρώ πως τον είδα προχτές στην πλατεία, α μα δεν είμαι και πολύ σίγουρος).

Θαρρεύομαι : εμπιστεύομαι. (Δεν τονε θαρρεύομαι, καμιά φορά λέει και ψευτιές).

Θεμέλιο : το κενό μεταξύ τοίχου της οικοδομής και παραβολής υπερκείμενου εδάφους. Αυτό το κενό (πλάτους 50 - 100cm) εμποδίζει την υγρασία να περάσει στην οικοδομή.

Θε να πάω, αλλά και Θε λα πάω : επρόκειτο να πάω.

Θουρίδα : θυρίδα. εσοχή σε τοίχο για τοποθέτηση αντικειμένων, αντίθετα με το ράφι που προεξέχει.

Θραβαλικό : έντονος, παρατεταμένος και ενοχλητικός θόρυβος. (Δεν ησύχασα το μεσημέρι, τα εγγόνια μου κάνανε ένα θραβαλικό παίζοντας με ντενεκέδες, δε μπορείς να φανταστείς!).

 

Ι

Ίδρωτας : ο ιδρώτας. (Κρύος ίδρωτας με κανάλισε).

Ικράμια : (τα, συναντάται στον πληθυντικό) από την Τουρκική λέξη Ikram που σημαίνει θεραπεία. Ικράμια συνεκδοχικά, οι περιποιήσεις. (Τους έκανε τα ικράμια : τους περιποιήθηκε, τους τρατάρισε).

Ιμελο : ο βλάκας. (συντάσεται πάντοτε στο ουδέτερο γένος). (Μη τον θαρρεύεσαι για καμιά σοβαρή δουλειά. Ενα ίμελο είναι).

Ισκα : είναι το ειδικό προσάναμμα για φωτιές. Από καμένο κουρελάκι συνήθως. Εύθραυστο αλλά αρπάζει με το παραμικρό. Για να κανείς ίσκα έπρεπε να κάψει ένα άσπρο πανί και πριν γίνει στάχτη να το σκεπάσει με ένα καπάκι για να σβήσει η φωτιά. Αυτό το καρβουνιασμένο πανί ήταν η ίσκα. Με ένα κομμάτι από ατσάλι το λεγόμενο πυριόβολο χτυπούσαν ένα χόχλακα και η σπίθα που παράγονταν άναβε την ίσκα και μετά άναβαν το τσιγάρο ή το φρύγανο.

 

Κ

Κα βρε : όπως το βρε, αλλά δείχνει περισσότερη οικειότητα και απευθύνεται από μεγαλύτερο προς μικρότερο. (Κα βρε Γιάννη πότε πήες τελευταία στον κουρέα?).

Καβανόζι : τουρκ. kavanoz < μεσαιωνική ελληνική γάβενον (αντιδάνειο) πήλινο ή γυάλινο σκεύος με καπάκι, σαν κοντό αλλά φαρδύ μπουκάλι ή φιάλη, όπου οι νοικοκυρές φύλασσαν σε μικρές ποσότητες γλυκά του κουταλιού ή τουρσιά.

Καβατζάρω : περνάω κάβο (ακρωτήριο) στη θάλασσα. Πιο συχνή η μεταφορική του σημασία : ξεπερνώ κάποια δυσκολία ή κάποιο όριο. (Αγέραστος ο Δημήτρης. Καβατζάρησε το ογδόντα μα φαίνεται δέκα χρόνια νεότερος).

Καβέσα : (ισπαν. cabeza) η κεφαλή. (Απαντάται και σαν Γκαβέσα).

Καβουλεύτηνε :το παραδέχτηκε, πείστηκε

Κάθηκα : το κοτέτσι. (Μπήκε ένας έτουλας στην κάθηκα και έπνιξε όλες τις κότες).

Καϊλεύομαι : αντέχω, ξεπερνώ δυσάρεστη κατάσταση. (Αυτό που έκαναν του Κώστα δεν το καϊλεύτηκε και είναι στενοχωρημένος. Του έπεσε βαρύ. Δεν το άντεξε).

Κακάβι : όπως Γκρέθι, (χλευαστικά) ο ορεσίβιος Αρβανίτης.

Κάκαρο : το καμένο μέρος του φυτιλιού λάμπας πετρελαίου η φαναριού λαδιού κλπ που γινόταν σκληρό, δεν μπορούσε να καεί πια και εμπόδιζε την καλή καύση του καυσίμου... Επίσης το σιχαμερό στερεό απόβλητο της ανθρώπινης μύτης.

Κάκκαβα (τα) : μεγάλα καρφιά με γάντζο (σε σχήμα Γ), τοποθετημένα στα δοκάρια (κυπαρίσσια) της στέγης, από τα οποία κρεμούσαν τις καλαμωτές στις οποίες εξέτρεφαν τους μεταξοσκώληκες για την παραγωγή του μεταξιού. Επίσης σε κάκκαβα στουςτοίχους κρεμούσαν κάδρα, κουρτινόξυλα κλπ. (Το κακκάβο να μπει βαθειά στον τοίχο, ειδεμή άμα φύγει θα γίνει κομμάτια ο καθρέφτης).

Κακοβέσουλος : ο κακοφτιαγμένος (vessel : σκάφος αλλά και δοχείο). Σαν κακοφτιαγμένο καράβι που δεν είναι αξιόπλοο.

Κακόμα : Λέξη που χρησιμοποιείται για να αποσπάσει την προσοχή. (Κακόμα κοιμάται ο προκομμένος; Πότε θα σκωθεί να πάει στη Χώρα;)

Κακοφέγγου : το χρονικό διάστημα μεταξύ νέας σελήνης και πανσελήνου (μισός σεληνιακός μήνας), το οποίο θεωρείται δυσμενές για ορισμένες εργασίες, ιδιαίτερα τις γεωργικές. (Τι σ έπιασε να κλαδέψεις κακοφέγγου, δεν είχες υπομονή δυο μέρες ακόμα;).

Κακοφορμίζω : μολύνομαι (επί πληγής). (Τρυπήθηκα από μια μπιούνα και μετά δυο μέρες η πληγή κακοφόρμισε).

Κακοχράχει : κακό χρόνο ναχει. (Κακοχράχει και ψυχρό ο αφορεσμένος, με αλεχτόριασε).

Κακοψύχη (η) : Οι αδιαθεσιες κυρίως πρωινές, κατά την διάρκεια της κύησης .

Καλαμπουρδάνα : η (τεράστια και στρογγυλή) κολοκύθα.

Καλαφασάδα : σκανδαλιά (από πρόθεση), μικροζημιά (από άγνοια ή αδεξιότητα). (Την ήκαμενες τη καλαφασάδα σου).

Καλλιβρούσης : ο καλικάντζαρος.

Καλοδικός : καταδεκτικός, πρόσχαρος, δεκτικός.

Καλοπάθι : η ευφορία ενός δένδρου, η καλή ανάπτυξη ενός φυτού. (Η λεμονιά μου φέτος είναι καλοπάθι, κοντεύουν να σπάσουν τα κλαδιά της από τα λεμόνια). Επίσης για χτήμα : αυτό που είναι σκαμμένο, οργωμένο, περιποιημένο, με δέντρα και φυτά σε ανάπτυξη ή έτοιμο να φυτευτεί με δέντρα και φυτά.

Καλοπορεύω (καλοπορεύομαι): τα βρίσκω όλα κατ ευχήν, όπως τα περίμενα, χωρίς απρόσμενα. (σπανίως χρησιμοποιείται έτσι, συνήθως ευφημισμός, ακούγεται ειρωνικά: Πήρε ξένο και καλοπορεύτηκε. Δεν έβαλε ζακέτα και καλοπόρεψε με τόσο κρύο!).

Καλοπραγμένος : με καλούς τρόπους, ευγενής. Αλλά και σε οικόσιτα ζώα, για παράδειγμα: ένας καλοπραγμένος σκύλος : ένα ντρεσαρισμένος σκύλος!

Καλοφέγγου : το χρονικό διάστημα μεταξύ πανσελήνου και νέας σελήνης (μισός σεληνιακός μήνας), το οποίο θεωρείται ευνοϊκό για ορισμένες εργασίες, ιδιαίτερα τις γεωργικές. (Για να σου βγει καλό το μπαστούνι πρέπει να κόψεις το κλαδί που θα το φτιάξεις καλοφέγγου).

Καλυβώνω : Ξεγελάω. (Τον καλύβωσε και του το πήρε κοψοχρονιάς).

Κάμα : (διστακτικός σύνδεσμος) Μήπως, άραγε. (Κάμα θα ρθει;).

Καμπανός : κάποιος που φοράει κάτι από πάνω (ποδιά) και τίποτα από τη μέση και κάτω. (από το παρεπώνυμο του Νικολάου Λιν. Μάνεση που δεν είχε σώας τα φρένας και περιεφέρετο με αυτόν τον τρόπο).

Καμπί : επίπεδο, μικρό (σε αντιδιαστολή με τον κάμπο) αλλά μεγαλύτερο από μια μασά, κτήμα. (Στο καμπί του Πετράκη ρίχνουν τα μάσκουλα).

Κάνα (η) : σκληρή βρωμιά, ιδίως στους άκρους πόδες, η οποία χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα για να απομακρυνθεί.

Καναλίζω : (επί υγρών) πέφτω κατακόρυφα, όπως το νερό σε μια υδρορροή (κάναλο). (Κρύος ίδρωτας τον κανάλισε όταν κατάλαβε τι έκαμενε).

Κάναλος : η υδρορροή. (Τα αφορεσμένα καθόντανε κάτω από τις κανάλοι για να γίνουνε μούσκεμα από τη βροχή).

Κανάτι : το παντζούρι.

Κάνε : άκλιτο μόριο με την έννοια του λοιπόν, τότε κοκ. (Αμα δεν ήτανε έτουλας, τότε κάνε τι ήτανε;).

Κανί : πόδι (συνήθως ισχνό).

Καντάρι : δεκαπλασιαστική ζυγαριά για μεσαία έως μεγάλα βάρη, με γάντζο για να κρέμεται από κάπου (π.χ. κλαδί δέντρου) και γάντζους για να κρατούν το υπό ζύγιση αντικείμενο (π.χ. ένα σφαγμένο αρνί, τσουβάλι κάρβουνα κλπ).

Καντήλα : λάδι που επιπλέει στην επιφάνεια νερού ή φαγητού. Λεκές από λάδι. Κάποιο είδος δερματικού εξανθήματος.

Καντηλώνω : έχω απλανές βλέμμα (από νύστα κλπ.). (Την ώρα που του μίλαγε αυτός είχε καντηλώσει και σε άλλα είχε το νου του).

Καντούνι : Ο ακρογωνιαίος λίθος στην οικοδόμηση ενός σπιτιού, η πρώτη πέτρα στη θεμελίωση. Επίσης η γωνιά προς εξωτερικό τοίχο ενός δωματίου.

Καντσέλια (τα) : το λούνα πάρκ. (Αν είσαι φρόνιμο παιδί, όταν θα πάμε πέρα, θα σε πάω στα καντσέλια).

Καπάντζα : παγίδα (φάκα) κατασκευασμένη ώστε να αιχμαλωτίζει ζωντανό τον ποντικό. (ίσως από τουρκ. kapanca : καταπακτή).

Κάπασος : το πάνω μέρος της καπνοδόχου. Τις περισσότερες φορές από κεραμικό υλικό.

Καπίτουλας : ο έχων νοητική στέρηση, αυτός ο οποίος δεν έχει πλήρη συναίσθηση των πράξεων του (από το παρεπώνυμο του Λευτέρη Ιω. Καρυστινού).

Kαπούσος : Ζαβός, βλάκας

Καργιάτι : προσπάθεια που εμπεριέχει δυσκολία ή και δύναμη (Αντε, ένα καργιάτι να σύρουμε τη βάρκα. Κάμε ένα καργιάτι να τελειώσεις τις εξετάσεις σου και μετά θα παίζεις όλη μέρα).

Καρέγλα : η καρέκλα.

Καρέγλι : το καρεκλάκι.

Καρύκωσα : έπνιξα (ή άρπαξα) κάποιον σφίγγοντας του το λαιμό στο καρύδι (μήλο του Αδάμ). (παθητ. φωνή Καρυκώθηκα).

Καρκαλέντζος : ο καλικάντζαρος

Καρούτα (η) : Παλαιό αντικείμενο, συνήθως μηχάνημα (αυτοκίνητο, ρολόι, αντλία κλπ.) που βρίσκεται στα τελευταία του και δουλεύει με θόρυβο. Μεταφορικά είναι χαρακτηρισμός και για άτομα.

Κασαβέτι : (τουρκ. Kasavet) η στεναχώρια. (Μη βάζεις κασαβέτι, θα γυρίσουν τα πράγματα).

Κάσαλο : Στραπατσαρισμένο.

Καταμούχαρο : η σκοτεινιά που οφείλεται σε χαμηλή νέφωση σύννεφων που επιφέρουν ισχυρή βροχόπτωση.

Κατάπουντα : (επίρρ.) από τη μεριά της θάλασσας, ακριβώς μπροστά από μια πούντα (κάβο, ακρωτήριο). (Ο αέρας μου πήρε το καπέλο όταν είμαστε κατάπουντα στο φανάρι της Γρηάς).

Κατατράμπουρο : ισχυρή καταιγίδα.

Κατελώ : (καταλύω) φθείρω με τη χρήση (σε ρούχα, υποδήματα). (Δυο μήνες τα ΄χει τα λουστρίνια, τα κατέλυσε κιόλας).

Κατζουρίδα : απλό γεωργικό εργαλείο, από ίσιο κλαδί δέντρου που στη πιο χοντρή άκρη του έχει κρατηθεί διχάλα της οποίας το άλλο σκέλος έχει κοπεί στα 10 - 15 cm. Με την κατζουρίδα μπορεί κανείς να τραβήξει κλαδιά προς τα κάτω για να μαζέψει φρούτα. Φωτογραφία.

Κατζουρός : Κυρτός, γαμψός. (Ο γαμπρός του είναι κατζουρομύτης).

Κάτια (τα) : (βλ. εκφράσεις).

Κατουμίζω : χαμηλώνω σε ένταση. (Η φωτιά κατούμισε, βάλε κανένα λάινο στη σόμπα). (Ο αέρας κατούμισε, μπορεί και να κάνει καλοσύνη αύριο).

Κατσαμουρέλι : χλευαστικός χαρακτηρισμός κακομούτσουνου, κακοζωισμένου, υποσιτισμένου, μικροκαμωμένου ανθρώπου.

Κατωπόδαρα : (επίρρ.) Τρόπος που κοιμούνται δύο ή περισσότεροι στο ίδιο κρεβάτι για να εξοικονομήσουν χώρο, εναλλάξ το κεφάλι του ενός δίπλα στα πόδια του άλλου.

Καυγαλαντίζω : καυγαδίζω.

Καυκί : μονάδα όγκου για σιτάρι και ελιές. Ο όγκος ενός γκαζοντενεκέ (20 λίτρα). (Σε άλλα μέρη του Αιγαίου 1 Κοιλό (sic) = όγκος 24 οκάδων δημητριακών = 2 καυκιά). Κατά τον ιστορικό Δημήτρη Ι. Πολέμη κάθε καυκί αντιστοιχεί σε 12 κιλά ελιές, ενώ 14 καυκιά αποτελούσαν 1 στάμα." (Απόσπασμα) "Η Ελιά στην Άνδρο", (14 Νοεμβρίου 2017). Κατά τον κο Νίκο Κων. Αντώνογλου το στάμα υπολογίζονταν ανάλογα με την χωρητικότητα της βίδας. Τα λιοτρίβια στις Στενιές υπολόγιζαν το στάμα επτά καυκιά.

Καφάς : στο παιχνίδι με τα γυαλένια ήταν μεγαλύτερος στη διάμετρο από τα υπόλοιπα και καμιά φορά σιδερένιος, από ρουλεμάν. Ηταν αυτός που χειριζόταν ο κάθε παίκτης, και ο οποίος δεν κανονικά δεν μεταβιβάζονταν.

Κειδάνα : Εκεί δα, εκεί.

Κέλλα : λιθόκτιστο (και κατά κανόνα ασουβάντιστο) μικρό κατάλυμα για ζώα. (Τον τράο, που δεν αντέχεται η τραΐλα του, τον έχω σε κέλλα στον Πλάτανο).

Κλαβανή ή γκλαβανή : (σλάβικο: glavani) η καταπακτή, το πορτάκι στο (ταβάνι / πάτωμα) για είσοδο / έξοδο από το ένα πάτωμα στο άλλο (ή σε τραβάκα).

Κλείσμα και Κλεισμάτα : Αγονο χωράφι, χωρίς μασές!

Κνώδαλο : Απαξιωτικός χαρακτηρισμός για άτομο που θεωρείται ανάξιο, περιθωριακό, ασήμαντο, τιποτένιο, χαμηλής νοημοσύνης κλπ.

Κοκόνα ή Κοκώνα : (προέρχεται από τη ρουμανική, cocoană, θηλυκό του cocon (γιος, νέος) και είναι) προσφώνηση αριστοκράτισσας γυναίκας.

Κόλα (τα) : (συνήθως συναντάται στον πληθυντικό). Αποσκευές. Οχι μόνο βαλίτσες αλλά και κοφίνια, καλάθια, τσάντες, κούτες, σάκοι κλπ. το καθένα με το πανώγραμμα του. (Η γιαγιά μου όποτε ταξίδευε κουβαλούσε τουλάχιστο μια ντουζίνα κόλα. Ποτέ της όμως δεν έχασε κανένα).

Κολλαΐνα : (ιταλ. collo είναι ο λαιμός, collana το κολιέ, το περιδέραιο). αρμαθιά σαν περιδέραιο με διάφορα ομοειδή αντικείμενα (π.χ. ορνούς που τους πετάνε σε συκιές για επικονίαση, κολοκυθόδωρα για να φαγωθούν τον χειμώνα, τσίρους κλπ...)

Κολοκυθόδωρα : αποξηραμένα κολοκύθια (αλλά και άλλα ζαρζαβατικά) κομμένα σε ροδέλες , περασμένα σε κολλαΐνες! Το χειμώνα τα μουσκεύανε σε νερό (όπως τα ξερά κουκιά) και τα μαγειρεύανε.

Κολόπι : πολύ λεπτό, αραχνοΰφαντο φύλλο ανοιγμένο με μασόξυλο. Χρησιμοποιείται στα καλτσούνια, μπακλαβάδες κλπ.

Κολοσαυρίδα : η μικρή κοινή σαύρα.

Κόλπος : το καρδιακό επεισόδιο.

Κομμάτι : έχει και την έννοια της λέξης λίγο. (Ροκάνισε κομμάτι τις σκλέζες μη τρυπηθεί κανείς).

Κόμοδο : (Χρησιδάνειο από την Ισπανική : comodo). Ανετο, βολικό, εύχρηστο.

Κοντολοώ : μιλάω με λίγα λόγια, λακωνικά. Επίσης κοντεύω να τελειώσω. (Ο εσπερνός κοντολοεί, δε θα προκάμεις). Κοντολοΐς = εν συντομία!

Κοντομύρι : σιδερόβεργα που κρατούσε σε κλειστή θέση το ένα από τα δύο φύλλα δίφυλλης πόρτας. (γαλλ. contre le mur). Το ένα άκρο ήταν περασμένο σε κρίκο στερεωμένο στον τοίχο, ενώ το άλλο έμπαινε σε ειδική υποδοχή στην πόρτα. Φωτογραφία.

Κόντρα : η εφελκής, η σκληρή εσχάρα δέρματος στο σημείο επούλωσης τραύματος. (Μη σκαλίζεις την κόντρα, θα ξανανοίξει η πληγή).

Κοντύλια : η περιοχή του σώματος μεταξύ όμως και λαιμού. (Εσκωσα τον εγγονό μου από τα Γιάλια στο σπίτι, πιαστήκανε τα κοντύλια μου).

Κόπικας : κακό προαίσθημα που με κάνει διστακτικό .

Κοπροφάης : αυτός που τρώει όλα τα φαγητά χωρίς διαλογή ή προτιμήσεις.

Kόσινας : (από το κότινος) αγριελιά.

Κοτόμπα : φθείρα του εφηβαίου. (Απαντάται και σαν λιγκούνι).

Κουλαντρίζω : (τουρκ.) χειρίζομαι με επιτυχία, κουμαντάρω.

Κουλουμουντάρα : πτώση στο έδαφος προς τα εμπρός μετά από απώλεια ισορροπίας. (Αλλά και μέρος πονηρής πρότασης: Ορσαλία είσαι να κάνουμε κουλουμουντάρες;)

Κούμουλος :

Κούμουντρο : το ογκώδες αντικείμενο. (Εβαλες αυτό το κούμουντρο μεσ τη μέση και δεν μπορούμε να περάσουμε).

Κουμπάνια : Τα αποθηκευμένα τρόφιμα σε πλοίο για τις ανάγκες του πληρώματος. Κατ' επέκταση το φαγητό που κουβαλάει κάποιος για να φάει εκτός σπιτιου π.χ. στο ψάρεμα, σε ολοήμερη δουλειά σε χτήμα κλπ. (ιταλ. compagnia). (Σου έκαμα κουμπάνια με κολοκυθοφουρτάλια και ντομάτες να πάρεις μαζί σου στο ψάρεμα).

Κούνα : ανθοδέσμη κωνικού (εξ του οποίου και το όνομα) σχήματος

Κουντούκι : Κουντούτο. (Στραβοπάτησα και έπεσα στο κουντούκι. Να καθαρίσεις το κουντούκι, αύριο ποτίζουμε).

Κουντούτο : Νεχυτός (οχετός), μικρό κανάλι. (η λέξη έχει λατινική ρίζα conduti).

Κουντουρντίζω : γλεντάω με τόπο υπερβολικό, ξεσαλώνω (από την τουρκ. kudurmak = λυσσώ). Ξελυσσάω.

Κουρούπι : μικρό πήλινο δοχείο, μικρότερο από μια μπουρνιά (το μεσαιωνικό κορύπιον, αρχαία κορύπη).

Κουσέλι : η σπερμολογία, η κακολογία, το κουτσομπολιό.

Κουσουμάρω : χρησιμοποιώ, ξοδεύω (αγγλ. consume)

Κουσούνα : η κούκλα (που παίζουν τα κορίτσια).

Κουσουνάδα : το χόρτο από το οποίο βγαίνει η παπαρούνα. (Χρησιμοποιείται στη μαγειρική για χορτόπιτα).

Κουτάλα : (ανατομικά) το οστούν ωμοπλάτη.

Κουταλάκια : (στο ζωικό βασίλειο) οι γυρίνοι. (οι γούρνες στον Καραβά ήτανε γεμάτες γυρίνοι).

Κουταλομαζεύω : σηκώνω ενστικτωδώς τις κουτάλες (ωμοπλάτες) μου σαν αντίδραση στον ψυχρό καιρό, εξαιτίας ελαφρού για την περίσταση ντυσίματος. Αλλά και όταν έχω ρίγη, σημάδι μιας επερχόμενης αρρώστιας.

Κουτρούλης : ο αξιολύπητος. (σημ. αλλού, Κουτρούλης, από τη λέξη κούτρα = κούτελο, σημαίνει φαλακρός). (Που να τα βρω τα λεφτά η κουτρούλα να κάνω τέτοια λούσα).

Κουτρουλό : επιτιμητικός χαρακτηρισμός σκανταλιάρικου παιδιού. (Κάνανε τέτοια φασαρία τα κουτρουλά, μάτι δεν έκλεισα).

Κουφό : ο έτουλας. Από πρόληψη για να μην ακουστεί το όνομα του οπότε θα νόμιζε ότι το καλούσαν. (Αντε κλείσε την κάθικα μην μπει το κουφό και πνίξει τις κότες). Λέγεται και για άλλα ζώα π.χ. φίδια και γενικά για τα εξορκισμένα.

Κουφοδρόμιασμα : δερματική ασθένεια, μυκητίαση στά νύχια των ποδιών.

Κοψιά : πρόχειρη κατασκευή (συνήθως μια πέτρα τυλιγμένη σε ένα τσουβάλι) για αλλαγή παροχέτευσης του νερού σε διακλάδωση μέσα σε ένα νεχυτό

Κράι : το δυνατό κρύο. (Μ αυτό το κράι, λίγο να κρατήσει ακόμα, θα καούν οι λεμονιές).

Κρεασωδάκωμα, κρεασοδακώθηκα : ο μυϊκός σπασμός, το νευροκαβαλίκευμα. (Με φύσηξε και κρεασοδακώθηκαν τα κοντύλια μου).

Κρεβατή : πρόχειρη συνήθως κατασκευή σαν υπερυψωμένη σχάρα, ώστε από αυτή να κρέμωνται κάποια συγκεκριμένα αντικείμενα. Πιο συνηθισμένη χρήση η κρεβατή για το κάπνισμα των χοιρινών. (Χοιρινά είναι συνολικά τα λουκάνικα, λούζες, λαρδιά κλπ).

Κρηπάρω : (επί μεταλλικών αντικειμένων) Ραγίζω. σκίζομαι. (Το καζάνι κρηπάρισε στη ραφή. Εκατό χρονώ ήταν, καλά κράτησε).

Κρόδωμα : μεγάλη πέτρα (από το ακρόδωμα).

 

επόμενη σελίδα

 

επιστροφή

 

 

 

 

 

 

 

 

Στενιώτικες λέξεις και εκφράσεις

 

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας προήλθε από τη συνεργασία φίλων του ιστότοπου www.steniotes.gr σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Ολες οι λέξεις έχουν διασταυρωθεί και ελεγθεί από παλαιούς Στενιώτες.

Ορισμένες λέξεις απαντώνται και εκτός Στενιών. Εχουν καταγραφεί διότι χρησιμοποιούνται από τους Στενιώτες αποκλειστικά αντί άλλων καθιερωμένων λέξεων που είναι πανελληνίως γνωστές.

Στα παραδείγματα ακολουθείται η Στενιώτικη σύνταξη. Οι υπογραμμισμένες λέξεις στα παραδείγματα υπάρχουν στο γλωσσάρι.

 

επιστροφή

 

Σελίδα 1: Α - Δ Σελίδα 2: Ε - Κ Σελίδα 3: Λ - Μ Σελίδα 4: Ν - Ρ Σελίδα 5: Σ - Τ Σελίδα 6: Φ - Ω

Σελίδα 7: Εκφράσεις

 

Ο φίλος του ιστότοπου κος Γιώργος Λαλαίος μας ενημέρωσε για τα παρακάτω ντοκουμέντα και μας ενημέρωσε για τους ηλεκτρονικούς συνδέσμους τους.

Μπορείτε να διαβάσετε το έργο του ιστορικού Δημητρίου Π. Πασχάλη Ανδριακόν γλωσσάριον ή λέξεις και φράσεις εκ του γλωσσικού ιδιώματος της κοινής εν Ανδρω λαλιάς πατώντας εδώ.

Μπορείτε να διαβάσετε τη μελέτη του Ανδριώτη καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ι. Κ. Βογιατζίδη Γλώσσα και Λαογραφία της νήσου Ανδρου πατώντας εδώ.