Τα αδέλφια Λινάρδος (Ζαβολινάρδος) και Λευτέρης (Καπίτουλας) Καριστινού.

 

κείμενο του Επαμεινώνδα Δημ. Λογοθέτη που είχε ενταχτεί στο «Οδοιπορικό στους  Στενιώτικους δρόμους της Μεσοπολεμικής Περιόδου».

 

 

Η Ελένη Καρυστινού του Λευτέρη (12) #1858 μετά τον τραγικό θάνατο(1) της αδελφής της Φλωρέζας(2), ανέλαβε υπό την προστασία της τον μικρότερο γιο της τον Λευτέρη(3), ενώ ο ετεροθαλής αδελφός της Καρυστινός Θεοχάρης του Λευτέρη (16) #1687, το μεγαλύτερο γιο της Λινάρδο(4).

Παρά τη στοργική όμως γι’αυτούς φροντίδα και επιμέλεια, τους υποχρέωναν για ψυχολογικούς κυρίως λόγους, να εκτελούν διάφορες δουλειές, σαν να ήταν «παραγιοί» τους.

Η ζωή όμως του Λινάρδου στο ακραίο σπίτι του θείου του στο επάνω χωριό, σε συνδυασμό με το χαμηλό του πνευματικό του επίπεδο και την ψυχική του κατάθλιψη από τον τραγικό θάνατο της μάνας του, τον απέτρεπαν από κάθε κοινωνική επαφή και εκδήλωση στο χωριό. Γι’αυτό κάθε βράδυ μετά το δείπνο του, ήθελε να μένει μόνος του, κλεισμένος στον δικό του ψυχικό κόσμο.

Φαίνεται ότι ο πρωινός ύπνος τον γαλήνευε… Γι’αυτό κάθε πρωί ακούγαμε από το σπίτι μας τη βροντώδη φωνή του Θεοχάρη που τον προσφωνούσε λέγοντας:

 

- Κύριε βρε! … Τι θα κάμωμε; Ο ήλιος (χωρίς βέβαια να είχε ακόμα ανατείλει) είναι τρία κονταρόξυλα επάνω…

 

Τότε ο Λινάρδος διέκοπτε αδιαμαρτύρητα τον πρωινό του ύπνο και αφού έπινε τον καφέ που είχε ετοιμάσει η σύζυγος του Θεοχάρη Διαμαντώ(5), άρχιζε τις καθορισμένες καθημερινές του δουλειές.

Ο Λευτέρης, σαν βοηθός στο πάνω από την πλατεία του χωριού σπίτι της θείας του και στο κάτω από αυτό «μπακάλικο» του άνδρα της, είχε την ευκαιρία να προσαρμοστεί στο κοινωνικό σύνολο και ν’αναπτύξει αγαθές και ιδιότυπες με τους συγχωριανούς σχέσεις, που τον έκαμαν σ’όλους αγαπητό. Τους συγχωριανούς , στην οικογένεια των οποίων ο θείος του Σταμάτης Χαζάπη του Θανάση (124) #1867 σύζυγος της Ελένης Καρυστινού είχε βαπτίσει παιδί, αποκαλούσε «κουμπάρους» και τα παιδιά τους «κουμπαράκια».

Ο Λευτέρης βοηθούσε το θείο του για τις μικρομεταφορές στο μαγαζί, σκούπιζε το χώρο μέσα και έξω από αυτό μέχρι την πλατεία και μετέφερε νερό για το σπίτι από την Πεντάβρυση. Για τη μεταφορά χρησιμοποιούσε δύο γκαζοντενεκέδες που είχε κρεμάσει στις άκρες ενός ξύλου, που σήκωνε στους ώμους του.

Στο χώρο μεταξύ των δύο οικημάτων υπήρχε αυλή με ανεξάρτητη από τον παράπλευρο ανηφορικό δρόμο είσοδο. Στο βάθος της ήταν ο πρώτος χρονολογικά στο κάτω χωριό φούρνος ιδιοκτησίας του Σταμάτη. Σ’αυτόν, αρτοποιός, από το 1929 μέχρι το 1935, ήταν ο Ανδρέας Ξυδάκης (Μυκονιάτης) με το γιο του Νίκο.

Μετά το θάνατο της Ελένης, ο Σταμάτης χρησιμοποιούσε αποκλειστικά σαν κατοικία τον χώρο πάνω από το παντοπωλείο και το παραπλεύρως σ’αυτόν υπνοδωμάτιο. Μετά τον θάνατο και του Σταμάτη την πρώτη Ιανουαρίου του 1931, από ειλεό και περισφιγμένη κήλη, στo επάνω σπίτι εγκαταστάθηκε ένας περιπλανώμενος «οδοντογιατρός», με το επίθετο «Λοϊζίδης». Αυτός είχε έναν ποδοκίνητο τροχό και τα σφραγίσματα που έκανε στα δόντια, έφευγαν, μετά τα πρώτα μασήματα. Κατόπιν αυτών και για ν’αποφύγει τις επακόλουθες συνέπειες, ένα πρωί και χωρίς προειδοποίηση άφησε το σπίτι ανοικτό και έφυγε…

Κατόπιν έμεινε στο σπίτι αυτό ο δημοδιδάσκαλος Σπύρος Παγκράτης με τα ανήψια του, τον Κώστα Καρδάμη, που φοιτούσε στο Γυμνάσιο και τον μικρότερο στο Δημοτικό Σχολείο Σωκράτη Παγκράτη.

Υστερα από τη μετάθεση του Παγκράτη, στο σπίτι αυτό κατοίκησε ο δημοδιδάσκαλος Δημητσιάνος.

Όταν ο Σταμάτης έφθασε σε κάποια ηλικία και δύο περίπου χρόνια προ του θανάτου του, παρέδωσε το μπακάλικο στον άνδρα της κόρης του Ανθής, Γεώργιο Σωκράτους Παλαιοκρασσά (Γιόκο) (1112231) #2621. Αυτός μέχρι τότε, σαν μετανάστης, όπως πολλοί άλλοι συγχωριανοί μας στην Αμερική, ψάρευε σολομούς τους φθινοπωρινούς μήνες, στο Seattle της πολιτείας Oregon και από την άνοιξη μέχρι το τέλος του καλοκαιριού έκοβε ξύλα στα δάση της περιοχής.

Οταν ο Γιόκος ανέλαβε το μαγαζί αγόρασε γάιδαρο για τις μεταφορές από τα καταστήματα χονδρικής πώλησης και τις αποθήκες της χώρας στο μαγαζί, όλων των εμπορεύσιμων ειδών. Την φροντίδα του γάιδαρου ανέθεσε στον Λευτέρη  και αυτός του έδωσε το  όνομα  Μάρκος. Το Μάρκο τον αγαπούσε πολύ ο Λευτέρης. Ποτέ δεν τον κτύπησε, του μιλούσε σαν σε άνθρωπο, τον αγκάλιαζε στο λαιμό και τον φιλούσε στο μέτωπο.  Ετσι ο Μάρκος ανταποκρινόταν σε κάθε θέληση του Λευτέρη. Σταματούσε όταν του το ζητούσε και ξεκινούσε όταν του έλεγε:

 

-πάμε Μάρκο...

 

Τις Κυριακές πήγαινε στο λιμάνι και φόρτωνε τις βαλίτσες των ταξιδιωτών. Τα πρώτα χρήματα που εισέπραξε τα διάθεσε για ν’ αγοράσει καπίστρι του Μάρκου, με γαλάζιες χάντρες και ματοπιάστρες, που δυστυχώς του το έκλεψαν… Χωρίς καθυστέρηση αγόρασε και δεύτερο  παρηγορώντας συγχρόνως τον Μάρκο για την απώλεια... Ο Λευτέρης συμμετείχε σε όλες τις εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής στο χωριό. Στα χοιροσφάγια πήγαινε απρόσκλητος, καθόταν χάμω στο χώρο του φαγητού και αφού έτρωγε τον υπόλοιπο φιδέ και ξεκαθάριζε το κρέας από τα κόκαλα, καθόταν και ενώ έκανε πως κοιμόταν άκουε την όλη συζήτηση και όλα τα κουτσομπολιά που έλεγαν αυτοί που καθόταν στο τραπέζι και τα μετέφερε την άλλη μέρα σε όσους τους  αφορούσαν...

Την ημέρα του (οποιουδήποτε) γάμου, όταν οι ορδινιές πήγαιναν  από το σπίτι του γαμπρού στο σπίτι της νύμφης ο Λευτέρης  προηγείτο κατάλληλα φορτωμένος με το μπαούλο, που περιείχε τα ρούχα του γαμπρού. Το βράδυ πάλι πρώτος πριν από τα βιολιά, τα στέφανα, τον παπά  και την ακολουθία του γαμπρού για το  σπίτι της νύμφης, όπου θα γινόταν η στέψη, σήκωνε κατάλληλα δεμένη στην πλάτη του την νταμιζάνα με το κρασί για το γαμήλιο δείπνο, πωματισμένη μ’ένα μικρό μπουκετάκι από λουλούδια.

Στο πρώτο τρίστρατο πριν από το σπίτι της νύμφης μια οργανωμένη ομάδα έπιανε τον γαμπρό με καραμπίνες και άλλα εκρηκτικά. Μετά έριχναν χάμω ένα μαντίλι και ο γαμπρός,  οι γονείς  του και ο κουμπάρος  αφήναν πάνω σ’αυτό χάρτινα  και μεταλλικά νομίσματα.  

Οταν πέθαινε κάποιος, προετοίμαζε τον  τάφο του και την ώρα της κηδείας σήκωνε το καπάκι του φέρετρου, όταν μετέφεραν τον νεκρό από το σπίτι του στην εκκλησία και από εκεί μετά την νεκρώσιμο ακολουθία στο νεκροταφείο όπου έκανε και τον ενταφιασμό του. Την διαδικασία αυτή ο Λευτέρης εκτελούσε  με μεγάλη επιμέλεια. Τοποθετούσε στον τάφο τις πλάκες προσαρμόζοντας της τη μία δίπλα στην άλλη και αφού τελείωνε απευθυνόμενος στο νεκρό του έλεγε:

 

-Τώρα μη φοβάσαι, το χειμώνα δεν θα βρέχεσαι...

 

Οταν ο Γιώργης (Γιόκος) πρότεινε στον Λευτέρη να κάμει κάποια δουλειά, τις περισσότερες φορές με διάφορες προφάσεις αυτός αρνιόταν και μόνον  μετά από επίμονη και έντονη διαλογική συζήτηση προχωρούσε στην εκτέλεση της . Σε κάποια από τις συχνές αυτές διαφωνίες τους, ο Γιώργης αποκάλεσε τον Λευτέρη «Βαραββά».

Τον χαρακτηρισμό άκουσαν ο Νιόνιος(6), ο Γούλης(7) και ο Πετρής ο «Οσιος»(8), που παίζανε «ντάμα» κάτω από τον πλάτανο στα παγκάλια της πλατείας, πάνω από την αυλή του Σχολείου. Υστερα απ’αυτό, όταν περνούσε και κάπως απομακρυνόταν ο Λευτέρης  τον φώναζαν χλευαστικά Βαραββά. Ο Λευτέρης γινόταν  έξω φρενών και τους κυνηγούσε ρίχνοντας τους πέτρες… Εκτός  όμως αυτού  του  κόλλησαν και το παρατσούκλι «Ιούδας»… Ο καιρός βέβαια περνούσε και ήλθε το Πάσχα.... Τη Μεγάλη Πέμπτη με τα καθαρά του ρούχα και την καινούρια «τραγιάσκα» του στολισμένος γιορτινά ο Λευτέρης πήγε στην εκκλησία, στα «Δώδεκα Ευαγγέλια»...

Λειτουργός ήταν τότε στον Αη-Γιώργη ο Παπανίκος ο Βασιλόπουλος(9). Οταν  όμως διάβασε σ’ένα  Ευαγγέλιο την πρόταση του  Πιλάτου, που αποτεινόμενος στο πλήθος ρώτησε,

 

-ποιόν από τους δύο θέλετε ν΄απελευθερώσω;  Ιησούν  ή τον Βαραββά;

 

ο Λευτέρης  το εξέλαβε  σαν εξύβριση του παπά προς αυτόν και μέσα στην θρησκευτική λειτουργική κατάνυξη, άρχισε να βρίζει τον παπά, να τον αποκαλεί τραγόπαπα και να τον απειλεί, λέγοντας του:

 

-να δείς τι θα σου κάμω Αργίτη (10)

 

Ο Βασίλης ο Λούρης(11), σαν επίτροπος της εκκλησίας και μερικοί άλλοι, έπιασαν τον Καπίτουλα και τον έβγαλαν έξω από την εκκλησία, στην οποία η λειτουργία εν τω μεταξύ είχε διακοπεί, ενώ  οι ύβρεις του Λευτέρη γινόταν εντονότερες, καθώς τον έσπρωχναν προς το προαύλιο του Αγίου Γεωργίου.

Κάποιο χειμώνα ο Κυρ-Γιώργης(12) αισθανόταν  πόνους στο σώμα του και οι πρακτικοί του συνέστησαν αμμόλουτρα. Το καλοκαίρι  πήρε τον Λευτέρη με το φτυάρι του, καβάλησε τον Μάρκο και τράβηξαν για τα πίσω Γιάλια. Εκεί ο  Λευτέρης άνοιξε  λάκκο στην αμμουδιά και σκέπασε τον Γιώργη με την ζεστή  άμμο. Μετά λίγα λεπτά όμως, ο Γιώργης άρχισε  να αισθάνεται δυσφορία και φώναζε τον Καπίτουλα να τον ξεσκεπάσει και να βγάλει την άμμο από πάνω του. Αυτός όμως  εις απάντηση του έλεγε…

 

-θα σ’αφήσω εκεί Καραντουζένη να πεθάνεις...

 

Ευτυχώς εκείνη την ώρα ο Αλέκος ο αγωγιάτης από τις Στραπουργιές, που φόρτωνε άμμο, άκουσε τις φωνές και έσπευσε να τον απελευθερώσει.

 

_________________________________________________________________________________________________________________________________________

 

 

 

(1) Για να διαβάσετε για τον τραγικό θάνατο της Φλωρέζας Καρυστινού πατήστε εδώ.

(2) Καρυστινού Φλωρέζα του Ελευθερίου (11) #1857

(3) Καρυστινός Λευτέρης του Ιωάννη (112)

(4) Καρυστινός Λινάρδος του Ιωάννη (111)

(5) Παλαιοκρασσά Διαμαντώ του Δημητρίου (1137) #398

(6) Πολέμης Διονύσιος του Νικολάου (1131615) #1253

(7) Τζουμέζης Γεώργιος (Γούλης) του Αριστείδη (11722) #4321

(8) Κυρτάτας Πέτρος του Νικολάου (1411451) #1548 info

(9) Παπανίκος Βασιλόπουλος (1) #2401

(10) Ο παπαΝίκος καταγόταν από το Αργος

(11)  Πολέμης Βασίλης του Μιχαήλ (112125) #644

(12) Παλαιοκρασσάς Γεώργιος του Σωκράτη (Γιόκος) (1112231) #2621

 

 

Σημ. Ο Λινάρδος Καρυστινός (111) και ο Λευτέρης Καρυστινός (112) ήταν τα δύο παιδιά του Γιάννη Καρυστινού και της Φλωρέζας Καρυστινού του Ελευθερίου (11) #1857. Η μητέρα τους η Φλωρέζα ανήκε στο Στενιώτικο δέντρο ενώ ο Γιάννης δεν ήταν Στενιώτης και συμπτωματικά είχε το ίδιο επίθετο με τη Φλωρέζα. Τόσο η Φλωρέζα όσο και ο Γιάννης ήταν άτομα μειωμένης αντίληψης και δυστυχώς ο γάμος τους έφερε στον κόσμο τα δύο παιδιά, το Λευτέρη και τον Λινάρδο επίσης με  νοητική υστέρηση αλλά δυστυχώς σε πολύ χειρότερη μορφή. Από αυτούς ο Λευτέρης είχε κάποια κοινωνικότητα και σύχναζε σε διάφορα σπίτια (κυρίως για να φάει) ενώ αντίθετα ο Λινάρδος έπασχε και από βαριά κατάθλιψη και δεν απομακρύνονταν από το σπίτι του θείου του Θεοχάρη Καρυστινού. Κατά τη μητέρα μου Αννα Λογοθέτη-Εξαδακτύλου, ο μεν Λευτέρης ήταν παρουσιάσιμος και γελαστός, αντίθετα όμως ο Λινάρδος ήταν πολύ άσχημος και μονίμως κατσούφης.

Ο Λινάρδος ήταν λίγο μεγαλύτερος από τον Λευτέρη ο οποίος είχε γεννηθεί το 1897. Και οι δύο πέθαναν κατά τη διάρκεια της Κατοχής από ασιτία.

Ο Λινάρδος είχε το παρεπώνυμο Ζαβολινάρδος (προφανώς λόγω της βαριάς νοητικής του στέρησης), ενώ ο Λευτέρης το παρεπώνυμο Καπίτουλας. Δεν είναι γνωστό ποιος τον «βάφτισε» έτσι ούτε και γιατί. Διάφοροι προσπάθησαν να εξηγήσουν την ετυμολογία του παρεπώνυμου αλλά κατά τη γνώμη του Επαμ. Λογοθέτη με τον οποίο συζήτησα το θέμα αυτό όλες αυτές τις εξηγήσεις τις απέρριπτε. Η λέξη «Καπίτουλας» από παρεπώνυμο έχει ενταχθεί πλέον στο Στενιώτικο γλωσσάρι. Πολλοί Στενιώτες τη χρησιμοποιούν για να χαρακτηρίσουν άτομο μειωμένης αντίληψης που δεν έχει πλήρη συναίσθηση των πράξεων του. Διάφοροι ξένοι, σε διάφορα μέρη του κόσμου, που έχουν κάνει παρέα με Στενιώτες την έχουν εντάξει και αυτοί στο λεξιλόγιο τους.

 

Νικολός Εξαδάκτυλος

 

Μπορείτε να δείτε φωτογραφία του Λευτέρη Καρυστινού (Καπίτουλα) πατώντας εδώ.

 

ακολουθεί το κείμενο του Επαμ. Δημ. Λογοθέτη.