Στον κατηφορικό από τη νότια στο προαύλιο της Παναγίας είσοδο και στη αριστερή του πλευρά ήταν, όπως ήδη αναφέρθηκε το πρώτο στο χωριό με πλήρη συγκρότηση κρεοπωλείο του Θεοχάρη Καρυστινού (16) #1687. Παραπλεύρως σ’ αυτό ήταν η είσοδος για το σπίτι του Γιώργη Χαριλάου Κουτσούκου (Πέργα) (11114) και της συζύγου του Βενετούλας(1) . Ο Γιώργης κάποτε έβαλε «ξένα δόντια» (μασέλες και επίσημα οδοντοστοιχίες), σε μια οδοντίατρο στη Χώρα με το επίθετο «Παντελεημονίτου» της οποίας τον αδελφό προξένευαν για κάποια ανιψιά του. Την οδοντοστοιχία όμως ο Γιώργης δεν μπορούσε να συνηθίσει. Ετσι, το μεσημέρι ανήμερα της Παναγίας, μετά την κρεοφαγία, ξάπλωσε για τη μεσημεριανή «σιέστα». Επειδή όμως η κάτω οδοντοστοιχία τον κτυπούσε, την έβγαλε προκειμένου να κοιμηθεί ήσυχα. Όταν όμως ξύπνησε έψαχνε να τη βρει… Ξεσήκωσαν τα σεντόνια, έψαξαν κάτω από το κρεβάτι αλλά τελικά δεν την βρήκαν… Ετσι πίστεψαν ότι μέσα στον ύπνο του ο Γιώργης θα την κατάπιε. Ο Τηλέμαχος (2) , που ήταν τότε φοιτητής της Ιατρικής, το απέκλεισε εντελώς. Την άλλη μέρα όμως το πρωί, ξεκίνησαν για το Μπατσί, με προορισμό την Αθήνα, για να δουν τι θα έδειχναν οι «ακτίνες» (η ακτινογραφία). Όταν έφυγαν, η κυρία Πάτρα (3) έβγαλε τα σεντόνια για να τα πλύνει και βγάζοντας ένα μαξιλάρι από τη μαξιλαροθήκη, η οδοντοστοιχία βρέθηκε μέσα σ’ αυτήν. Περιχαρής τότε, έστειλε αμέσως ένα λακωνικό τηλεγράφημα.

 

«ΜΑΣΕΛΑ ΒΡΕΘΗΚΕ, ΕΠΙΣΤΡΕΨΑΤΕ».

 

Μετά τα σπίτια της Πάτρας και του Παπαβασιλόπουλου(4) στην αριστερή πάντοτε πλευρά του δρόμου ήταν το σπίτι της Μαριγούλας της Παπαμιχάλαινας(5), συζύγου του Μιχαήλ Πέτρου Ζιώτη (124) #3360 . Ανεπανάληπτη υπήρξε στο χωριό η καθαριότητα της Μαριγούλας και των θυγατέρων της, από κεφαλής μέχρι τα πάντοτε στιλβωμένα και απαστράπτοντα παπούτσια τους.

Στην απέναντι από το σπίτι της Μαριγούλας πλευρά του δρόμου είναι το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας. Αρχικά το εκκλησάκι πρέπει να ήταν ιδιοκτησία του Γιαννούλη Μιχαήλ Παλαιοκρασσά (1112114) #2825 και της συζύγου του Μάντως(6). Κάθε χρόνο στην εορταστική επέτειο της Αγίας, η Μάντω προσέφερε στους πιστούς, σύκα και ρακί.

Κάτω από το σπίτι της Μαντώς και δεξιά μετά τα σκαλοπάτια ήταν το σπίτι της Ερασμίας(7) , το γένος Γεμενιτζόπουλου και συζύγου του Νικόλαου Στεφάνου Σωτηράκη (14213), που δούλευε μαραγκός στα βαπόρια. Η Ερασμία είχε τέσσερα παιδιά, τον Στέφο, τον Σωτήρη, την Ασημένια και τον Δημήτρη. Με τον Σωτήρη, που ήταν πολύ καλό παιδί, είμαστε συμμαθητές στο Δημοτικό και στις τέσσερις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου. Ο Στέφος ήταν ζωηρός και σαν μαθητής αδιάφορος. Εμενε στις τάξεις και στην Τρίτη Γυμνασίου τον φθάσαμε. Είχε την ικανότητα με ένα βούρλο να αιχμαλωτίζει σαύρες και φίδια. Όταν ο καθηγητής μας ο Μιχιελιουδάκης, στο μάθημα της Ζωολογίας μας περιέγραφε τα σχετικά με την έχιδνα, ο Στέφος που είχε αιχμαλωτίσει μια έχιδνα μέσα σ’ ένα λουκουμόκουτο, σηκώθηκε, το άνοιξε και πρότεινε στον καθηγητή να μας το δείξει. Τοτε, ο Μιχελιουδάκης τρέχοντας άνοιξε την πόρτα της αίθουσας και άρχισε να καλεί τον Γυμνασιάρχη, ο οποίος αμέσως απέβαλε επί πενθήμερο τον Στέφο από το Σχολείο.

Στη διάρκεια της κατοχής, ο Στέφος, ο Βαγγέλης της Στρατήδαινας(8) και ο Στέφος της Πορδάραινας(9) , απεφάσισαν να περάσουν με βάρκα στα Τουρκικά παράλια, με απώτερο προορισμό τη Μέση Ανατολή. Δυστυχώς η βάρκα ανετράπη στο μέσο της διαδρομής από το ισχυρό μελτέμι και τα πτώματα τους εξεβράσθησαν στον Πάνορμο της Τήνου. Τον Βαγγέλη δεν τον ξέχασα ποτέ. Σαν παιδικοί φίλοι, με διαφορά δεκαπέντε ημερών, παίζαμε στο προαύλιο της Παναγίας και δεν ξεχνώ, με πόση πηγαία ευγένεια συμπεριεφέρετο.

Αριστερά στη γωνία του δρόμου, μετά τα σκαλοπάτια από την Αγία Βαρβάρα, ήταν το σπίτι του Γεωργάκη Γιαννούλη Παλαιοκρασσά (1121) #3298 και της συζύγου του Ερηνιώς(10). Το σπίτι ο Γεωργάκης κληρονόμησε από τους γονείς του Γιαννούλη Γεωργίου Παλαιοκρασσά (112) #1613 και Βιολαντώ Γεωργίου Μπέη (113) #3297 και αυτοί από τον Γεώργιο Δημητρίου Παλαιοκρασσά (11) #1611 και Διαμαντώ Γιαννούλη Βροντίση (1112) #1612. Ιστορικά, κατά τον ιστορικό Δημήτριο Πολέμη, το χώρο γύρω από αυτό το σπίτι αποτελούσε κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 1700, ο μοναδικός μέσα στο χωριό πύργος, στον οποίο κατοικούσε ο Σταματέλος Μπίστης (0), από τον κλάδο της οικογενεία Μπίστη (Μακρομπίστη) που κατοικούσε στ’Απατούρια. Ο Σταματέλος το 1798-99 είχε τον τίτλο του «Κοτζάμπαση Ανδρου» και κατοικούσε στις Στενιές. Τον πύργο αγόρασε από αυτόν ο Δημήτρης Γεωργίου Παλαιοκρασσάς σύζυγος της Διαμαντώς Γιαννούλη Βροντίση και έτσι απέκτησε το παρόνομα «Προύχοντας» που κληρονόμησαν και οι απόγονοι τους. Τον πύργο μετασκεύασε σε κατοικία ο Γεωργάκης και διετήρησε μέσα σ’αυτήν ελαιοτριβείο. Σ’ αυτό εργαζόταν στην περίοδο της συνθλίψεως του ελαιοκάρπου, ο Φιλιππής Κουντούρης, που καταγόταν από τις Στραπουργιές και έμενε στο Χωριό κάτω από το σπίτι της Ανεζιώς(11) και του συζύγου της Σταμάτη Μαύρου (124) #4732. Εκτός αυτού οι πολλές γεωπονικές του γνώσεις τον έκαναν περιζήτητο τις άλλες αποχές του χρόνου για δενδροφυτεύσεις,, κλαδέματα και προετοιμασίες στις κηπευτικές καλλιέργειες. Αυτός πραγματοποίησε στον κήπο του Καραπιπέρη όλες τις δενδροφυτεύσεις, εσπεριδοειδών και οπωροφόρων δέντρων, που διατηρούνται μέχρι σήμερα. Μια φθινοπωρινή μέρα το 1933 άναψε φωτιά στο λιοτρίβι με ελαιόπιτες και ξάπλωσε απέναντι τους για να ζεσταθεί και να ξεκουραστεί. Κάποιος όμως «διάπυρος» ελαιοπυρήνας πετάχτηκε στα λαδωμένα του ρούχα και καθώς κοιμόταν δεν αντελήφθη ότι αυτά πήραν φωτιά. Ξύπνησε με καθολικά εγκαύματα και πέθανε μετά από φρικτούς πόνους.

Ακολουθώντας το δρόμο εμπρός από το σπίτι και τη βίδα (ελαιοτριβείο) του Προύχοντα, αφήνουμε δεξιά μας το σπίτι του Αντώνη Λεονάρδου Μαγείρου (1) #4406 και της συζύγου του Μαρίας(12) και παρακάτω στην ίδια σειρά το σπίτι της Ανεζιώς συζ. Σταματίου Μαύρου (1121) #4246. Η Ανεζιώ είχε ένα κοπάδι με περισσότερες από 30 πάπιες, τις οποίες το βράδυ έκλεινε στο υπόγειο του σπιτιού της. Το πρωί τις άφηνε ελεύθερες και αυτές «εν πομπή» πήγαιναν στο ρέμα του «Καραβά» για να επιστέψουν μόνες τους το βράδυ.

Λίγο παρακάτω από το σπίτι της «Μαύραινας» και εμπρός από το σπίτι του Γιάννη Αντωνίου Σαρρή (13122) #2478 και της συζύγου του Αγλαώς(13), άρχιζε ο τρίτος στο χωριό παράλληλος δρόμος.

Στ’αριστερό μέρος του δρόμου συναντούμε την είσοδο στο προαύλιο του Αγίου Γεωργίου και δίπλα σ’αυτήν το υψηλό κωδωνοστάσιο του. Η μεγάλη καμπάνα, που ήταν κρεμασμένη στην κορυφή του, ήταν πολύ ηχηρή. Κάθε πρωί στις 8 και στις 2 μετά το μεσημέρι, κτυπούσε παρατεταμένα και ειδοποιούσε τους μαθητές και τις μαθήτριες, για τη συγκέντρωση τους στο σχολείο.

Την καμπάνα κτυπούσε ο Μιχάλης Καλόγνωμος, γιος ενός κολίγα στα κτήματα γύρω από τον πύργο του Μουβελά. Ο Μιχάλης ήταν ένα γεροδεμένο παιδί και λόγω της μαθησιακής του αδυναμίας στο σχολείο, εδέχετο να κτυπά την καμπάνα, για να έχει την εύνοια του Παπανίκου Βασιλόπουλου (1) #2401 (δασκάλου μας).

 

 

Πάνω: Στη δορυφορική φωτογραφία,

η διαδρομή σημειώνεται με μπλε γραμμή.

 

Κάτω αριστερά, το σπίτι του Πέργα είναι εκεί που αρχίζει η παχύτερη μπλε γραμμή,

στο κέντρο του κίτρινου κύκλου.

 

 

Πατήστε εδώ για την επόμενη σελίδα

 

 

Πατήστε εδώ για την πρώτη σελίδα

 

 

Πατήστε εδώ για να δείτε μια άλλη περιοχή

 

 

Πατήστε εδώ για επιστροφή στον κατάλογο

με τις περιοχές

 

Πατήστε εδώ για επιστροφή στην αρχική σελίδα

 

Οδοιπορικό στους  Στενιώτικους δρόμους της Μεσοπολεμικής Περιόδου.

Μέρος β’ - δρόμοι και γειτονιές στο Κατωχώρι.

Γράφει ο Επαμεινώνδας Δημ. Λογοθέτης

 

Τις φωτογραφίες προσέφερε

και τα σχόλια έγραψε ο Νικολός Εξαδάκτυλος

 

Ο Σκορδομαχαλάς

Από την Παναγία στον Αη Γιώργη

Από τον Αη Γιώργη στο Σχολείο - η οδός Λεονάρδου Καραπιπέρη

Ο χώρος γύρω από την πλατεία

Σκαρίφημα της περιοχής της πλατείας

Από την πλατεία και πέρα

Ο τέταρτος και χαμηλότερος από τους παράλληλους δρόμους του Χωριού - Επίλογος