|
(13. Ξεσπά ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος. Η Ιταλία επιτίθεται στην Ελλάδα. Παράλληλα εμφανίζεται παντού και η Μαύρη Αγορά).
Εδωσα 25.000 του Μπόνη και κράτησα τις 25.000 για να τζιράρω. Τα ζώα με τα φορτία της ξυλείας έπρεπε μόλις φθάνανε στο χωριό, κανονικά έπρεπε να κάνουν το γύρο της Παναγίας. Είπα του Φυρίου να περνάνε μέσα από την πλατεία του χωριού που ήταν το μαγαζί του Σπούγια (Κουτσούκος Ανδρέας του Λεωνίδα (Σπούγιας) (1183) #837 info). Μέχρι το βράδυ κουβαλούσαν. Την άλλη μέρα πήγα στο μπακάλικο του Σπούγια και ψώνισα μερικά τρόφιμα. Με υποδέχτηκε χαμογελαστός. Καλώς τον. Ξέρεις ότι εγώ ψωνίζω χρόνια από τον Θεοδόση (Φαλαγκάς Θεοδόσης του Σταμάτη (1473) #863 info) με τεφτέρι, χτες το βράδυ πήγα και τον ξόφλησα. Μου είπε ο Μηνάς (Εξαδάκτυλος Νικολός του Γιάννη (12) #803 info) να ψωνίζω από σένα. Τώρα και εσύ θα μου κάνεις βερεσέ και θα σε ξοφλήσουμε στο τέλος του μήνα. Εντάξει Μισιρλή, το μαγαζί δικό σου, ας έρχεται η Ελισώ να ψωνίζει ότι θέλει. Ετσι τακτοποιήθηκε και αυτό το ζήτημα. Εγώ είχα εξασφαλίσει δουλειά μέχρι τη Λαμπρή του επόμενου έτους, γιατί είπα στον Μηνά ότι θέλω να μόνος μου να εργαστώ στη δουλειά του γιαπιού και ότι μικροδουλειές παρουσιάζονταν, να τις κάνει ο Φυρίος στο μαγαζί. Εξασφαλίστηκε και το ταξίδι της Ελισώς με τα παιδιά στην Πόλη. Εγιναν οι εξετάσεις, το απολυτήριο του Τάκη με άριστα. Τον Οκτώβριο θα πήγαινε στο Γυμνάσιο Ανδρου. Μετά τις εξετάσεις οι ταξιδιάρηδες πήγαν στην Αθήνα και έμειναν στο Περιστέρι ώσπου να βγουν τα διαβατήρια. Αργησαν γιατί είχαν μπλεξίματα στις διατυπώσεις κάπου 20 μέρες. Επιτέλους έφυγαν για την Πόλη. Εγώ έμεινα μόνος στο χωριό. Ημουν 39 ετών. Οι Ιταλοί λένε, όπου καμπάνα και πουτάνα. Την Κυριακή μετά την εκκλησία με έπαιρνε ο παπαΝίκος (Βασιλόπουλος παπαΝίκος του Ιωάννη (1) #2401 info) και έτρωγα τα μεσημέρια στο σπίτι του. Η Αννα η Μανεσίνα (Σελά ή Σιγάλα Αννα του Ιωάννη (11224) #1656), μου έφερνε που και που φαΐ στο γιαπί και έτρωγα τα μεσημέρια. Εγώ εις ανταπόδοση, της έκανα πολύ καλή δουλειά. Τα ρούχα μου τα έπλενε η θεία η Ανεζιώ (Πολέμη Ανεζιώ του Ζαννή (111224) #142, σύζ. Πασχάλη Σωκράτη του Δημήτρη), έτρωγα καμιά φορά και σε εκείνη. Η γειτόνισσα η Φραεσκούλα (Διαβατίδου Φρατζέσκα του Αθανασίου (141145) σύζ. Κυρτάτα Νικολάου του Πέτρου (Οσιου)) έρχονταν και σκούπιζε το σπίτι. Εν ολίγοις δεν ένοιωσα πολύ το μπεκιαρλίκι. Τα βράδια πήγαινα στο Σπούγια, ψώνιζα ξεροφάγια και έκανα μεζέ με το κρασί που έπινα δίπλα, στο μαγαζί του Λούη (Μπεγλέρης Λεονάρδος (Λούης) του Νικολάου (171) #1597 info). Πήγα και στις Μαίνητες τέσσερις φορές με τον Φυρίο. Πηγαίναμε Σάββατο βράδυ και ερχόμαστε τη Δευτέρα το πρωί. Πάντως όταν ήλθε η Ελισώ, βρήκε το θεμέλιο του σπιτιού γεμάτο κονσερβοκούτια και αυγότσουφλα. Η οικογένεια ήλθε στις είκοσι Σεπτεμβρίου από τη Πόλη. Η θεία η Ανεζιώ ήλθε με τη Φωφώ (Πασχάλη Φωφώ του Σωκράτη (111212) #149 info), και καθαρίσανε το σπίτι. Για το τραπέζι της υποδοχής μεταξύ άλλων τηγάνισε και κεφτέδες. Αντί για αλεύρι όμως έκανε λάθος και τις πασπάλισε με τη σκόνη που τρίβουν τους τεντζερέδες και έγιναν σαν στόκος. Στο τραπέζι της υποδοχής, που να μασηθούν οι κεφτέδες, ήταν σαν να μασούσες τσιμέντο. Πήγανε στην κουζίνα και τότε λύθηκε η απορία. Βρε καλά το έλεγα εγώ είπε η θεία Ανεζιώ, αυτοί οι κεφτέδες τσιρίζανε στο τηγάνι, πρώτη φορά μου λάχαινε τέτοιο πράγμα. Πετάξαμε τις κεφτέδες στο σκουπιδοτενεκέ και δωσ’ του καλαμπούρι της θείας διότι όντως, είχε στεναχωρηθεί η καημένη. Την πρώτη Οκτωβρίου γράφτηκε ο Τάκης στο Γυμνάσιο Ανδρου. Για μεσημεριανό φαγητό, πότε του ετοίμαζε η μάνα του από βραδύς πότε του δίναμε λεφτά. Ο Σπύρος στη Δευτέρα Δημοτικού Στενιών. Εν τω μεταξύ είχαμε μείνει πάλι δυο μαραγκοί στο χωριό, εγώ και ο Αντώνογλου (Αντώνογλου Γεώργιος του Νικολάου (112) #4766). Ο Ρούσσος είχε καταφέρει τον πατέρα του να πουλήσει το κτήμα του. Με τα λεφτά που πήρε από την πώληση του κτήματος και τις 40.000 που του έδωσε ο πεθερός του για προίκα, έκτισε στην Αμμο (σημ. το Νειμποργειό) της Χώρας μια αποθήκη για ξυλεμπόριο. Ενας συγγενής του παπά, ξυλέμπορος από την Πάρο του έστειλε με καΐκι ξύλα για να τα πουλάει στην Ανδρο και να του στέλνει τα λεφτά. Φαντάστηκε ότι μπορούσε να συναγωνιστεί τους ξυλέμπορους της Ανδρου, τον Μπόνη και τον Σιγάλα του οποίου ο γιος ο Σπύρος παντρεύτηκε την Ευανθούλα (Πολέμη Ευανθούλα του Δημητρίου (1412211) #1051 info). Σε έξη μήνες φαλίρησε. Την αποθήκη την αγόρασε ο Σιγάλας. Ο Ρούσσος έφυγε για την Πάρο που είχε ξαναπάει ως παπάς ο πεθερός του. Οπως είχε αποτύχει ως ξυλουργός απέτυχε και ως έμπορος. Εφυγε το 1938 και ήλθε το καταραμένο 1939. Η Ελισώ έμεινε έγκυος αυτή τη φορά για την κόρη της τη Ρούλα (Μισιρλή Ρούλα του Θεοδώρου (11122612)). Οσο προχωρούσε αυτή η χρονιά άλλο δεν έγραφαν οι εφημερίδες ότι επρόκειτο να γίνει πόλεμος. Ηλθαν οι εξετάσεις, ο Τάκης πέρασε στη Δευτέρα Γυμνασίου αριστούχος. Ο Σπύρος στην Τρίτη Δημοτικού. Εν τω μεταξύ η Φωφώ είχε αρραβωνιαστεί με ένα μικροέμπορο Γεώργιο Λογοθέτη που είχε αποθήκη και μπακάλικο στη Χώρα. Ηταν άσχημος και το πηγούνι του ήταν στραβό. Στραβοπήγουνο τον λέγανε. Αν και ήταν νόστιμο κορίτσι, ηθικό και επαγγέλονταν τη μοδίστρα στο χωριό κανένας γαμπρός της προκοπής στο χωριό δεν βρίσκονταν να την πάρει. Αμέσως άρχισαν να επισκευάζουν το σπίτι της Ανεζιώς και εγώ ανέλαβα να κάνω τα πατώματα και τα έπιπλα της. Ο Στραβοπήγουνος κάθε τόσο μετάνιωνε και χαλούσε το γάμο. Ετρεχε η Ελισώ στη Χώρα και τα έφτιαχνε. Να’ σου τον πάλι ύστερα από ένα μήνα τα χάλαγε. Ερχόταν η θεία Ανεζιώ στο σπίτι μας και μας τα έλεγε. Να’ σου πάλι η Ελισώ με φουσκωμένη την κοιλιά να πάει στη Χώρα, να τον καλοπιάσει και να τα σιάξει. Στα τελευταία πια, αφού του είπε: έλα βρε Γιώργη, στο θεό σου θα γεννήσω στους δρόμους εξ αιτίας σου, τον κατάφερε οριστικά πια. Ερχονταν στο χωριό φορτωμένος τρόφιμα και επί τέλους, μια και ήταν έτοιμη και η νύφη, αποφάσισαν να γίνει ο γάμος αρχές Οκτωβρίου. Ο Τάκης πέρασε στην Τρίτη Γυμνασίου και ο Σπύρος στην Τετάρτη Δημοτικού. Η Ελισώ ετοιμάζονταν για τη γέννα της. Το πρωί είχαμε φέρει ασπριτζή να γαλακτίσει το σπίτι. Είχα μείνει και εγώ από το μαγαζί για να βοηθώ στη μεταφορά των επίπλων κλπ. Το απόγευμα μόλις είχε φύγει ο ασπριτζής και άρχισε να σφουγγαρίζει η Ελισώ, την έπιασαν οι πόνοι της γέννας. Ετρεξε η Φραεσκούλα και άλλες γειτόνισσες. Συγύρισαν λίγο το σπίτι ενώ κατέφθασε η μαμή η Μπάλσαινα (Πέτσα Μαρία του Βασιλείου (125) #3938 info σύζ. Μπάλση Ευαγγέλου του Νικολάου), την κοίταξε και είπε, σύντομα γεννά, είναι και σύντομη. Ετσι, ενώ η Ελισώ βογκούσε από τους πόνους, επάνω στο σπίτι της θείας Ανεζιώς γίνονταν οι γάμοι της κόρης της με τον Γιώργη τον Λογοθέτη. Νύφη η Φωφώ η οποία ενώ χόρευε τον χορό του Ησαΐα, άκουγε τα βογγητά της ξαδέλφης της, της Ελισώς στην οποία πραγματικά οφείλονταν το αποτέλεσμα αυτού του γάμου. Οπως και στα άλλα παιδιά γέννησε εύκολα στις 6 Οκτωβρίου 1939. Στην κούνια του Σπύρου ξάπλωσε τώρα η Ρούλα. Πάλι το γάλα άφθονο, πάλι βυζάστρες. Ηλθε η νύχτα, πλαγιάσαμε. Το πρωί έφυγε ο Τάκης για το γυμνάσιο. Πήγα να δω τι γίνεται με τη λεχώ. Ειχε σηκωθεί και καμπουριασμένη συγύριζε. Εμπηξα τις φωνές, ήλθε η Φραεσκούλα, την πλάγιασε, τη φοβέρισε πως θα της έλθει αιμορραγία. Τακτοποίησε τον Σπύρο για το σχολείο και έκατσε δίπλα της για να μην ξανασηκωθεί. Κατά το μεσημέρι ήλθαν οι θείες. Μας ευχήθηκαν καλορίζικο το κορίτσι. Τους ευχηθήκαμε καλορίζικος ο γάμος, συγύρισαν λίγο το σπίτι και έφυγαν. Κατά το βραδάκι σηκώθηκε λίγο η λεχώ, ο καημός της ήταν πως δεν είχε προλάβει να βάλει τις κουρτίνες στα παράθυρα. Τις έβαλα εγώ και έτσι ησύχασε. Εν τω μεταξύ στις 1 Σεπτεμβρίου είχε αρχίσει ο πόλεμος μεταξύ Γερμανίας και Πολωνίας για τον διάδρομο που ζητούσε η πρώτη να της παραχωρήσει το Ντάντσιχ η δεύτερη για να ενωθούν οι δύο Γερμανίες. Αμέσως αυξήθηκαν οι ναύλοι και οι αποδοχές των πληρωμάτων. Το χωριό απότομα άδειο από άνδρες. Οι εφημερίδες ανήγγειλαν διαρκώς τις νίκες των Γερμανικών στρατευμάτων. Πλησίαζαν οι γιορτές των Χριστουγέννων, οπότε έγινε κάτι στο χωριό που δεν το περίμενε κανείς. Σε μια νύχτα μέσα οι Στενιώτισσες οι παραλούδες άδειασαν τα μπακάλικα και όλη νύχτα κουβαλούσαν τρόφιμα στα σπίτια τους, μια και εξακολουθούσε ο πόλεμος, να έχουν παρακαταθήκη. Το πρωί που πήγαινα στο μαγαζί, μπήκα στου Σπούγια για να πάρω τσιγάρα. Αδειο το μαγαζί, μόνο στα ράφια κάτι μπουκάλια ούζο, λικέρ και μερικά κουτιά αστακοί, γαρίδες κλπ. Με πρόλαβε, για σένα Μισιρλή όλο και κάτι θα βρεθεί μου είπε. Η γερουσία κάτω από τους πλατάνους είχαν πολεμικές συζητήσεις. Είχα τότε αναλάβει να κάνω τα ψαλτήρια και τα στασίδια και στις δύο εκκλησίες. Δε με συνέφερε να κάνω φασαρία γιατί η γερουσία ήταν επίτροποι στις εκκλησίες και εφορία στο σχολείο. Σε όλο το νησί δεν είχε συμβεί τίποτα, μόνο στις Στενιές είχε γίνει η αρπαγή τροφίμων από την οποία είχαν επωφεληθεί οι μπακάληδες του χωριού πουλώντας ακριβότερα τα τρόφιμα τους. Η Ελισώ όποτε πήγαινε να ψωνίσει στον Σπούγια της έδινε ότι ήθελε. Το χωριό είχε διαιρεθεί σε δύο μερίδες. Στις πλούσιες και στις φτωχιές που τις καταριόταν και τις φοβέριζαν ότι θα τις πάνε στην Αστυνομία. Οταν ήλθε το χωριανό καΐκι του Σαμιωτάκη (Σαμιωτάκης Κωνσταντίνος του Γεωργίου (13) #2836 info) εφοδιάστηκαν πάλι τα μπακάλικα τρόφιμα και καθησύχασε το χωριό. Εγώ δούλευα μόνος τώρα. Ο Φυρίος καθώς και όσοι ήταν παιδιά γεωργών άρχισαν να δουλεύουν τα χτήματα τους. Εφυγε το 1939 και μπήκε το 1940. Ο πόλεμος άρχισε να απλώνεται παντού. Η Γερμανία, η Ιταλία, η Αγγλία και η Γαλλία είχαν υπογράψει σύμφωνο μη επιθέσεως εναντίον της Ελλάδας. Οταν δημοσιεύτηκε αυτή η είδηση, όσες είχαν κρυμμένα τρόφιμα που είχαν αρχίσει να ανάβουν, να σαπίζουν, να μουχλιάζουν, όταν νύχτωνε άρχισαν να τα πετάνε στο ρέμα του χωριού. Τα αλεύρια που τα πετούσαν ούτε οι κότες δεν τα έτρωγαν. Εμείς είχαμε πάνω από 40 κότες. Το πρωί τους ρίχναμε λίγο καλαμπόκι και γραμμή τραβούσαν για το ρέμα που ήταν κοντά στο σπίτι μας και έβοσκαν όλη μέρα. Για νερό ήταν το βρυσαράκι, από αυτό έπινα. Τώρα γύριζαν το βράδυ στο κοτέτσι μας παραχορτάτες, διάλεγαν από αυτά που έριχναν οι πλούσιες για να χορταίνουν οι φτωχοί. Την 1η Οκτωβρίου 1940 ο Τάκης πέρασε όπως και τις άλλες χρονιές αριστούχος στην 4η Γυμνασίου και ο Σπύρος στην 6η δημοτικού. Ο πόλεμος πια είχε απλωθεί σχεδόν σε όλα τα κράτη της Ευρώπης. Οι Γερμανοί τορπίλιζαν με τα υποβρύχια τους όσα εμπορικά καράβια εξυπηρετούσαν τους αντιπάλους τους. Μερικοί από τους χωριανούς ναυτικούς όσοι ταξίδευαν στη Μεσόγειο και σε άλλα λιμάνια της Ευρώπης, ξεμπαρκάριζαν και κατέφθαναν στο χωριό. Οι δουλειές λιγόστευαν. Ο Αντώνογλου είχε αρρωστήσει και τον είχαν στο νοσοκομείο της Χώρας. Εγώ τότε είχα αναλάβει να κάνω το γιαπί της Μαριγούλας (Μπουκουβάλα Μαριγούλα του Θεόφιλου (1321) #1717 σύζ. Γιαλούρη Γιαννούλη (στο πάνω μέρος του Κακόβολου)) της μπακάλισσας με τον όρο να μου αγοράσει εκείνη τα ξύλα και εγώ έναντι των ημερομισθίων να ψωνίζω από το μπακάλικο της. Ευτυχώς και προλάβαμε και κουβαλήσαμε τα ξύλα στο γιαπί της γιατί ύστερα από 5 ημέρες η Ιταλία παραβαίνοντας τη συνθήκη περί μη επιθέσεως που είχε υπογράψει με την Ελλάδα, ξαφνικά την 28η Οκτωβρίου 1940 τα στρατεύματα που είχε συγκεντρώσει στην Αλβανία με την οποία είχε φιλικές σχέσεις, εισέβαλαν στην Ελλάδα από την Ήπειρο πριν ακόμα κηρύξει τον πόλεμο με μας. Στις τρεις τα μεσάνυχτα ο Ιταλός πρεσβευτής πήγε στο σπίτι του πρωθυπουργού Μεταξά, τον ξύπνησε και του είπε: Εάν η Ελλάς μας παραχωρήσει διαδρόμους προς το Αιγαίο, έχει καλώς, ειδ’ άλλως θα σας κηρύξουμε τον πόλεμο και θα αιχμαλωτίσουμε τα στρατεύματα σας. Αυτός είναι ένας πρωτοφανής άνανδρος εκβιασμός εκ μέρους ενός μεγάλου κράτους προς ένα μικρό και μια πρόστυχη καταπάτηση συνθήκης. Οχι, θα σας πολεμήσουμε και θα υπερασπιστούμε τα σύνορα μας του είπε ο Μεταξάς και του έδειξε την πόρτα. Ετσι αρχίνησε ένας ακήρυχτος Ελληνο-Ιταλικός πόλεμος. Την επομένη αναχώρησε για τα σύνορα ο Μεταξάς και ως επιτελάρχης που ήταν, άρχισε να διοικεί τον Στρατό μας. Οι Ιταλοί με τα όπλα στους ώμους, τραγουδώντας σαν να έκαναν περίπατο εισχωρούσαν στην Ελλάδα κατά μήκος του ποταμού Καλαμά. Ούτε ίχνος Ελληνικού στρατού δεν φαινόταν πουθενά. Τη δευτέρα ημέρα, όταν πλέον είχαν πειστεί ότι η Ελλάς είχε μετανιώσει για την άρνηση που είχε προβάλλει ο πρωθυπουργός της και προχωρούσαν αμέριμνοι μες το έδαφος μας, ξαφνικά από τα γύρω απόκρημνα βουνά άρχισαν να τους θερίζουν τα κανόνια μας τόσο εντατικά, που άρχισαν να υποχωρούν πανικόβλητοι οι Ιταλοί στρατιώτες μη υπακούοντες πλέον ούτε στις επικλήσεις των αξιωματικών τους, ενώ οι καραδοκούντες στρατιώτες μας τους επιτίθεντο εκ των όπισθεν και τους λόγχιζαν σαν αρνιά. Τέτοιο ήταν το μακελειό που τα νερά του ποταμού Καλαμά βάφονταν κόκκινα από το αίμα των Ιταλών. Πετούσαν τα όπλα τους και παραδίνονταν οι περισσότεροι. Είχαν πέσει στην παγίδα που καιρό τώρα τους είχε στήσει ο Μεταξάς. Αμέσως κηρύχτηκε η επιστράτευση. Φεύγαν για τα σύνορα οι φαντάροι μας, ενώ οι Ιταλοί αιχμάλωτοι έφταναν στην Αθήνα. Αρχισαν να υποχωρούν οι Ιταλοί και οι Ελληνες να καταλαμβάνουν τα χωριά της Βορείας Ηπείρου που ήταν στο Αλβανικό έδαφος. Ηλθε ο χειμώνας, τόσο βαρύς που είχαμε χρόνια να δούμε τόσα πολλά χιόνια στην Ανδρο. Η Μαριγούλα η μπακάλισσα πουλούσε και κάρβουνα και έτσι είχαμε ζεστασιά στο σπίτι. Στο μέτωπο όμως, πάνω στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας οι φαντάροι μας πάθαιναν κρυοπαγήματα στα πόδια. Μερικούς από αυτούς, για να μην πεθάνουν τους έφερναν στην Αθήνα, τους έκοβαν τα πόδια και τους έβαζαν ξύλινα. Ενα χωριανό μας παιδί, ο Γιαννούλης Γιαλούρης (σημ. πρόκειται για λάθος, εννοεί τον Γιαννούλη Θεοδόση Φαλαγκά, (Φαλαγκάς Γιαννούλης του Θεοδόση (14314) #1965 info)) ήλθε στο χωριό με ξύλινα πόδια και δεκανίκια. Ηταν απόφοιτος γυμνασίου και πήγαινε για καπετάνιος. Του έβγαλαν μια σύνταξη και τον διόρισαν γραμματέα της κοινότητας. Από τους τορπιλισμούς των Γερμανών είχαν χαθεί και δύο χωριανοί, ένας καπετάνιος και ένας μάγειρας. Ηλθε η άνοιξη, τότε έπρεπε να μου συμβεί ένα επεισόδιο που θα με έστελνε ίσως και φυλακή. Είχαμε ένα γαλατά τον Γιώργη τον Π. στο σπίτι του οποίου είχαμε κατοικήσει δύο χρόνια. Μας έφερνε μια οκά γάλα κάθε πρωί. Οσο προχωρούσε ο πόλεμος και τα τρόφιμα λιγόστευαν, είχε αρχίσει ήδη η μαύρη αγορά σε ορισμένα είδη. Η Ρούλα ήταν τότε ενάμισι χρονών και μας ήταν απαραίτητο το γάλα. Στην αρχή σταμάτησε να μας φέρνει το γάλα στο σπίτι. Πηγαίναμε και το παίρναμε εμείς από το κτήμα του. Σε λίγο διάστημα μας έδινε 300 δράμια και κατόπι το έκανε μισή οκά. Είχε αρχίσει να κάνει τον μαυραγορίτη, έκοβε το γάλα από μας και το έδινε σε ένα γέρο μηχανικό Τζουμέζη σε πανάκριβη τιμή. Κατόπι το έκανε 100 δράμια. ώσπου μια μέρα όταν πήγε ο Σπύρος να του δώσει γάλα, τον έδιωξε και τον φοβέρισε να μην ξαναπατήσει στο κτήμα. Πήγα την άλλη μέρα στην Αστυνομία στη Χώρα και διαμαρτυρήθηκα. Τόσο καιρό μου έδινε μια οκά και τώρα μας το έκοψε, έχω μωρό και μου είναι απαραίτητο το γάλα είπα του Αστυνόμου. Εφόσον ήσουνα πελάτης του εν καιρώ ειρήνης δεν έχει το δικαίωμα να σου κόψει το γάλα κατά τον Νόμο, μου είπε ο Αστυνόμος. Μου έδωσε ένα σφραγισμένο σημείωμα, το υπέγραψε και μου το έδωσε. Αν δεν σου δώσει γάλα, έλα να μου το πεις και εγώ στον κανονίζω. Πήρα το σημείωμα και πήγα στο κτήμα του και τον βρήκα να κρασοπίνει με άλλους δύο. Ενα γέρο κηπουρό από ένα άλλο κτήμα και τον ξάδελφο της γυναίκας του. Τον είχε και δουλεύανε στο κτήμα και πουλούσανε τα προϊόντα στη μαύρη αγορά. Αλλος δεν είχε ψωμί να φάει και αυτοί γλεντούσαν. Του έδειξα το σημείωμα του Αστυνόμου, το διάβασε και έγινε θηρίο. Ωστε με πήγες στην Αστυνομία βρε περιμάζωμα, να γάλα! σηκώθηκε και με τη μαγκούρα του μου έφερε μια στο κεφάλι με τέτοια δύναμη που αν δεν προλάβαινα να τραβηχτώ θα με σκότωνε. Εφαγα τη μαγκουριά φάλτσα στο κεφάλι πάνω από το αφτί και άρχισαν τα αίματα να πέφτουν στο πουκάμισο μου. Τραβήχτηκα πίσω οπισθοχωρώντας αγριεμένος και στη δεύτερη μαγκουριά πρόλαβα και την έπιασα από την άκρη, την τράβηξα με ορμή και του την έφερα στο κεφάλι και τον ξάπλωσα χάμω στα τσιμέντα ακίνητο. Νόμισα πως τον ξέκανα. Αρχισα να ανεβαίνω πίσω τα σκαλιά έχοντας κατά νου μου τον κουνιάδο του που ερχόταν κατά πάνω μου. Δίπλα μου ήταν μια μεγάλη γλάστρα. Παρατάω τη μαγκούρα, αρπάζω τη γλάστρα με τα δυο μου χέρια και του την καπελώνω στο κεφάλι και να’ σου κι’ αυτός χάμω, καταφορτωμένος με χώματα, λουλούδια και κομμάτια από τη γλάστρα. Εν τω μεταξύ η γυναίκα του και οι κόρες του να ξεφωνίζουν, σκότωσε το μπαμπά μας, πάνω από τη γαλαρία. Παίρνω τη μαγκούρα και αρχίζω να ανηφορίζω το μονοπάτι που έβγαζε στο δρόμο. Τα μάτια μου θολωμένα και το αίμα να βάφει το χέρι μου, που το ζουλούσα εκεί που ένοιωθα να με πονεί. Στα μισά του μονοπατιού βλέπω την Ειρηνούλα την αδελφή του. Εχεις δίκιο Μισιρλή, πάω να δω τι γίνεται κάτω. Εν τω μεταξύ ο αδελφός του ο Κωσταντής που είχε ακούσει τα ξεφωνητά, μη ξέροντας την πραγματική αιτία του καυγά, ερχόταν από πίσω μου με το χέρι στην κωλότσεπη, όταν πάνω από τον τοίχο βλέπω τον Αντώνη, του Μηνά το γιο (σημ. τον Εξαδάκτυλο Αντώνη του Νικολού) να περνά από δίπλα μου. Γυρίζω και τον βλέπω να σπρώχνει τον Κωσταντή και να του ξεφωνίζει: τι βαλθήκατε βρε, να τον ξεκάνετε, διαβόλου μαυραγορίτες. Τέσσερις βρε, επάνω σε ένα, είδα όλο τον καυγά, ο αδελφός σου τον πρωτοχτύπησε, είμαι μάρτυρας του Μισιρλή. Με πιάνει από το χέρι και πάμε στο σπίτι του και μου ‘βαλε ρακί σε ένα τουλπάνι στο κτυπημένο μέρος και μου σταμάτησε το αίμα. Πηγαίνω στο σπίτι, με βλέπει η Ελισώ και τρόμαξε βλέποντας το ματωμένο πουκάμισο μου. Της λέω τι έγινε, βάλε μου τίποτα να φάω και πάμε στη Χώρα να τα πω στον Αστυνόμο. Πλύθηκα, άλλαξα πουκάμισο και τραβάω για τη Χώρα. Τα λέω όλα του αστυνόμου, έχω μάρτυρα την αδελφή του και τον Αντώνη τον Εξαδάκτυλο (Εξαδάκτυλος Αντώνιος του Νικολάου (125) #488 info). Εν τω μεταξύ είχαν πάει καβάλα στο μουλάρι του Γιώργη στο Νοσοκομείο και φώναξαν τον δικηγόρο τον Ντελαγραμμάτικα να τον συμβουλευτούν. Κάποιος με είδε που έμπαινα στην Αστυνομία και τους ειδοποίησε γιατί να ‘σου ο δικηγόρος στην Αστυνομία και λέγει ότι ο πελάτης του ο Γιώργης Π. είναι διαβητικός και υπάρχει πιθανότης να μην κλείσει η πληγή του κεφαλιού του και φυσικά να πεθάνει. Αυτό το ψεύτικο κόλπο είχε μηχανευτεί ο δικηγόρος για να μπερδέψει την υπόθεση. Και τι μ΄ αυτό του λέει ο Αστυνόμος, ο Μισιρλής αμυνόμενος τον κτύπησε με τη μαγκούρα του που τον είχε πρωτοκτυπήσει ο πελάτης σου. Αυτοί οι μαυραγορίτες το είχαν παρακάνει. Πάντως, αν ο πελάτης σου κάνει μήνυση του Μισιρλή, είμαι και εγώ μάρτυς γιατί του έδωσα σημείωμα στο οποίο έπρεπε να συμμορφωθεί. Ζάρωσε ο δικηγόρος και έφυγε. Πήγαινε στο σπίτι σου Μισιρλή και στείλε να σου δώσουν γάλα και αν δε σου δώσουν έλα αύριο και θα τους κανονίσω. Ο Αστυνόμος λεγότανε Λιανής, η γυναίκα του έραβε στης Φωφώς, εκεί είχαμε γνωριστεί. Γύρισα στο χωριό, πήρα το μπουκάλι και πήγα στο κτήμα. Μου έδωσαν το γάλα και στο εξής μου το έδινε τακτικά. Ο Γιώργης βγήκε ύστερα από 4 ημέρες από το νοσοκομείο με ένα τσιρότο στο κεφάλι. Οσο για το χωριό που μαθεύτηκε αυτό το επεισόδιο αν δεν μεσολαβούσαν η Ειρηνούλα και ο Αντώνης ο Μηνάς για να με δικαιολογήσουν όλο το βάρος θα έπεφτε επάνω μου, αλλά εγώ είχα πια ξεσπαθώσει ιδίως γιατί κανείς από τους συγγενείς μας, εκτός από τον Πίκουλο (Πολέμης Δημήτριος του Αντωνίου (Πίκουλος) (141221) #1044 info) δεν είχε μεσολαβήσει υπέρ εμού. Ούτε πλέον στο εξής επρόκειτο να τους υπολογίσω γιατί σε λίγο η μοίρα όλων μας εξαρτιόταν από την εξέλιξη του πολέμου, διότι στις 6 Απριλίου 1941 η Γερμανία μας κήρυξε τον πόλεμο. Ενώ τα Ελληνικά στρατεύματα ήταν απασχολημένα στην Αλβανία, οι Γερμανοί έσπασαν την οχυρωμένη γραμμή Μπέλες κατέλαβαν όλα τα φυλάκια μας και προχώρησαν προς την Ήπειρο και απέκλεισαν εκ των όπισθεν ολόκληρο τον μαχόμενο εκεί στρατό μας. Πάσα αντίσταση πλέον θα ήταν ανωφελής. Τα Ελληνικά στρατεύματα κατέφθαναν στα Γιάννενα παρέδιναν τον οπλισμό τους, έπαιρναν το φύλο πορείας τους για να μη θεωρηθούν λιποτάκτες και μετά, ο καθένας με όποιο τρόπο μπορούσε ας πήγαινε στην πατρίδα του. Ο Αντώνογλου που είχε γίνει καλά εν τω μεταξύ, είχε επιστρατευτεί. Εκανε ένα μήνα πορεία ως που να φτάσει στον Πειραιά και από κει με καΐκι να έλθει στην Ανδρο. Αυτά μου τα διηγήθηκε, αυτά γράφω. Εως τις 2 Ιουνίου 1941 είχε καταληφθεί ολόκληρη η Ελλάδα. Το παλάτι με μερικούς υπουργούς είχε καταφύγει στην Κρήτη. Οταν άρχισε ο πόλεμος της Κρήτης έφυγαν οι Αγγλοι με αντιτορπιλικό για Αίγυπτο, συναποκομίζοντας μαζί τους όλο τον χρυσό που ήταν το αντίκρισμα των Ελληνικών χαρτονομισμάτων. Ετσι, η Ελλάδα απέμεινε ακέφαλη, πάμπτωχη. Ο Γερμανός Διοικητής διόρισε κυβερνήτη την Στρατηγό Τσολάκογλου που ήταν συμμαθητής του στην στρατιωτική σχολή στη Γερμανία και πρωθυπουργό τον πολιτευτή Ράλλη. Ο Βασιλιάς μας και το χρυσάφι είχαν κάνει φτερά για τη Νότιο Αφρική, Αγγλική κτήση, όπου παρέμειναν μέχρι το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Στις 2 Μαΐου του 1941 κατελήφθη η Ανδρος από τους Ιταλο-Γερμανούς. Η στρατιωτική διοίκηση ανελήφθη από τους Ιταλούς. 800 άνδρες, με επικεφαλής στον συνταγματάρχη Αντόνιο Μέλλα. Οι Γερμανοί λίγοι, είχαν καταλάβει τον ασύρματο της Φάσσας. Εγκατέστησαν στη Χώρα στο ξενοδοχείο του Μωραΐτη ένα μικρό ασύρματο και έκαναν ένα φυλάκιο στο ύψωμα της Αγίας Τριάδας που δέσποζε του λιμένος της Ανδρου. Την ίδια νύχτα όπως και την πρώτη φορά, οι παραλούδες Στενιώτισσες άδειασαν τα μπακάλικα και κουβάλησαν τα τρόφιμα στα σπίτια τους. Το πρωί άδεια πάλι τα μαγαζιά του χωριού, αυτή τη φορά και τα ράφια άδειασαν. Τον Ιούλιο στις εξετάσεις ο Τάκης πέρασε πάλι αριστούχος στην πέμπτη Γυμνασίου και ο Σπύρος στην 6 Δημοτικού. Παράτησα τότε το μαγαζί μου και έβαλα τον μεγάλο πάγκο στον κήπο του σπιτιού μας και έκανα ένα ράφι στο κατώι και τοποθέτησα τα εργαλεία μου. Για να τελειώσω το γιαπί της Μαριγούλας με βοηθούσαν τώρα και οι γιοι μου. Τελείωσε και αυτή η δουλειά η τελευταία που είχα να κάνω στις Στενιές μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος. Με την Κατοχή πλέον η Ελλάς αποκλείστηκε από τον υπόλοιπο κόσμο. Μόνο μέσω του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού πλέον ημπορούσε το κράτος να παράσχει πληροφορίες για θέματα σοβαρότατης μορφής σε όποιον αποτείνονταν σ’ αυτόν και τα κατάφερνε, έπρεπε να περάσουν τουλάχιστον έξη μήνες. Τα ραδιόφωνα σφραγίστηκαν και μεταφέρθηκαν στη χώρα σε μια αποθήκη. Τα εμβάσματα των ναυτικών που ταξίδευαν στο εξωτερικό σταμάτησαν. Οσοι είχαν χάρτινα νομίσματα έγιναν άχρηστα. Μόνο στο εξής οι χρυσές λίρες είχαν αγοραστική δύναμη και τα κοσμήματα. Οσοι είχαν αποθέματα σε τρόφιμα και με μερικά που είχαν κρύψει οι μπακάληδες του χωριού αφενός και επειδή ακόμη οι Ιταλοί έως ότου κανονιστεί το ζήτημα του επισιτισμού των από το νησί, είχαν απαγορεύσει την εξαγωγή λαδιού, κρέατος, πατάτας κρεμμυδιών, δεν έγινε τόσο αισθητή η πείνα κατά τον χειμώνα 1941-1942. Την άνοιξη όμως όταν η Ιταλική επιτροπή επισιτισμού τακτοποίησε το ζήτημα της διατροφής του στρατού κατοχής του νησιού, επετράπη η εξαγωγή των πλεοναζόντων τροφίμων. Τότε η μαύρη αγορά οργίασε εις βάρος της Χώρας και των Στενιών που ήταν τα μόνα αστικά χωριά της Ανδρου. Δύο καΐκια, κουβαλούσαν στον Πειραιά ότι πλεόναζε από το νησί και γύριζαν φορτωμένα από ότι έλλειπε από το νησί. Ζάχαρη, αλεύρι, αλάτι, τσιγάρα, ποτάσα για σαπούνι κλπ. Επειδή τη νύχτα απαγορεύονταν τα ταξίδια των καϊκιών, έφευγαν πρωί για Πειραιά και γύριζαν βράδυ στην Ανδρο. Μόλις νύχτωνε άρχιζε το ξεφόρτωμα και κουβαλούσαν στα μπακάλικα κρυφά το φορτίο των καϊκιών. Ετσι, οι κυριότεροι μαυραγορίτες ήταν αυτοί οι δύο καϊκιέρηδες της Ανδρου. Σε λίγο άρχισαν να φτιάχνουν δύο καινούρια καΐκια. Το ένα στα Γιάλια των Στενιών και το άλλο στο Παραπόρτι της Χώρας. Τα μεροκάματα των μαστόρων που έφτιαχναν τα καΐκια ήταν δυο οκάδες λάδι και μια κούτα τσιγάρα την ημέρα. Υστερα από λίγο καιρό άρχισε ένας εφοπλιστής Κονδύλης ονόματι να δίνει επί αποδείξει στις γυναίκες των ναυτικών, αναλόγως του βαθμού των αντρών τους που ταξίδευαν με Αντριώτικα καράβια, χρυσές λίρες. Ο Κονδύλης είχε εξουσιοδοτηθεί από τους εφοπλιστές της Ανδρου που είχαν τα γραφεία τους στην Αγγλία γι’ αυτή τη χρηματοδότηση. Κάθε μήνα πήγαινα οι γυναίκες του χωριού που οι άντρες τους ταξίδευαν στα Αντριώτικα καράβια , έπαιρναν τις χρυσές λίρες και υπέγραφαν στον Κονδύλη μια απόδειξη. Αυτή η απόδειξη λεγόταν Αναγνώριση. Ετσι βολεύτηκαν οι οικογένειες των ναυτικών που οι άντρες τους έλλειπαν από το χωριό. Οι υπόλοιπες οικογένειες που οι άντρες τους ήταν στο χωριό δανείζονταν επί αποδείξει από τον Δάσκαλο του χωριού Σάλαρη (Σάλαρης Γεώργιος του Κωνσταντίνου (1122241) #913 info) που είχε πάρει προίκα 800 χρυσές λίρες όταν παντρεύτηκε τη δασκάλα του χωριού (σημ. Πολέμη Μανιώ του Λεωνίδα (1122241) #910 info). Υστερα άρχισαν να πουλούν διάφορα σκεύη του σπιτιού τους. Μετά, όσο προχωρούσε ο πόλεμος, τα διαμαντικά τους, ρούχα, προίκες κλπ. Κατέβαιναν οι παραγωγοί των γύρω γεωργικών χωριών και έκαμναν τις συμφωνίες. Με εμάς όμως τι θα γίνονταν που δεν είχαμε ούτε χρυσές λίρες, ούτε κοσμήματα, ούτε περίσσια είδη, ούτε αναγνωρίσεις; Μήπως θα πεθαίναμε της πείνας;
(σημ. τα ονόματα του Γιώργη Π. της αδελφής του Ειρηνούλας και του αδελφού του Κωσταντή δεν είναι τα αληθινά).
επόμενη σελίδα 14. Στη διάρκεια της κατοχής οι ελλείψεις σε τρόφιμα ήταν εξοντωτικές για τους Ελληνες. Ο Θόδωρος αναγκάζεται να πηγαινοέρχεται στα χωριά της βόρειας Ανδρου για να βρει τρόφιμα και δουλειά.
|