Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

Το καφενείο του Σταθμού

 

(κείμενο του Γιώργη Αντ. Σύμπουρα)

 

 

Είδα σε κάποιο site την συνέντευξη που έδωσε η Αννα σε κάποια ταξιδιωτική εκπομπή στη τηλεόραση. Η Άννα του Σταθμού. Καθισμένη έξω από το καφενείο το δικό της, του Παναή, του Τζούανη κάποτε. Μου ξύπνησαν οι μνήμες αυτού του πολυχώρου, λίγο πολύ κάποτε, πολιτισμικού κέντρου του χωριού μας. Για μας που μεγαλώσαμε με φόντο το γαλάζιο του Αιγαίου εκεί μέσα ταξιδεύαμε νοητά. Ακούγαμε τις ιστορίες απ’ τους ξέμπαρκους, βιώναμε την ανησυχία για το καινούργιο, καλλιεργούσαμε τη φαντασία μας, αδημονούσαμε για να σαλπάρουμε, άλλοι για τη θάλασσα που ήταν η ζωογόνος δύναμή μας κι άλλοι για την Αθήνα για σπουδές. Εκεί μέσα βρισκόμαστε...
Μέσα σε ένα σύννεφο καπνού απ’ τα τσιγάρα που έκαιγαν στα τασάκια,

 

-να τα πω μικρά, να τα πω μεγάλα...

 

έλεγε ο Παναής και κρατούσε σφικτά τα χαρτιά μην και δει κάποιος από δίπλα το «σόλον» που τον περίμενε και μαρτυρήσει. Παίζανε τρείς ή τέσσερις ανάλογα και γύρω γύρω πέντε έξι μαθητευόμενοι μάγοι της πρέφας να σχολιάζουν συνήθως τον προηγούμενο γύρο. Αν δεν είχε ενδιαφέρον η χαρτωσιά, πέταγε κάποιος καμιά ιστορία από την Βραζιλία η την Ιαπωνία με αφορμή την ντάμα την πρόστυχη που όλες εκτός πάντα μιας... κατά τον νόμο της πρέφας ή της ζωής, αφήνει πάντα μια πινελιά, μια υποψία για τον ερωτισμό της.


-Το δαγκώνω δεν στο δίνω!

 

έλεγε ο Λιάπης . Με ύφος  βαρυσήμαντο - εύλογη  η σιωπή των άλλων. Για το φύλο που ήξερε πως περίμενε ο δίπλα. Αλλο παιχνίδι λιγότερο εγκεφαλικό αλλά και τζογαδόρικο αφού στο τέλος ο χαμένος έπρεπε να πληρώσει τα ούζα και το μεζέ συνήθως στραγάλι, άντε και τις πορτοκαλάδες των θεατών των μαρτυριάρηδων.
 

-Σύρμα ο Βάγγος!!!

 

ακούστηκε η φωνή κάποιου πιτσιρικά που τον είχαν βάλει για τσίλιες οι μεγάλοι. Τα καπέλα στην κωλότσεπη και σάλτο στα χτήματα. Έμενε η βοή της αναστάτωσης και οι υπόλοιπες κάσες  με κιμωλία  πάνω στα πράσινα τραπέζια, και κάποια περιγραφή απ την τελευταία ψαριά του Παναή με τον μπρακό, ατέλειωτη, και το ένα χέρι πάνω στο άλλο να ταλαντεύεται από τον ώμο ως τον καρπό για να μετρήσει το μέγεθος του ψαριού που του ’φυγε...
Θα άρχιζε και το σινεμά σε λίγο. Έπρεπε τα τραπέζια να μαζευτούν να μπουν καρέκλες . Απ όλα είχε ο μπαξές. Από Κρυστάλλω με τον Θοδωρή με την λιμουζίνα μάρκας Αττικα, τον Αγησίλαο ίδιος ο Ανέστης Βλάχος, με όλες  τις ταινίες του Ξανθόπουλου.

 

-Σουπή να καταλάβετε την μουσική!

 

φώναζε, ενώ τα στραγάλια έπεφταν βροχή στην μπομπίνα της μηχανής του, που κάπου κάπου μάγκωναν στα γρανάζια της. Η κυρά Κατίνα του φώναζε χαρακτηριστικά

 

-μάζεψε τα και φύγε γέρο, Καληνύχτα!

 

ενώ οι πιτσιρικάδες πάνω στα τραπέζια στις άκρες τις αίθουσας φρόντιζαν με ποδοβολητό την μουσική υπόκρουση, φωνάζοντας ρυθμικά το όνομα του. Ποτάμια τα δάκρυα και ανεξέλεγκτα αναφιλητά για το παιδί του λαού και κάποιες κυρίες ερωτευμένες μαζί  του έδειχναν την ενόχληση τους που το σινεμά γινόταν ένα λαϊκό πανηγύρι, ένα θέατρο περιοδεύοντος θιάσου. Πέρασαν και τέτοιοι. Μια αυτοσχέδια σκηνή με τα τραπέζια το ένα δίπλα στ άλλο, και κάποια θα ‘λεγα  σεντόνια για παραβάν για να κρύβουν τα κάλλη κάποιας πρωταγωνίστριας σαν άλλαζε. Βαγγέλης  Κατσουλίνος  ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής και σε Α αντρικό... ρόλο ο Πάρης που με ναζιάρικο τρόπο ζητούσε κάποιον από το κοινό κάπου κάπου να βοηθήσει στα αυτοσχέδια σκετς και ταχυδακτυλουργικά, ας τα πούμε κόλπα τους.
Κάποια χρόνια αργότερα το καφενείο ανέβηκε πνευματικά . Εκεί βρήκε στέγη το φροντιστήριο αγγλικών του
Charlie Crocker. Ενας ευαίσθητος και ονειροπόλος Άγγλος με αυξημένη αίσθηση ευθύνης ερωτευμένος με την Νίκη την Θεσσαλονικιά, βρέθηκε στην Άνδρο και για καλή μας τύχη πολλοί απ την γενιά μας μάθαμε κάποια Εγγλέζικα, αρκετά για να πάμε στο εξωτερικό για σπουδές μόνο μ’ αυτά. Όσα μπορούσε και ο άνθρωπος να μας μάθει γιατί έπρεπε να μπει και στην Ελληνική νοοτροπία.

 

-Δημήτρη πρέπει προσέξεις!

 

Στον Δημήτρη που αργότερα έγινε παπάς και δεν του χρειάστηκαν και πολύ. Γινόταν και διαγωνισμός για το ποιος θα ανταποκριθεί αργότερα στο «πρέπει πληρώσεις» και για απάντηση κάτι σχόλια για την βασίλισσα  της Αγγλίας, κουβέντες αν και δεν τις καταλάβαινε ήξερε καλά το νόημα τους. Εβαζε παραμάσχαλα τις σημειώσεις του, έβγαινε έξω να πάρει αέρα να ανασάνει, η να κυνηγήσει μέχρι το ρεματάκι, τους  υπαίτιους του εκνευρισμού του. Με ζέση με επιμονή, ίσως με πάθος προσπαθούσε να μας μάθει. Και κατά κάποιο τρόπο τα κατάφερε.
Δεν θυμάμαι πότε σταμάτησε το φροντιστήριο. Ίσως όταν μπήκε το λεωφορείο. Αυτό άλλαξε τελείως τα πράγματα στο χωριό. Τέλειωσε του Στρατάκη και το ατέλειωτο 
ξεστέλιωμα στο δρόμο, το καφενείο έγινε το στέγαστρο σαν έβρεχε για τους επιβάτες του, κυρίως μαθητές για την Χώρα. Μια πορτοκαλάδα ένα παγωτό, κάτι τις, ήταν απαραίτητο σαν έμπαινες μέσα έστω για αποκούμπι. Είχε  απ όλα να προσφέρει. Εκεί οι  χοροί των μεγάλων με τις σαμπούνες και τα βιολιά, τα τραπεζάκια έξω της Κουμούλου, ένα καφέ με το κονιάκ στο τελευταίο αντίο, εκεί τα πάρτυ με το βερμούτ και τ’ αράπικο φιστίκι. Έπαιζε στο πικάπ η ντιλάιλα και το μπλουζ σαν χαμήλωναν τα φώτα, αργεντίνικο ψαλιδωτό ταγκό πήγαινε να γίνει. Δεν έμεναν χαμηλωμένα για πολύ, γιατί αβίαστα θα άρχιζαν οι συνειρμοί και η Κυρία Άννα στεκόταν πίσω από τον μπάγκο, με ύφος που έκρυβε άλλοτε υποκρισία λόγω της σκοπιμότητας και άλλοτε κολακεία, για να εκμαιεύσει στοιχεία για τον ρόλο της ως φύλακα της «ηθικής» μας .
Έστεκε στην συνέντευξη αγέρωχη μόνη πια να έχει  κάνει  το καφενείο σπίτι της. Να μετρά τους λιγοστούς  επισκέπτες του χωριού το χειμώνα και το που παρκάρει ο καθένας το καλοκαίρι. Γιατί  φύγαμε να κάνουμε προκοπή να γίνουμε καλύτεροι  απ’ τους πατεράδες μας, να κάνουμε καλύτερα τα παιδιά μας. Όπου και να πάμε αναζητούμε την συναναστροφή με τους όμοιους  μας, που πιστεύουμε στα ίδια πράγματα, μιλάμε λίγο πολύ την ίδια γλώσσα. Το καφενείο του σταθμού της Αννας, παλιότερα του Παναή και πιο παλιά του Τζουάνη, έπαιξε στην διαδρομή μας τον ρόλο του.

__________________________________________________________________________________

 

Το καφενείο λειτουργούσε επίσημα μέχρι το 1989.  Μετά, αν και δεν είχε επίσημη άδεια λειτουργίας λόγω συνταξιοδότησης του Παναή, εν τούτοις οι πόρτες του ήταν πάντοτε ανοικτές για τους Στενιώτες.

 

Πατήστε για να δείτε φωτογραφίες του Τζουάνη, της Κατίνας, του Παναή και της Αννας.

Πατήστε εδώ για να δείτε φωτογραφίες από γλέντι στο καφενείο του Σταθμού.

Πατήστε εδώ για να δείτε μια φωτογραφία από ένα παιχνίδι πρέφας στο καφενείο του Σταθμού.

 

Η Αννα απεβίωσε στις 24 Φεβρουαρίου 2019, σε ηλικία 95 ετών.

 

Πατήστε εδώ για να διαβάσετε μια μικρή ιστορία του Κώστα Πολέμη για τον Παναή