Λίγο πιο πέρα από το καφενείο του Νικατή και μετά τη διασταύρωση με τον κατηφορικό για το κάτω χωριό δρόμο, υψώνεται ακόμα και σήμερα ένα διώροφο οικοδόμημα που ανήκε στον Θεοδόση Σταματίου Φαλαγκά (Ασίκη) (1473) (1).

Από τις ανισοϋψείς πλευρές του, λόγω της μεγάλης στο χώρο του εδαφικής κλίσης, η νότια, με τις δύο, χωρίς εξώστες μπαλκονόπορτες, ίσως είναι η δομικά υψηλότερη στο χωριό.

Στον επάνω και ισόγειο με το δρόμο όροφο του κτηρίου, ήταν το παντοπωλείο του Θεοδόση. Αυτό υπήρξε το μεγαλύτερο σε έκταση και το πλουσιότερο σε ποικιλία τροφίμων και άλλων ειδών μαγαζί στο χωριό.

Στην πρόσοψη του, επάνω από τη δίφυλλη πόρτα της εισόδου είχε ένα μεταλλικό σκέπαστρο. Πάνω από αυτό υπήρχε μια μαρμάρινη πλάκα με το όνομα του κτήτορος:  «ΣΤΑΜ. ΘΕΟΔ. ΦΑΛΑΓΓΑΣ». Κάτω από το σκέπαστρο υπήρχε μια άλλη μέσα σε ξύλινο πλαίσιο πινακίδα με την επωνυμία του μαγαζιού.

Από τη μία και την άλλη πλευρά της εισόδου και σε μικρή απ’αυτήν απόσταση υπήρχαν παράθυρα με ταμπλαδωτή επένδυση που ήταν πάντοτε κλειστά. Σε ένα από αυτά, προς το σπίτι του Κωνσταντίνου Βεστάρχη (116), υπήρχε δέστρα, στην οποία ο Θεοδόσης έδενε το υψηλόσωμο με το κοκκινωπό τρίχωμα μουλάρι του. Μ’αυτό, ο παραγιός του ο Αλέκος, ο γιος του Αλαμπάση από τη Βουρκωτή, έκανε τις μεταφορές των εμπορευμάτων από τη χώρα στο μαγαζί και ο Θεοδόσης ανεβοκατέβαινε από το σπίτι του που ήταν στο κάτω χωριό.

Το μαγαζί λόγω της μεγάλης του έκτασης ήταν χωρισμένο σε δύο άνισους χώρους.

Στο μεγάλο χώρο, που ήταν η είσοδος, υπήρχαν το «τεζιάκι» (ένα γραφείο) και στη δυτική πλευρά, ένας μεγάλος πάγκος με συρτάρια. Αυτά είχαν στην πρόσοψη τους μια μικρή γυάλινη θυρίδα, για να γίνεται ορατό το περιεχόμενο τους από τα εδώδιμα και αποικιακά είδη.

Πάνω από το γραφείο, ένα μεγάλο κάδρο πλαισίωνε τη φωτογραφία του Θεοδόση την περίοδο της στρατιωτικής του θητείας.

Πίσω από το τεζιάκι και σε περίοπτη πάνω από το δυτικό τοίχο θέση, υπήρχαν δύο αφίσες τα οποίες έφερε από τη Σύρα ο εξάδελφος του Λινάρδος Νικολάου Καραπιπέρης (13181).

Η πρώτη από αριστερά, απεικόνιζε ένα φωτεινό παντοπωλείο, με γεμάτα τα ράφια του από διάφορα είδη και τον χαρούμενο μέσα σ’αυτό «μαγαζάτορα». Στο κάτω μέρος της υπήρχαν με εμφανώς ζωηρά γράμματα οι λέξεις «Ο ΠΩΛΩΝ ΤΟΙΣ ΜΕΤΡΗΤΟΙΣ».

Η άλλη απεικόνιζε ένα μαγαζί με σκονισμένα τα άδεια του ράφια, στα οποία κυκλοφορούσαν ποντικοί και τον λυπημένο, με σηκωμένες τις τρίχες της κεφαλής του ιδιοκτήτη. Αυτή στην κάτω της πλευρά είχε την ένδειξη: «Ο ΠΩΛΩΝ ΕΠΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙ».

 

Ο Θεοδόσης έφερε κάποτε καφέ Λουμίδη σε μικρά μεταλλικά κουτιά με το σήμα «Παπαγάλος». Για να το μάθουν οι πελάτες, μου είπε να γράψω με τα καλλιγραφικά μου γράμματα, σε μια μικρή πινακίδα

«Καφές Λουμίδη»

Τα βράδια, όταν ο Μιλτιάδης (123) επέστρεφε στο σπίτι του από το κάτω χωριό, συνήθως περνούσε από του Θεοδόση. Εκείνο το βράδυ, καθώς ο Μιλτιάδης έμπαινε στο μαγαζί του Θεοδόση, αυτός τον φώναξε.

- Ελα να δείς…

Και του έδειξε την πινακίδα. Ο Μιλτιάδης πλησίασε ανασηκώνοντας τα γυαλιά στη μύτη του και με χλευαστικό ύφος λέει στον Θεοδόση:

- Ναι, αλλά ο καφές γράφεται με δύο «φ».

 

Ολόκληρο τον κάτω όροφο του κτηρίου κατελάμβανε ο φούρνος με τις απαραίτητες για τη λειτουργία του εγκαταστάσεις.

Αυτός υπήρξε και ο πρώτος λειτουργικά στο επάνω  χωριό φούρνος. Από τότε τον κινούσε ο Δημήτρης Χαλάς από τον Πιτροφό, με τη βοήθεια της καθ’όλα ευγενέστατης και πάντοτε χαμογελαστής γυναίκας του, της κυρα-Μαρίας. Κάποτε βοηθός του, για εκπαιδευτικό σκοπό υπήρξε και ο Χρήστος Μπουκουβάλας (Κρικρής) (112).

Το δάπεδο στο χώρο του φούρνου, επειδή ακολουθούσε την κλίση του εδάφους, είχε δύο επίπεδα. Στο υψηλότερο ήταν μόνιμα στερεωμένη μια μεγάλη ξύλινη σκάφη (ζυμωτήριο), μια ζυγαριά κι’ένας μεγάλος ξύλινος πάγκος για να πλάθουν τα ψωμιά, που στη συνέχεια τοποθετούσαν μέσα στα στρωμένα στις  μακρόστενες σκαφίδες πανιά, για τη φυσική τους ζύμωση (ανέβασμα).

Στο χαμηλότερο επίπεδο ήταν κτισμένος ο φούρνος, που είχε δάπεδο στρωμένο με μαλτεζόπλακες και πυρότουβλα στη θολωτή σκεπή του. Την απαιτούμενη για το ψήσιμο του ψωμιού θερμοκρασία στο φούρνο έδινε η καύση από τα φρύγανα μέσα σ’αυτόν και ενδεικτικά μέχρι το «άσπρισμα» της οροφής του.

Καθημερινός προμηθευτής τους ήταν ο Γιακουμής Στεφάνου (152), που τα  έφερνε φορτωμένα στο γάιδαρο του και επ’ώμου, από την περιοχή της Αγίας Ειρήνης και του Αγίου Δημητρίου.

Μετά την αποχώρηση του Χαλά, τη λειτουργία του φούρνου ανέλαβε ο από τις Στραπουργιές Στέφανος Γαλανός (1).

Μετά από ένα-δύο χρόνια τον εγκατέλειψε και αυτός, αφού ύστερα από το γάμο του με την σε δεύτερο γάμο Ανεζιώ Ανδρέα Χαρχαρού (11221), έκτισε δικό του φούρνο στο πίσω μέρος του σπιτιού της. Ο φούρνος αυτός εξυπηρέτησε τους επανωχωριανούς αρκετά μετά τον πόλεμο χρόνια και υπήρξε χρονολογικά ο τρίτος στο «απανωχώρι».

Ο Στέφανος, που διετέλεσε τότε και αριστερός ψάλτης στην εκκλησία της Παναγίας, πέρασε στο δεξιό ψαλτήρι μετά το θάνατο του Ηρακλή Σταματίου Πολέμη (11128).

____________________________________

 

(1) στην παρακάτω φωτογραφία, το κτίσμα στον γαλάζιο κύκλο.

 

Μπακάλικο Θεοδόση

 

Πάνω από την είσοδο του κτηρίου σώζεται ακόμα μαρμάρινη πλάκα με χαραγμένο το όνομα

 

ΣΤΑΜ. ΘΕΟΔ. ΦΑΛΑΓΓΑΣ

 

(το όνομα του πατέρα του

 Θεοδόση)

Οδοιπορικό στους  Στενιώτικους δρόμους της Μεσοπολεμικής Περιόδου.

Μέρος α’ - δρόμοι στο Απανωχώρι.

Γράφει ο Επαμεινώνδας Δημ. Λογοθέτης

 

 

Τις φωτογραφίες προσέφερε

και τα σχόλια έγραψε ο Νικολός Εξαδάκτυλος

Πατήστε εδώ για την επόμενη σελίδα

 

 

Πατήστε εδώ για την πρώτη σελίδα

 

 

Πατήστε εδώ για να δείτε μια άλλη περιοχή

 

 

Πατήστε εδώ για επιστροφή στον κατάλογο

με τις περιοχές

 

Πατήστε εδώ για επιστροφή στην αρχική σελίδα

Πρώτος Δρόμος (από το φούρνο του Γλυνού μέχρι τον σημερινό πάνω σταθμό)

Δεύτερος Δρόμος (από την Παναγία μέχρι το Διαραχάκι) - από του Νικατή τον καφενέ μέχρι το σπίτι της Αντωνιούδαινας

Δεύτερος Δρόμος (από την Παναγία μέχρι το Διαραχάκι) - το μπακάλικο του Θεοδόση

Δεύτερος Δρόμος (από την Παναγία μέχρι το Διαραχάκι) - από το μπακάλικο του Μπουζούκου μέχρι το ξυλουργείο του Ρούσσου

Δεύτερος Δρόμος (από την Παναγία μέχρι το Διαραχάκι) - από το σπίτι του Ζαννή Σταμ.Πολέμη μέχρι το μπακάλικο της Καλλιόπης Θ.Μπουκουβάλα