Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

Μικρές Στενιώτικες Ιστορίες

 

Οι παρακάτω μικρές ιστορίες δείχνουν τον χαρακτήρα κάποιων παλαιών Στενιωτών. Για κάποια θέματα ίσως δεν θα πρέπει να είμαστε υπερήφανοι για τους συγχωριανούς μας, αλλά το σωστό είναι όλα να καταγράφονται. Για ευνόητους λόγους κάποια ονόματα χαρακτήρων δεν είναι τα αληθινά. Σε κάποιες ιστορίες πάλι, τα πρόσωπα αναφέρονται με τα κανονικά τους ονόματα.

 

1. Πρόεδρος μέχρις όσο τον συνέφερε...

 

(κείμενο του Κώστα Νικ. Πολέμη(1) )

 

Βλέποντας τον προεκλογικό αγώνα πού έδωσαν τις προηγούμενες ημέρες (1) οι υποψήφιοι για την θέση του Δημοτικού άρχοντα, μου ήρθε στο μυαλό μου ο ανάλογα σκληρός αγώνας που έδωσε Στενιώτης συνταξιούχος πλοίαρχος, για την θέση του κοινοτάρχη Στενιών. Άνθρωπος ευθύς και λιγομίλητος ο καπτα Γιάννης ήταν γνωστός και για τις τσεκουράτες απαντήσεις του. Κάποτε σε ένα βαπόρι που υπηρετούσε σαν γραμματικός και έπλεε στα νερά τις Βραζιλίας, ρώτησε τον λοστρόμο που βασανιζόταν μάταια να λύσει έναν κόμπο σχοινιού, γιατί δεν χρησιμοποιεί το ειδικό γι’ αυτή τη δουλειά εργαλείο, την καβίλια,

 

-γιατί την έχω στην καμπίνα μου καπετάνιε.

-Καί εγώ έχω γυναίκα αλλά την έχω στην Άντρο του πέταξε ειρωνικά.

 

Αγγλομαθής, ίσως ο μόνος που διάβαζε Αμερικάνικο και Αγγλικό τύπο στου Λούη τον καφενέ, προκαλώντας ζηλόφθονα βλέμματα. Αυτά για να σκιαγραφήσω την προσωπικότητά του. Ο προεκλογικός του αγώνας είχε νικηφόρο αποτέλεσμα λοιπόν και γιόρτασε την εκλογή του με ουζοποσία. Το πρώτο μεγαλόπνοο έργο πού δρομολόγησε και πραγματοποίησε άμεσα ήταν η τσιμεντόστρωση του δρόμου πού οδηγούσε από τη πλατεία στο σπίτι του. Αμέσως μετά παραιτήθηκε! Όταν ρωτήθηκε γιατί και προς τι ο προεκλογικός αγώνας, απάντησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια:

 

-Αφού έκανα αυτό πού ήθελα και κανένας προηγούμενος δεν μου το έκανε, γιατί να εξαντλήσω την τετραετία;

 

_______________________________________________________________

 

(1) Πολέμης Κώστας του Νικολάου (1413181) #1126

(2) σημ.  το κείμενο γράφτηκε κατά τη διάρκεια των Αυτοδιοικητικών εκλογών του 2019.

________________________________________

 

2. Ο Παρόδος.

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου(3) )

 

Στη Χώρα της Ανδρου εργάστηκε γύρω από τις αρχές του εικοστού αιώνα και ο Ανδριώτης γυναικολόγος-μαιευτήρας γιατρός Αλέξανδρος Παρόδος, που διετέλεσε και δήμαρχος Ανδρου. Την παρακάτω ιστορία μου διηγήθηκε ο θείος μου Επαμ. Δημ. Λογοθέτης(4).

 

Κάποτε ένας Στενιώτης πήγε στην Αθήνα για σπουδές και σε ένα διάλειμμα των σπουδών του γύρισε στο Χωριό και έπιασε κουβέντα με τη γιαγιά του. Ο νεαρός είχε εν τω μεταξύ αποκτήσει ύφος και λέγειν πρωτευουσιάνου, αποφεύγοντας λέξεις που πλουτίζουν σήμερα το Στενιώτικο λεξικό μας και χρησιμοποιούσε και ένα σωρό εκφράσεις πρωτάκουστες στη γιαγιά του. Η καημένη η γιαγιά τον άκουγε στωικά, παρίστανε ότι τον κατανοούσε και για να δείξει ότι συμμετέχει και αυτή στη συζήτηση, πότε-πότε κουνούσε επιδοκιμαστικά και το κεφάλι της...

Κάποια στιγμή πετάει ο νεαρός φοιτητής και:

 

-ειρίσθω εν παρόδω, οτι .....

 

Οπότε η καημένη η γιαγιά ανοίγει για πρώτη φορά το στόμα της και ανακράζει:

 

-Παιδάτσι μου, τι να τον κάνω εγώ τον Παρόδο στην ηλιτσία μου ???

_______________________________________________________________

 

(3) Νικολος Εξαδάκτυλος (1271) #522

(4) Λογοθέτης Επαμεινώνδας του Δημητρίου (12331)  #2316 

_______________________________________

 

3. Το Πουλί μου.

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου(3) )

 

Ακολουθεί μια αληθινή ιστορία.

Σε Στενιώτικο βαπόρι, καπετάνιος ο Μιχάλης Κυρτάτας (Λάκης)(5). Στο πέρασμα του Μαγγελάνου στη νότια Αμερική μπαίνει όπως ήταν απαραίτητο ένας Τσιλιάνος(6) πιλότος για να οδηγηθεί το πλοίο εκ του ασφαλούς. Ανήκε στη λευκή φυλή, όμως ήταν ιδιαίτερα μελαχρινός, σχεδόν μαύρος.

Στη γέφυρα πολύς κόσμος, ακόμα και κυρίες, σύζυγοι κάποιων αξιωματικών του πλοίου. Ο Λάκης παρατηρούσε τον πιλότο καλά καλά και σε μια στιγμή δεν κρατιέται και λέει (στα ελληνικά) στους υπόλοιπους, μερικοί από τους οποίους ήταν Στενιώτες, αλλά οι υπόλοιποι όμως από διάφορα μέρη της Ελλάδας:

-Βρε σεις αυτός είναι πιο σκούρος και από το Πουλί μου!

Οι Στενιώτες συγκατένευσαν είτε με λόγια, είτε με κούνημα της κεφαλής, οι ξένοι (μη Στενιώτες) όμως αποσβολώθηκαν. Μετά από αρκετή ώρα κάποιος κατάλαβε την παρεξήγηση και διευκρίνισε ότι "Το Πουλί μου" ήταν το παρατσούκλι του Στενιώτη δικηγόρου Νίκου Φαλαγκά(7). Ο Νίκος Φαλαγκάς με δυτικοαφρικανικού τύπου επιδερμίδα, χρησιμοποιούσε κατά κόρον όταν συζητούσε με κάποιον, την έκφραση "πουλί μου" η οποία γρήγορα καθιερώθηκε σαν παρατσούκλι του.

_______________________________________________________________

 

(5) Κυρτάτας Μιχάλης του Νικολάου (112213331) #2079

(6) Χιλιανός

(7) Φαλαγκάς Νικόλαος του Ιωάννη (12272).

_______________________________________

 

4. Ο πετεινός της Μαύραινας(8).

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου(3) )

 

Ακολουθεί μια αληθινή ιστορία.

Στη συνοικία κοντά στον Αη Γιώργη υπήρχε κάποια Στενιώτισσα η οποία ρήμαζε τις κότες της γειτονιάς. Βέβαια η ταυτότητα της ήταν γνωστή και όλοι πρόσεχαν τα πουλερικά τους. Ενα χαρακτηριστικό της ήταν (ίσως για να θολώνει τα νερά) ότι πήγαινε ανελλιπώς στην εκκλησία και εκεί συνέχεια σταυροκοπιόταν και έκανε βαθιές μετάνοιες. Μια μέρα λοιπόν η Ανεζούλα η Μαύραινα χάνει τον πετεινό της. Επειδή τα μυρίστηκε τρακάρει τη γειτόνισσα:

 

-Δε μου λες κυρά (γειτόνισσα) μπας είδες τον πετεινό μου?

-Που να τον ειδώ κυρία Ανεζούλα, αλλά έννοια σου θα έχω το νου μου! (με ύφος αθώας περιστεράς).

 

Η Ανεζούλα δεν την πίστεψε και της απαντά:

 

-Ε μη μου λες κυρά (γειτόνισσα) οτι ο πετεινός μου δεν πέρασε από το καζάνι σου!!!

_______________________________________________________________

 

 

(8) Μαύρου Ανεζούλα του Ανδρέα (1211) σύζ. Παλαιοκρασσά Δημητρίου του Γεωργίου.

_______________________________________

 

5. Το κορίτσι από τα Φάλλικα.

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου(3) )

 

Η ιστορία διαδραματίζεται στα μέσα της δεκαετίας του 1930.

Ο Αντώνης ήταν από τους λίγους Στενιώτες που ήταν μοναχοπαίδι. Είχε ορφανέψει από μικρός και η μητέρα του δεν έκανε άλλο γάμο. Η μητέρα του επίσης είχε και μια αδελφή ανύπαντρη και οι δυο τους είχαν τον Αντώνη από μωρό παιδί μέχρι και μεγάλο στα όπα-όπα. Ο πατέρας του Αντώνη ήταν καμαρότος σε Αντριώτικο πλοίο, όμως αρρώστησε και πέθανε νέος. Ο εφοπλιστής, όπως άλλωστε οι περισσότεροι Αντριώτες εφοπλιστές σε ανάλογες περιπτώσεις, μετά τον θάνατο του πατέρα του Αντώνη, υποστήριξε την οικογένεια του και πήρε το μικρό Αντώνη που θα ‘τανε δε θα ‘τανε τότε δώδεκα χρονώ, καμαροτάκι σε ένα από τα βαπόρια του. Ο Αντώνης ήταν φιλότιμος, καλός στη δουλειά του και έτσι αναπτύχτηκε μια σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο.

Μια μέρα για να φτάσουμε στην ιστορία μας, που ο Αντώνης ήταν ξέμπαρκος στο χωριό μετά από πολύχρονο μπάρκο, παίρνει μήνυμα από τον εφοπλιστή που έμενε στον Πειραιά για να κάνει την εξής δουλειά: Κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα να πάει στα Φάλλικα και να πάρει μια κοπέλα την οποία θα παρέδιδε σε καϊκιέρη που θα περίμενε στο Χαρκολιμιώνα (κάποιον όρμο κάτω από Σταυροπέδα). Ο τελευταίος θα την παρέδιδε με τη σειρά του κάπου στην Αττική, για να καταλήξει στο σπίτι του εφοπλιστή, υπηρετριάκι στην αρχή και αν τα πήγαινε καλά, καμαριέρα ή μαγείρισσα αργότερα.

Η επικοινωνία της Ανδρου με την Αθήνα και τον Πειραιά εκείνη την εποχή δεν ήταν όπως στη σημερινή, τέτοιες καταστάσεις ήταν αρκετά συνηθισμένες.

Ξεκινάει χαράματα ο Αντώνης από τις Στενιές και μετά από ώρες ποδαρόδρομο φτάνει στα Φάλλικα στο σπίτι της κοπέλας που τον περίμενε για να τη συνοδεύσει στο καΐκι. Η κοπέλα κοντά στα δεκάξι, με τα μπογαλάκια της, έτοιμη, αποχαιρετά τους δικούς της που θα έκαναν πολύ καιρό να την ξαναδούν και μαζί με τον Αντώνη ξεκινούν, με τα πόδια φυσικά, τη διαδρομή προς τη Σταυροπέδα και από κει στο Χαρκολιμιώνα που θα βρίσκονταν το καΐκι.

Η διαδρομή ήταν μεγάλη και στο δρόμο έπιασαν κουβέντα για διάφορα πράγματα. Ο Αντώνης, καμιά εικοσπενταριά χρονών τότε, ψηλός, γεροδεμένος και με χάρισμα στην κοινωνική συναναστροφή γρήγορα απέκτησε τη συμπάθεια της κοπέλας η οποία ήταν νόστιμη στην εμφάνιση και καλοσυνάτη. Όταν τελικά φτάσανε κοντά στο καΐκι, ο Αντώνης κοντοστέκεται και της εξομολογείται τον αγνό έρωτα του! Το ωραίο είναι ότι η μικρή ανταποκρίθηκε θετικά!

 

-και εμένα μου αρέσεις Αντώνη, σε θέλω για άντρα μου, αλλά σε παρακαλώ να με ζητήσεις από τον πατέρα μου…

 

Ο Αντώνης ξετρελαμένος από τη χαρά του της το υπόσχεται και της λέει ότι το ταχύτερο δυνατό θα πάει μαζί με τη μητέρα του να συναντήσει τον πατέρα της για τα, κατά το έθιμο σχετικά!

Γυρνάει βράδυ, πάλι με τα πόδια, στις Στενιές και μπαίνει σπίτι του για να ανακοινώσει την πρόθεση του στη μητέρα του.

Εκείνη την ημέρα όμως είχε συμβεί το εξής περιστατικό το οποίο του διέφυγε όταν μπήκε στο σπίτι του:

Η θεία του η οποία έμενε παραδίπλα είχε αποφασίσει να κάνει γενικό βάψιμο στο σπίτι της. Οι μπογιατζήδες για να κάνουν εύκολα τη δουλειά τους, μετέφεραν όλα τα έπιπλα του σπιτιού της θείας στο σπίτι της μητέρας του Αντώνη. Μπαίνει μέσα ο Αντώνης, δεν προσέχει καθόλου τη διαφορά και τους ανακοινώνει περιχαρής το μεγάλο νέο.

Μάνα και θεία πάγωσαν… Μια ξένη(9) ; Πάει ο Αντώνης τους. Μπορεί και να πάει να μείνει στα Φάλλικα. Και αυτές τις δυο ποιος θα τις φροντίζει; Ποιος θα τις γεροντομίσει; Απα πα πα πα!

 

-Αντώνη μου, όχι μάτια μου τι δουλειά έχεις εσύ με ξένες; Ακόμα έχεις καιρό, και όταν είναι να πάρεις καμιά, ε! να είναι χωριανή, να ξέρουμε που κρατάει η σκούφια της.

 

Εβαλε τις φωνές ο Αντώνης, αλλά αυτές, μάνα και θεία (λες και έπεφτε λόγος της τελευταίας) ανένδοτες…

Τοτε ο Αντώνης κυριεύεται από μανία, το μάτι του πέφτει σε ένα μπαλτά και άρχισε μ’ αυτόν να κάνει κομμάτια ότι εύρισκε μπροστά του, του σπιτιού του αλλά και της θειας του! Τίποτα δεν ακουγόταν παρά οι βαπορίσιες βλαστήμιες του και ο κρότος από τα έπιπλα και σκεύη που γίνονταν κομμάτια… Οι δυο γυναίκες αμίλητες, παρακολουθούσαν στωικά την καταστροφή. Κάποια στιγμή ο Αντώνης σταματάει το έργο του, παύει και να φωνάζει, βάζει τα χέρια στη μέση του και για πρώτη φορά κατάλαβε ότι πολλά από αυτά τα έπιπλα, ζντράνια, καθρέφτες, μπατζέτες κλπ δεν ήταν καθόλου δικά του...

Τότε ακούστηκαν και οι δυο γυναίκες, με ήρεμη φωνή να του λένε:

 

-Σπάστα όλα γιόκα μου, σπάστα όλα. Αυτήνανε όμως να μη τηνε πάρεις…

 

Για την ιστορία, ο γάμος δεν τελεσφόρησε, πέρασε αυτό που θέλανε οι δυο γυναίκες. Ο Αντώνης τελικά πήρε χωριανή.

 

_______________________________________________________________

 

(9) Ξένος θεωρείται κάποιος που δεν έχει ένα τουλάχιστο γονέα Στενιώτη. Μπορεί να είναι από κάποιο γειτονικό χωριό, αλλά και από τη Νέα Ζηλανδία.

_______________________________________