Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

Η σαμπούνα(1)

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου)

 

Στις Στενιές υπήρχαν αρκετοί που έπαιζαν παραδοσιακά μουσικά όργανα, όλοι αυτοδίδακτοι. Το παραδοσιακό όργανο που παίζονταν από μερικούς Στενιώτες ήταν η σαμπούνα, μερικοί μάλιστα γνώριζαν πως να την κατασκευάζουν και να κορδίζουν τον αυλό της. Αλλα όργανα όπως βιολιά, σαντούρια, λαούτα δεν νομίζω να υπήρχαν στις Στενιές και όποτε γινόταν κάποιο πανηγύρι, χορός, γάμος κλπ. έφταναν μουσικοί από άλλα χωριά. Αρκετοί είχαν κιθάρες, μεταξύ των οποίων και ο πατέρας μου αλλά αυτές ήταν για έντεχνη μουσική ή για να παιχτούν μοντέρνοι σκοποί. Ντουμπιά υπήρχαν σε κάθε σπίτι, με αυτά λέγανε τα κάλαντα, το τρίγωνο εμφανίστηκε αργά στον 20ο αιώνα, όταν τα παιδιά δεν καταπιάνονταν πια με προβιές και τα συναφή.

Στο χωριό υπήρχαν αρκετοί που μπορούσαν και έπαιζαν τη σαμπούνα όπως οι Σωκράτης Παλαιοκρασσάς (Καστάνιας), ο Γιώργης Εξαδάκτυλος (Γεωργαντάς), ο Νικολός Κωνστ. Πολέμης (Γιαλαρός), ο Νικολός Αχ. Θεοδωράκης (Πετιμεζάς), ο Λεωνίδας Νικ. Ζαννάκης (Μπούκης),  ο Βαγγέλης Νικ. Μπάλσης, ο Γιαννούλης Κων. Πολέμης (της Σαμιώτισσας), ο Μιχάλης Αντ. Σαρρής και από τους νεότερους ο Κώστας Νικ. Πολέμης (Γιαλαρός και αυτός). Οταν παραμονή πρωτοχρονιάς καλαντούσαν οι μεγάλοι από σπίτι σε σπίτι, όχι βέβαια για λεφτά αλλά για κέρασμα κρασιού και μεζέδων, η σωστή παρέα έπρεπε να έχει μαζί της σαμπούνα και τουλάχιστο ένα ντουμπί. Θυμάμαι ότι υπήρχαν και άλλες γιορτές που άκουγες τους ήχους της σαμπούνας και μια τέτοια ήταν και στις απόκριες, οπότε στο χωριό φτάνανε και διάφοροι οργανοπαίχτες από άλλα χωριά και έπαιζαν μουσική για να πάρουν από τα σπιτικά κάποιο φιλοδώρημα. Μια τέτοια περίπτωση θυμάμαι και εγώ, πρέπει να ήμουν πολύ μικρός, τριών το πολύ τεσσάρων, εκεί γύρω στο 1950. Μου είχε κάνει τόσο μεγάλη εντύπωση ο ήχος που έβγαινε από το τομάρι του ζώου που στην άκρη του υπήρχε και μια φλογέρα, που φαντάστηκα ότι αν αποκτούσα και εγώ μια τέτοια, θα έβγαζα σπουδαία μουσική. Όπως όλα τα παιδιά άρχισα τα παρακάλια στην αρχή και τη γκρίνια μετά από λίγο ζητώντας τη μάνα μου να μου πάρει και μένα μία. Η μάνα μου για να με ξεφορτωθεί φέρνει ένα χαρτονόμισμα, μου το δίνει και μου λέει:

 

-τράβα στου Μπουλμέτη (σημ. του μπακάλη) και ζήτα του να σου δώσει.

 

Το χαρτονόμισμα έγραφε απάνω 10.000 δραχμές και εδώ αρχίζει το ευτράπελο της ιστορίας. Η μάνα μου, μου έδωσε ένα κατοχικό χαρτονόμισμα που ήθελες μια βαλίτσα από δαύτα τον καιρό της κατοχής για να πάρεις ένα καρβέλι ψωμί, με σκοπό να με ξεφορτωθεί. Τα κρατούσαν για ενθύμιο, για προσάναμμα κλπ, ήταν παντελώς άχρηστα. Ελα όμως που έμοιαζε με το δεκαχίλιαρο της εποχής (σημ. αργότερα, την άνοιξη του 1954 στα νομίσματα ο Μαρκεζίνης έκοψε τρία μηδενικά από τα δεξιά, το δεκαχίλιαρο λοιπόν έγινε δεκάρικο και κυκλοφόρησαν μετά από πολλά χρόνια ξανά τα κέρματα, αυτή τη φορά από την πεντάρα μέχρι το τάληρο). Είχαν και τα δύο ένα κοκκινωπό χρώμα, παρόμοιο μέγεθος, δεν πολυμοιάζανε κατά τα άλλα, αλλά κάποιος που δεν πρόσεχε μπορούσε και να γελαστεί.

Αρπάζω το δεκαχίλιαρο, ιδέα δεν είχα για κατοχικά λεφτά, τρέχω στου Μπουλμέτη και δείχνοντας το δεκαχίλιαρο του λέω:

 

-κύριε Μπουλμέτη, μια σαμπούνα!

 

Το μαγαζί του Μπουλμέτη εκτός από μπακάλικο ήταν και σαν καφενείο, αρκετοί σύχναζαν εκεί, τα λέγανε και τραβούσαν και κανένα πιοτό με μεζέ σαρδέλες παστές ή και κανένα κομμάτι ταραμά ή τυρί και φρέσκο ψωμί από του Στεφανή παραδίπλα. Μεταξύ των άλλων ήταν και ο Γιαννούλης Θεοδόση Φαλαγκάς, ανάπηρος πολέμου που ήταν τακτικός θαμώνας εκεί.

Ο Μπουλμέτης είδε αμέσως το κατοχικό δεκαχίλιαρο και για να διασκεδάσει προφανώς και ο ίδιος μου λέει:

 

-καημένε Νικολό, πριν από λίγο έδωσα την τελευταία, έλα από Δευτέρα που θα έχω φέρει και άλλες να σου δώσω!

 

Αλλά ο πονηρός, μου λέει ακόμα:

 

-εκτός αν τη βιάζεσαι, τράβα στου Θοδόση (σημ. το μπακάλικο ακριβώς απέναντι από του Μπουλμέτη) αυτός έχει!

 

Αλλο που δεν ήθελα, τρέχω στου Θεοδόση Φαλαγκά το μπακάλικο με το δεκαχίλιαρο στην ανάταση

 

-Κύριε Θεοδόση, μια σαμπούνα!

 

Ο Θεοδόσης αντίθετα με τον Μπουλμέτη που λειτουργούσε την επιχείρηση του χαλαρά, ήταν πολυάσχολος και με σημαντική σε πλήθος και λογαριασμούς πελατεία από όλους τους άλλους μπακάληδες στο Πανωχώρι. Αρπάζει το κατοχικό, προφανώς το πέρασε για τρέχον δεκαχίλιαρο, το βάζει στο συρτάρι του, πιάνει μια πλάκα πράσινο σαπούνι την τυλίγει σε μια εφημερίδα, μου δίνει και οκτώ χιλιάρικα ρέστα και με τα φρύδια του μου κάνει νόημα να ξεκουμπιστώ και να γυρίσω στο σπίτι μου. Οταν είδα τι μου έδωσε του λέω ότι ήρθα για σαμπούνα και όχι για σαπούνι, αλλά εις μάτην. Βλέποντας ότι δεν υποχωρούσε, γυρνάω στο σπίτι μου και δίνω την πλάκα το σαπούνι και τα ρέστα φυσικά, στη μάνα μου η οποία τότε κατάλαβε τις συνέπειες της δικής της εμπλοκής. Παρατάει τις δουλειές της και πάει τρέχοντας στου Θεοδόση που εν τω μεταξύ της είπα ότι αυτός μου έδωσε το σαπούνι. Φτάνοντας εκεί βλέπει το Θεοδόση να καυγαλαντίζει με τη Σμαρώ του Ανδρέα Στεφάνου του Μιγαδένιου, ότι αυτή δολίως του το πάσαρε. Το δεκαχίλιαρο το πήρε χαμπάρι η Ζάννα του Γιαλαρού όταν ο Θεοδόσης πήγε να της το δώσει σε ρέστα, η οποία το παρατήρησε αμέσως και του το έστρεψε. Τότε ο Θεοδόσης  έβαλε (αδίκως) στο νου του τη Σμαρώ δυο σπίτια παρακάτω που πέρασε και αυτή την ίδια μέρα από το μπακάλικο του και πήγε και την τρακάρισε. Εν τω μεταξύ είχε εμφανιστεί και ο Γιαννούλης ο Φαλαγκάς που άκουσε την επιθυμία μου για σαμπούνα στο μπακάλικο του Μπουλμέτη και έτσι σε λίγο η παρεξήγηση είχε αρθεί με τη μάνα μου βέβαια να μην ξέρει που να κρυφτεί για την επιπολαιότητα της.

 

___________________________________________________________________________________

 

(1) Για να δείτε Στενιώτες που έπαιζαν σαμπούνα πατήστε εδώ και εδώ.