Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

η διατροφή των Στενιωτών κατά τη διάρκεια της Κατοχής

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου)

 

Στη διαμόρφωση του κειμένου βοήθησαν η μητέρα μου, και οι φίλοι του ιστότοπου Μιχάλης Γλυνός, Μαρία Μαργέτη, Μαρία Ευ. Μπουκουβάλα, Αντώνης Χρ. Μπουκουβάλας, Ελένη Ι. Ξηροπαΐδη, Κώστας Ν. Πολέμης και Γιώργης Σύμπουρας.

 

Από τις κουβέντες που άκουγα μικρός από τη γιαγιά μου τη Βιολάντη μου έχουν μείνει αυτές με ιστορίες της κατοχής.  Ενα μεγάλο ας το πούμε κεφάλαιο από αυτές τις  ιστορίες αφορούσε την καθημερινή αναζήτηση τροφής. Καταστήματα με τη μορφή που τα γνωρίζουμε σήμερα, μπακάλικα, μανάβικα κλπ. είχαν κλείσει από τις δυνάμεις κατοχής και ο κόσμος έπαιρνε τρόφιμα από ειδικά «καταστήματα» ελεγχόμενα από τους κατακτητές, με δελτίο, μια φορά το μήνα. Η ποσότητα των τροφίμων που αναλογούσε στον καθένα ήταν λιγοστή και παρά τις προσπάθειες των νοικοκυρών να οικονομήσουν, αυτά εξαντλούνταν πολύ-πολύ νωρίς. Οι κατακτητές μάλιστα είχαν αρνηθεί τα κουπόνια σε άτομα τα οποία ήταν ή θεωρούσαν ότι ήταν παχύσαρκα!

Η γιαγιά μου, όπως και οι περισσότερες νοικοκυρές στις Στενιές, με το αλεύρι που έπαιρναν με το δελτίο, ζυμώνοντας το με γάλα, έφτιαχναν φιδέ. Ο φιδές, όχι με τη μορφή που τον γνωρίζουμε σήμερα, γινόταν τρίβοντας μεταξύ δείκτη και αντίχειρα, μικρή ποσότητα (όσο μια μέτρια ελιά) ζύμης. Το φιδέ αυτόν τον άφηναν να στεγνώσει και τότε ήταν έτοιμος για κατανάλωση. Εκτός από φιδέ έφτιαχναν και τραχανάδες που και αυτοί γίνονται με αλεύρι και γάλα. Γάλα υπήρχε κατά την κατοχή αλλά όχι για τον καθένα. Αρκετοί είχαν από πριν την κατοχή μια - δυο κατσίκες για να παίρνουν γάλα αλλά και αυτές δεν κατεβάζουν γάλα παρά μόνο κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Μερικοί Στενιώτες οι οποίοι είχαν αρκετές κατσίκες, είχαν την ευχέρεια να πουλούν και το γάλα τους, αλλά πάντα με κίνδυνο να υποστούν κυρώσεις από τους κατακτητές. Στο χωριό υπήρχε κάποιος (έμενε σε σπίτι στα πιο ψηλά του χωριού, πλεονέκτημα για όσους ήθελαν να είναι μακριά από αδιάκριτα βλέμματα, χωριανά ή του κατακτητή) που είχε κατσίκες κάπου πολύ μακριά από το χωριό. Σε πολύ δικούς του ανθρώπους πουλούσε εκατό δράμια γάλα. Ομως σιγά σιγά μαθευόταν το γεγονός και κάθε τόσο εμφανιζόταν κάποιος καινούργιος πελάτης και του έλεγε:

 

- κυρ (το όνομα του) θα μου φέρνεις και μένα λίγο γάλα?

- Βεβαίως! (χατίρι δε χάλαγε).

 

Αλλά αυτός, όσο γάλα έδινε στο νέο πελάτη το αντικαθιστούσε με νερό από του Μίτη. Ετσι, μετά από κάμποσες εβδομάδες όλοι παίρνανε "γάλα" το οποίο είχε καταλήξει να είναι ένα νερουλό γαλάζιο υγρό ελάχιστης θρεπτικής αξίας! Αλλά που να πεις τα παράπονα σου...

Ενα σημαντικό θέμα ήταν και το νόμισμα κατά τη διάρκεια της κατοχής. Μόλις ξεκίνησε η κατοχή τα προκατοχικά χαρτονομίσματα ακυρώθηκαν και τυπώθηκαν νέα, τα λεγόμενα κατοχικά. Ο πληθωρισμός ο οποίος έτρεχε με ιλιγγιώδεις ρυθμούς  τα καθιστούσε πρακτικά άχρηστα. Θυμάμαι τον πεθερό μου να διηγείται ότι στα καφενεία της Αθήνας πλήρωνες με την παραγγελία και μετά ερχόταν ότι ζητούσες γιατί εν τω μεταξύ θα είχε αλλάξει η τιμή του! Για το λόγο αυτό, του πληθωρισμού δηλαδή, οι περισσότεροι πωλητές αν όχι όλοι, ζητούσαν ανταλλαγή με αντικείμενα και όχι με χρήματα. Η κα Ελένη Ξηροπαΐδου μας ανέφερε οτι η γιαγιά της που ήταν προνοητικό άτομο, φρόντιζε να προμηθεύεται από τη Χώρα πράγματα που θα μπορούσε να ανταλλάξει με τους Βουρκωτιανούς οι οποίοι απέφευγαν να επισκεφτούν περιοχές όπως η Χώρα. Ανταλλάσσοντας αντικείμενα όπως κουβαρίστρες, ποτάσα (για να φτιαχτεί σαπούνι) και άλλα παρόμοια, κατάφερε να γλυτώσει τα χρυσαφικά της.

Από το σπίτι της γιαγιάς μου πρώτα έφυγαν τα προικιά που είχε φέρει ο πάππους ο Δημήτρης για τη μητέρα μου, δεκαοκτώ χρονών όταν ξεκίνησε η κατοχή. Σιγά σιγά, ιρλανδέζικα σεντόνια, μαξιλαροθήκες, τραπεζομάντηλα, βέλγικα κεντήματα, κουβέρτες από την Αργεντινή και ότι άλλο μπορούσε να κουβαλήσει για το λόγο αυτό ένα καπετάνιος που είχε κόρη της παντρειάς, πήρε την άγουσα για τα Αρβανίτικα χωριά τα οποία ήταν απομονωμένα από τον έξω κόσμο και ώρες ποδαρόδρομο από το χωριό. Ακολούθησαν έπιπλα, τα μεγάλα χάλκινα τετζερέδια, άχρηστα πια, τι να μαγειρέψει κανείς μέσα σ’αυτά καθώς και πλήθος άλλων χρηστικών αντικειμένων. Το ίδιο συνέβη βέβαια και στα περισσότερα Στενιώτικα σπιτικά. Θυμάμαι κάποτε, όταν η μητέρα μου είδε ένα πλαστικό μπανάκι που είχαμε στο κλουβί του καναρινιού μας, μας είπε ότι και στο σπίτι της είχαν μπανάκι για το καναρίνι τους αλλά αυτό ήταν πορσελάνινο και στο σχήμα μπανιέρας με τέσσερα πόδια, σαν και αυτές που βλέπουμε σε ταινίες εποχής. Βέβαια ούτε αυτό γλύτωσε και κάποτε ανταλλάχτηκε με κάτι φαγώσιμο, ίσως με μια οκά πατάτες, και μετεξελίχτηκε στο νέο του περιβάλλον το πιθανότερο σε τασάκι.

Οταν ο κόσμος είδε ότι η κατάσταση με το θέμα του φαγητού δεν πήγαινε καθόλου καλά, άρχισαν όλοι να σπέρνουν στους κήπους και στα χτήματα και να φυτεύουν διάφορα, ακόμα και σε γλάστρες. Η γιαγιά μου που είχε από τη μητέρα της ένα ποτιζούμενο χτηματάκι στο Λιδαίο είχε πάντοτε πάρα πολλά κρεμμύδια τα οποία έπλεκαν σε πλεξάνες και τα έκρυβαν στο σερβανί στην τραβάκα του σπιτιού. Τα κρεμμύδια άλλοτε βρασμένα μόνα τους με λίγες σταγόνες λάδι και άλλοτε σαν συμπλήρωμα σε άλλα φαγητά ήταν το υπ’ αριθμόν ένα είδος στο καθημερινό σιτηρέσιο στο σπίτι της.

Εκτός από τα γεωργικά προϊόντα ιδιαίτερη μνεία δόθηκε και στο θέμα των αυγών και του κρέατος. Σύντομα δημιουργήθηκαν κοτέτσια και αποκτήθηκαν και κατσίκες που τις ανατρέφανε και τις στεγάζανε δίπλα στα σπίτια τους, στις πίσω αυλές. Η κα Ελένη Ξηροπαΐδη αναφέρει την ιστορία της γιαγιάς της που πήγαινε από τα χαράματα στο Συνετί για να πάρει σπόρους για να τους φυτέψει την ίδια μέρα σε χτήμα που είχε στη Θεοτόκο, πάνω από δέκα ώρες ποδαρόδρομο μέχρι να γυρίσει το βράδυ στο σπίτι της. Οπως αυτή και οι περισσότερες Στενιώτισσες μόνες τους στην Κατοχή, να πολεμάνε να τα βγάλουνε πέρα, οι άντρες, οι περισσότεροι ναυτικοί, αποκλεισμένοι από τον πόλεμο εκτός Ευρώπης.

Εκείνοι οι οποίοι βρέθηκαν σε σαφώς πλεονεκτικότερη θέση ήταν εκείνοι που διέθεταν κάποια βάρκα. Οι βάρκες τότε ήταν φυσικά ξύλινες, μεγάλες, κωπήλατες φυσικά και απαιτούσαν ιδιαίτερη σωματική ρώμη, ιδίως για να μπουν και να βγουν προς και από τη θάλασσα. Κατά τον Κώστα Πολέμη η οικογένεια της μητέρας του «σώθηκε» από τη βάρκα τους, είχαν πολύ συχνά ψάρι στο σπίτι τους, και όσο δεν κατανάλωναν σύντομα το πάστωναν με αλάτι που μάζευαν από τα γκρέμνα στα Γιάλια. Μέρος από τα ψάρια το αντάλλασσαν στα αρβανιτοχώρια με κρέας, λάδι, αλεύρι και άλλα γεωργικά προϊόντα. Από τις θύμισες της κατοχής αργότερα, η Ζάννα, η μητέρα του Κώστα του ευχόταν και τον συμβούλευε ταυτόχρονα:

 

- Βάρκα γιε μου να έχεις πάντα!!!!! (Και αυτός, σαν καλό παιδί την άκουσε).

 

Η μητέρα μου κάποτε μου διηγήθηκε ότι μια φθινοπωρινή μέρα (και μόνο μια φορά) σαν από θαύμα, ένα τεράστιο κοπάδι μαρίδες το έβγαλε το κύμα στην παραλία στα Γιάλια. Πολλές εκατοντάδες οκάδες. Αμέσως από στόμα σε στόμα σήμανε συναγερμός και όλοι τρέξανε με κοφίνια και καλάθια να μαζέψουνε όσο περισσότερο ψάρι μπορούσαν. Ολος ο κόσμος βρήκε ψάρι να κουβαλήσει όσο μπορούσε και όσο δε φαγώθηκε διατηρήθηκε στα φανάρια στα σπίτια καλυμμένο με σάλτσα «σαβόρο» (αλεύρι, αλάτι, ξύδι, σκόρδο και δεντρολίβανο στο ζεστό λάδι που μόλις είχε τηγανιστεί το ψάρι) για αρκετές ημέρες ακόμα.

Κατά τη διάρκεια της κατοχής στο μέτρο του δυνατού υπήρχε αλληλεγγύη μεταξύ των χωριανών αλλά και από τη μεριά ατόμων από άλλα χωριά, ιδίως από τη Βουρκωτή. Μια τέτοια περίπτωση ήταν και η οικογένεια του Ανδρέα Ζαννάκη από τη Βουρκωτή που ήταν γνωστός με το παρεπώνυμο «Σωτήρος». Ο πάππους μου ο Δημήτρης Λογοθέτης, καπετάνιος πριν από την κατοχή, είχε πάρει μαζί του τον Σωτήρο σε καράβι όταν αναζητούσε ο τελευταίος δουλειά, παρόλο που μέχρι τότε ήταν άσχετος με τη θάλασσα. Ο Σωτήρος μάλιστα από εκτίμηση πού είχε προς τον πάππου μου του ζήτησε να κουμπαριάσουν όπως και έγινε. Σε όλη την περίοδο της κατοχής (ο πάππους μου είχε εν τω μεταξύ πεθάνει) έδειχνε την ευγνωμοσύνη του, προσκαλώντας συχνά την οικογένεια της χήρας γιαγιάς μου να πηγαίνει στο σπίτι του στη Βουρκωτή για να τους περιποιηθεί. Και όχι μόνο αυτό, αλλά της ζητούσε να φέρνει μαζί της όποιο κουμπαράκι (εννοούσε ανίψι της) αυτή ήθελε. Η γιαγιά μου μου είχε διηγηθεί ότι κάποιοι μπακάληδες είχαν κρύψει τρόφιμα (με βαριές ποινές άμα τους πιάνανε). Ο θείος μου Επαμεινώντας μέσα στην Κατοχή είχε πάθει τύφο. Ο μπακάλης ο Σπούγιας το έμαθε και όσο να γίνει εντελώς καλά έφερνε σπίτι μας πάστα (ζυμαρικά) και ρύζι. Οταν ανέρρωσε ο θείος μου και ο γιατρός είπε στη γιαγιά μου ότι έπρεπε να φάει και λίγο κρέας, προθυμοποιήθηκε ο γέρο Φρατζέσκος Ζαννάκης (ο Καλαβρός, πατέρας του κρεοπώλη Μιχάλη Ζαννάκη) και της έδινε κρυφά κρέας με σημείο συνάντησης το εξωκλήσι του Αγίου Δημητρίου στο δρόμο προς τη Βουρκωτή. Στο σπίτι μας πάντα ανέφεραν με εκτίμηση αυτούς τους δύο οι οποίοι συμπαραστάθηκαν στη γιαγιά μου η οποία μόλις πριν την κατοχή είχε χηρέψει.

Ο Καλαβρός από τη Βουρκωτή περίπου μια φορά το μήνα και μετά από συνεννόηση, έφερνε στο χωριό κρυφά ένα μοσχάρι τεμαχισμένο στα τέσσερα και το πουλούσε σε συγκεκριμένα άτομα. Τα άτομα αυτά ήταν η γιαγιά μου Βιολάντη Γιαλούρη-Λογοθέτη, ο αδελφός της Μιχάλης Γιαλούρης, η Κοκόνα Μπεγλέρη-Μπουκουβάλα και η Ασημίνα Κουτσούκου σύζ. του αδελφού της γιαγιάς μου, Νικολού Γιαλούρη ο οποίος με την έναρξη του πόλεμου βρέθηκε να ταξιδεύει και όλο το διάστημα μέχρι να ανοίξει ο κόσμος το πέρασε έξω από την Ελλάδα. Η μητέρα μου θυμάται ότι η αμοιβή ήταν ένα τσουβαλάκι κατοχικά χαρτονομίσματα. Ο Καλαβρός, που η μητέρα μου τον θυμάται να είναι ντυμένος με βράκα και ζωνάρι, κουβαλούσε το κρέας νύχτα γιατί αν τον έπιαναν οι Ιταλοί η ποινή θα ήταν πολυετής φυλάκιση. Το κρέας έφτανε μέχρι τον Αγιο Δημήτριο φορτωμένο σε γάιδαρο και από κει μέχρι το σπίτι μας φορτωμένο στην πλάτη του γέρο Καλαβρού, απόσταση που κάποιος ξεφόρτωτος και μέρα θα ήθελε κοντά μισή ώρα να την κάμει. Το σπίτι της γιαγιάς μου ήταν στο πάνω μέρος του χωριού και ο Καλαβρός φρόντιζε να είναι εκεί τουλάχιστο δυο ώρες πριν να ξημερώσει. Η γιαγιά μου του έστρωνε στρωσίδια κάπου μέσα στο σπίτι και εκεί κοιμόταν αποκαμωμένος, και μετά όταν ξυπνούσε περίμενε να φτάσει η νύχτα για να γυρίσει στη Βουρκωτή μιάμισυ ώρα δρόμο γι΄αυτόν. Ο φόβος ήταν ότι αν κάποιος Ιταλός αλλά και χωριανός τον έβλεπε, θα καταλάβαινε τη δοσοληψία και η όλη επιχείρηση θα έπαιρνε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο οριστικό τέλος. Ο Μιχάλης Γιαλούρης και η Κοκόνα έμεναν κοντά στο σπίτι της γιαγιάς μου και έπαιρναν το κομμάτι τους την ώρα που ο Καλαβρός το έφερνε. Το κομμάτι της Ασημίνας το κουβαλούσε σε δόσεις η μητέρα μου Αννα κρυμμένο κάτω από ένα μποξά ή κάποιο πανωφόρι. Το πρώτο πράγμα που μαγειρευόταν ήταν τα κόκκαλα, γδαρμένα από το κρέας τους, τα οποία τα βράζανε πρώτα-πρώτα για σούπες. Το κρέας το μαγείρευαν όσο θα κρατούσε, ψυγεία δεν υπήρχαν τότε και το υπόλοιπο το πάστωναν με αλάτι που μάζευαν από τα γκρέμνα στα Γιάλια ή το έκαναν πασπαλά και το φύλαγαν σε γλίνα. Ο πασπαλάς ήταν μια παλιά συνταγή για να διατηρούν κρέατα (το ψαχνό μέρος, όχι κόκκαλα). Αρχικά τα πασπάλιζαν με χοντρό αλάτι και κατόπιν τα πίεζαν για μια δυο μέρες με βαριές πλάκες ώστε να αφυδατωθούν κατά το δυνατό. Μετά τα καβούρντιζαν για αρκετά λεπτά σε γλίνα και τα διατηρούσαν μέσα σε μπουρνιές με τη γλίνα που τα καβουρντίσανε και έτσι είχανε κρέας για αρκετές εβδομάδες ή μέχρι να φτάσει το επόμενο φορτίο από τη Βουρκωτή. Η γιαγιά μου για το λόγο αυτό και για το γεγονός ότι ο γέρο Καλαβρός έφερνε κρέας στον γιο της τον Επαμεινώνδα όταν αυτός πέρασε τον τύφο, τον είχε πάντα σε μεγάλη εκτίμηση και μετά την κατοχή ψώνιζε μόνο από αυτόν κρέατα.

Η κα Μαρία Μπουκουβάλα μας μετέφερε διήγηση προς την ίδια του πατέρα της, του Στρατηγού Βαγγέλη Μπουκουβάλα ότι ανταλλάξανε το γραμμόφωνο που είχε φέρει στο χωριό πριν τον πόλεμο ο πατέρας του Αντώνης, Πρώτος Μηχανικός στα βαπόρια το επάγγελμα, με μία κατσίκα από αρβανίτη της Βουρκωτής ή του Απροβάτου, δεν θυμάται η ίδια από που.

Ολοι οι νεαροί αλλά ακόμα και δεκάχρονα παιδιά ξεκινούσαν συχνά για να φέρουν τρόφιμα στα σπίτια τους. Τα παιδιά σε κοντινά χωριά δηλαδή μέχρι το Συνετί και τον Πιτροφό, αλλά οι νεαροί σε μέρη μέχρι τα βορειότερα χωριά της Ανδρου, το Καλιβάρι και το Βαρίδι. Μια φορά ο θείος μου ο Επαμεινώνδας μου διηγήθηκε ότι κουβαλούσε από το Καλιβάρι έναν πετεινό μέσα σε ένα τουρβά για να μη φαίνεται, αλλά αυτός στο δρόμο ψόφησε. Οταν το κατάλαβε έβγαλε ένα σουγιά και τον έσφαξε. Δε μαρτύρησε το γεγονός στη γιαγιά μου, της είπε ότι τον πήρε σφαγμένο για να μην κάνει θόρυβο, επειδή φοβήθηκε ότι αυτή θα πετούσε τον πετεινό. Τόση λαχτάρα είχε για κρέας.  Η κα Μαρία Μαργέτη μας ανέφερε ότι στις μετακινήσεις αυτές που κρατούσαν για τα μακρινά χωριά δυο και τρεις μέρες, όταν ήταν ανάγκη, για να προστατευτούν από βροχή ή χιόνι ή και για να κρυφτούνε, βρίσκανε καταφύγιο στα ξωκλήσια που αφθονούσαν είναι η αλήθεια σε όλα τα μέρη της Ανδρου. Σε ένα τέτοιο ξωκλήσι αφιερωμένο στον Αγιο Γεώργιο κοντά στο μοναστήρι της Αγίας, βρήκε δυο φορές καταφύγιο ο παππούς της φορτωμένος πράγματα από το Καλιβάρι και γλύτωσε τη μια φορά από καταιγίδα και την άλλη από χιονοθύελλα. Στο ξωκλήσι μπόρεσε και στέγνωσε τα ρούχα του, κοιμήθηκε και μόλις μπόρεσε ξεκίνησε για το χωριό. Η μητέρα της αργότερα, όταν της Ζωοδόχου Πηγής πήγαινε στο μοναστήρι της Αγίας, πάντα προσευχόταν στο ξωκλήσι αυτό. Αλλά και αυτοί που είχαν βάρκες, ένας τέτοιος ήταν και ο πάππους μου ο Μηνάς (Νικολός Εξαδάκτυλος) πήγαιναν με αυτές, ασχέτως καιρού, στης παραλίες της Βόρης, του Ατενιού και του Βιταλιού (και από κει κάμποσο περπάτημα πάλι) για να βρουν και να κουβαλήσουν μερικές φορές κάτω από απίστευτες καιρικές συνθήκες κάτι στο σπίτι τους.

Τα κρέατα ήταν η τροφή πολυτελείας και από αυτά πρώτα τρώγανε τα παιδιά μιας οικογένειας και μετά οι μεγαλύτεροι. Τις εποχές που έβγαιναν χόρτα γύρω από χωριό όλοι γυρνούσανε στα γύρω βουνά και μαζεύανε. Στα χόρτα έπιναν το ζουμί τους μετά το βράσιμο με λίγες σταγόνες λεμόνι σαν ρόφημα για να ξεγελάσουν το στομάχι τους. Λεμόνια υπήρχαν μπόλικα, αλλά τι μπορούσες να κάνεις και με αυτά. Στα χόρτα έριχναν και λίγες σταγόνες λάδι που ο καθένας κουτσά στραβά μπορούσε να προμηθευτεί.  Στην αρχή δεν υπήρχε πρόβλημα να βρεθούν χόρτα, αλλά μετά άρχισαν και αυτά να είναι δυσεύρετα και το «πάω για χόρτα» σήμαινε περπάτημα πίσω από τα Καμίνια, η τη Θεοτόκο σε τακτική βάση, αποστάσεις ωρών που σήμερα φαντάζουν μεγάλες αλλά τότε ο κόσμος τις είχε συνηθίσει. Η μητέρα μου μου έλεγε ότι η γιαγιά μου η Βιολάντη ήταν παχύσαρκη, αλλά στην κατοχή κατέληξε να είναι αδύνατη, όχι τόσο από την πείνα αλλά κυρίως από τους πολύωρους καθημερινούς ποδαρόδρομους. Μαζί με τα χόρτα όταν γυρνούσε στο σπίτι της, τα οποία ήταν ελαφριά σε βάρος κουβαλούσε πάντοτε και φρύγανα, όσα μπορούσε, για προσάναμμα και καύσιμο. Ο Κουκής (Θοδωρής Μπαφαλούκος) που είχε ζήσει πολλά χρόνια στο Ορεγκον της Αμερικής ήταν ο μόνος στο χωριό που γνώριζε τους βολβούς, τους μάζευε στο λόφο ανάμεσα σε Αγία Φωτεινή και Χιονατάκι, ήξερε να τους ξεπικρίζει και να τους κάνει τουρσί. Αλλα χόρτα που καταναλώθηκαν σαν κύριο πιάτο το διάστημα της κατοχής ήταν τα λεμπίνια. Κατά τον αδελφό της μητέρας μου τον Επαμεινώνδα Λογοθέτη ο οποίος μετά την Κατοχή σπούδασε στο Φυσιογνωστικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόκειται για ένα αυτοφυές φυτό της οικογενείας των ψυχανθών, του γένους Lupinus, ο Λούπινος ο Λευκός (Lupinus Albus) και Λούπινος ο Κυανούς (Lupinus Luteus), κοινά γνωστά σαν Λούπινα ή Λούμπινα και στο χωριό μας σαν Λεμπίνια. Στις Στενιές, το κάτω μέρος του χωριού, το «Κατοχώρι» είναι ολόκληρο μέσα στο πράσινο. Αντίθετα, το πάνω μέρος του χωριού, το «Πανωχώρι», είναι σχετικά ξηρό και άδεντρο. Παλιότερα στο Πανωχώρι, σ’όλες τις ακάλυπτες εκτάσεις, ακόμη και στα κράσπεδα των τότε χωματόδρομων ήταν εξαπλωμένο το λεμπίνι. Γι’αυτό το λόγο οι Κατωχωριανοί στις κατ’ιδίαν τους συζητήσεις αναφερόμενοι στους Απανωχωριανούς τους αποκαλούσαν χλευαστικά «Λεμπινοχωριανούς» και την περιοχή «Λεμπινοχώρι». Στην περίοδο όμως της κατοχής και της μεγάλης πείνας το 1942, οι Κατωχωριανοί ανέβαιναν στο «Λεμπινοχώρι» και γέμιζαν τα καλάθια τους με τους καρπούς από τα λεμπίνια. Απ’αυτούς έβγαζαν τα λευκά σαν τα φασόλια σπέρματα και αφού τα έβραζαν, αφαιρούσαν το περίβλημα τους (το περισπέρμιο) και τα έτρωγαν, αφού προηγουμένως τα άφηναν για αρκετές ημέρες στο νερό για να ξεπικρίσουν. Πολλές μανάδες τα απέφευγαν σχολαστικά, φοβούμενες δηλητηρίαση παρόμοια με αυτή που κάτω από ορισμένες συνθήκες μπορούν να προκαλέσουν τα κουκιά, και δεν τάιζαν τα παιδιά τους με αυτά. Μια άλλη τροφή που για όλους τους Ελληνες ήταν τροφή των χοίρων μόνο, αλλά κατέληξε να είναι γκουρμέ πιάτο στην Κατοχή, ήταν τα χαρούπια ή ξυλοκέρατα, γνωστά σε εμάς σας κουντουρίδια. Κατά τη μητέρα μου τα κουντουρίδια δεν είχαν πέραση στο χωριό, δεν τα είχε δει ποτέ αλλά ενδέχεται να κάνει και λάθος. Βέβαια όταν την πίεσα να θυμηθεί, μου απάντησε ότι αυτά που εύρισκε και έτρωγε ο καθένας δεν τα ανακοίνωνε στους άλλους. Μπορεί κάποιος να έβρισκε και να τα έτρωγε, μου είπε συμπληρώνοντας, αλλά εγώ δεν το γνώριζα. Οσοι είχαν συκιές ξέραιναν τα σύκα στον ήλιο και τα φυλάγανε σαν ξηρή τροφή μέχρι την επόμενη σοδειά. Τοτε που ο κόσμος φρόντιζε τα δέντρα του το να ξεκινάς τη χρονιά με δυο μεγάλα πιθάρια ξερά σύκα, δεν ήταν ασυνήθιστο πράγμα.

Στη Κατοχή επινοήθηκαν και πλήθος νέες συνταγές για φαγητά με τα βρισκούμενα της εποχής. Ο κος Μιχάλης Γλυνός αναφέρει τη μητέρα του η οποία του έφτιαξε κάποτε «κατοχικά ραβιόλια», χόρτα δηλαδή τυλιγμένα στο ζυμάρι και βρασμένα. Από τα πιο άνοστα είπε, πράγματα που έχει φάει ποτέ στη ζωή του και αυτό για να μάθει, κατά τη μητέρα του, να εκτιμά τα αγαθά που έχει σήμερα και να μην θεωρεί τα πάντα δεδομένα. Αλλο διαβόητο φαγητό ήταν η σούγλη. Παλαιότερα δυνατή τροφή που δινόταν σε αδύναμους, εγκύους και λεχώνες. Ηταν αλεύρι καβουρντισμένο σε βούτυρο ή λάδι στο οποίο πρόσθεταν γάλα (κάτι σαν αραιή μπεσαμέλ) πασπαλισμένο στο τέλος με ζάχαρη, κανέλλα και τριμμένα καρύδια. Από την κατοχική σούγλη λείπανε τα πρόσθετα και το γάλα ήταν πάντα αραιωμένο μέχρι εκεί που δεν έπαιρνε. Μια φορά νεαρός δοκίμασα την κανονική και πλούσια σε αρτύματα σούγλη, και ενώ σαν άτομο έτρωγα τα πάντα, ομολογώ ότι αυτό το φαγητό δεν κατέβαινε με τίποτα. Εκτός από νέες συνταγές είχαν επινοηθεί και υποκατάστατα. Παρεμφερής με τη σούγλη ήταν και ο κοψός. Ο κοψός ήταν χοντροαλεσμένο σιτάρι ή συνηθέστερα καλαμπόκι, βρασμένο από μόνο του ή σε «γάλα», κάτι δηλαδή σαν το πόριτζ. Ο καφές που ήταν σε παντελή έλλειψη αντικαταστάθηκε από αλεσμένο και καβουρντισμένο ρεβίθι (για εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις γιατί το ρεβίθι άξιζε περισσότερο σαν τροφή παρά σαν ρόφημα) ή συνηθέστερα από αλεσμένο και καβουρντισμένο κριθάρι το οποίο στις καλές εποχές προοριζόταν μόνο για ζωοτροφή.

Τέλος, σε όλα τα βάσανα των Στενιωτών είχε προστεθεί και η κλεψιά εκ μέρους των Ιταλών, οι οποίοι δεν θα είχαν και πολύ καλή τροφοδοσία, ήταν πειναλέοι και αυτοί και όλο γυρνοκοπούσαν στα χωριά μπας και βρούνε κάτι φαγώσιμο να κλέψουν. Οταν έβλεπαν κάποιο σπίτι κλειστό, καταλάβαιναν ότι οι νοικοκυραίοι λείπανε για χόρτα ή για ξύλα ή στα χτήματα τους και μπουκάρανε μέσα για να κλέψουν ότι φαγώσιμο έβρισκαν. Κάποιοι Ιταλοί πάλι (κυρίως από την νότια Ιταλία και ειδικά από την Καλαβρία) είχαν περιλάβει από τα πολύ παλιά χρόνια και το κρέας της γάτας στις διατροφικές τους συνήθειες. Επειδή δεν τους ήταν εύκολο να κυνηγήσουν τις γάτες του χωριού γυρνούσαν με καρβελάκια ψωμί και αντάλλασαν κάθε γάτη με ένα έως τρία από αυτά. Δεν είναι γνωστή κάποια περίπτωση ανταλλαγής στο χωριό, εκτός από μία στη γειτονιά μας, που την ανταλλαγή είδε μεταξύ άλλων και η μητέρα μου, που ένας γηραλέος γάτης ανταλλάχτηκε για ένα καρβελάκι. Το αστείο στην ιστορία αυτή που έχω γράψει ξανά, ήταν ότι οι Ιταλοί γύρισαν την άλλη μέρα και ζητούσαν το καρβελάκι πίσω γιατί ο γάτης δεν έβραζε!

 

 

 

 

Πάνω και αριστερά τα δελτία τροφίμων με τα κουπόνια τους, της Λασκαρώς Χαρχαρού (1321) #1400 συζ. Κωνσταντίνου Χαζάπη.