|
Επιστροφή στον κατάλογο των Λαογραφικών
Λαογραφικά
Το νερό νεράκι
κείμενο του Γιάννη Μιχ. Παλαιοκρασσά(1)
|
|
|
|
Η ιστορία αναφέρεται στην δεκαετία του 1960 όταν στο χωριό μου ακόμα δεν υπήρχε δημοτική ύδρευση και το μεν πόσιμο νερό μεταφέρονταν κυρίως από τις γυναίκες με σταμνιά από τις βρύσες του χωριού στα σπίτια τους και το νερό της λάτρας με γαϊδουράκια και γκαζοτενεκέδες φορτωμένους δύο δεξιά και δύο αριστερά πάνω σε δύο αντίστοιχες οριζόντιες σανίδες στερεωμένες στο σαμάρι του γάιδαρου(2). Ελάχιστα σπίτια τότε είχαν στέρνες για μάζεμα του βρόχινου νερού καθ’ όσον τα σπίτια ήταν παλαιά πετρόκτιστα χωρίς τις σχετικές υποδομές. Το πότισμα των κήπων γινόταν από χαβούζες με συστήματα οχετών (νεχυτοί όπως τους λέγαμε) και ορισμένες μέρες για μια ομάδα σπιτιών. (π.χ κάθε 15 μέρες την Τρίτη είχαν δικαίωμα ποτίσματος τρία γειτονικά σπίτια). Το πότισμα των λουλουδιών, σφουγγαρίσματα κτλ γινόταν από μάζεμα με μικρά ντενεκεδάκια (μαστραπαδάκια) στο αποστράγγι του ποτίσματος των κήπων μέσα από τις μικρές γουρνίτσες των χωμάτινων οχετών και μεταφορά με μπουγέλα στα σπίτια. Αρκετοί καβγάδες και παρεξηγήσεις ήταν αναπόφευκτοι, καθ όσον το νερό έπρεπε να φτάσει ατόφιο στους κήπους του ενδιαφερομένου και γι αυτό η διαδικασία του μαζέματος του νερού έπρεπε να γίνει όταν πια το νερό είχε σχεδόν στερέψει και να το μαζέψουν από τις μικρές γουρνίτσες που είχε μαζευτεί. Αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι τα σπίτια της περιοχής μου (Διαραχάκι) ήταν πάνω από τριάντα αντιλαμβανόσαστε ότι το νερό που έπρεπε να μαζευτεί από το νερό του ποτίσματος δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητο, γι αυτό υπήρχε και η σχετική επιτήρηση κατά τη διάρκεια της ροής για τυχόν διαρροές, απομαστεύσεις, κτλ. Να αναφέρω εδώ ότι το νερό του ποτίσματος των κήπων της δικιάς μου περιοχής ερχόταν από του «Σαρά» όπου μαζευόταν σε μια μεγάλη ομώνυμη χαβούζα στη περιοχή «Σωρζανή» που την έκλειναν (βούλωναν) το βράδυ και την άνοιγαν το πρωί η απόγευμα.
Το δικό μου σπίτι ήταν ένα παραδοσιακό διώροφο πέτρινο σπίτι με κεραμοσκεπή, ηλικίας πάνω των 300 ετών, με ύψος δωματίων περίπου τέσσερα μέτρα. Σε μια πρόσθετη νεότερη κατασκευή (προσάρτηση κουζίνας ) υπήρχε ένα μικρό ταρατσάκι με οροφή μπετόν πάνω στο οποίο υπήρχε μια μικρή σιδερένια δεξαμενή το τανκάκι όπως το λέγαμε με χωρητικότητα περίπου μισού κυβικού μέτρου. Το τανκάκι αυτό χρησίμευε ως δεξαμενή αποθήκευσης νερού λάτρας και τροφοδοτούνταν ή από την κεραμοσκεπή όταν έβρεχε ή από το νερό που κουβαλούσαν οι νερουλάδες.
Σε ορισμένα σπίτια η μετάγγιση στις δεξαμενές γινόταν με σχοινιά και μπουγέλα μετα το ξεφόρτωμα του γκαζοτενεκέ, εκεί που ήταν το πιο προσιτό σημείο ξεφορτώματος. Στη δικιά μας περίπτωση η λύση είχε βρεθεί με μια βαπορίσια χειραντλία που είχε φέρει κάποτε ο πατέρας μου από ένα βαπόρι που πήγαινε για scrap. Ήταν μια μικρή εμβολοφόρα αντλία μάρκας BODAN όπως φαινόταν πάνω της ανάγλυφη η μάρκα της. Άγνωστη ποια ήταν η χρήση της στο πλοίο αν και υποθέτω θα ήταν για κάτι ανάλογη μεταφορά νερού ίσως και πόσιμου! Άλλωστε η παλαιότητα της αντλίας σε παρέπεμπε σε πλοία με ελάχιστες ανέσεις και πολλές χειροκίνητες συσκευές ….
Έτσι μια μέρα πήρα την απόφαση να ανοίξω την αντλία να δω πως λειτουργεί και να εντοπίσω το πρόβλημα της χαμηλής απόδοσης. Ξεκίνησα λοιπόν να λύνω προσεκτικά την αντλία, πράγμα που έκανα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Στην αρχή μπερδευόμουνα αν λασκάρουν τα παξιμάδια και οι βίδες στρίβοντας τα δεξιά ή αριστερά. Κάνα δυο φορές έφαγα τα δάκτυλά μου από αδέξιους χειρισμούς και αρκετές φορές είπα να τα παρατήσω όπως είναι και να φωνάξω κάποιον ειδικό.
Μετά από πολλά χρόνια και εφ όσον πια η αγαπημένη μου αντλία παροπλίστηκε σαν τα παλιά καράβια -μιας και στο χωριό μου είχε μπει η δημοτική ύδρευση- την βρήκα πεταμένη και σκουριασμένη σε μια αποθήκη. Προς στιγμήν σκέφτηκα να την πετάξω μιας και ήταν πια άχρηστη, σκουριασμένη και στακαρισμένη. Όμως ένοιωσα κάτι που με έκανε να αλλάξω γνώμη. Την κοιτούσα και ένοιωθα σαν να με εκλιπαρούσε να την πιάσω πάλι στα χέρια μου και να ξανά ζωντανέψω τα σωθικά της. Να τις αλλάξω τα πετσιά, να την λαδώσω να την ζαλίσω με τα πέρα δώθε, να ακούσω το κλάκα κλούκα των εμβόλων και να δω να βγαίνει νερό από στο στόμιο της. Έτσι την τοποθέτησα στον κήπο μου πάνω από το βρυσάρι απλά για ντεκόρ, για να την βλέπω και να θυμίζει τις παλιές καλές εποχές, αλλά και να λέω στα εγγόνια μου την ιστορία της.
Γιάννης Παλαιοκρασσάς Άνδρος , 21 Μαΐου 2023
________________________________________________________
(1) Παλαιοκρασσάς Ιωάννης του Μιχαήλ (1111831) #2888 (2) Μερικοί νερουλάδες έβαζαν και πέμπτο γκαζοντενεκέ πάνω στο σαμάρι του μουλαριού ή του γάιδαρου και χρέωναν για λόγους ανταγωνισμού την ίδια τιμή, τέσσερις ή πέντε δραχμές τότε για κάθε στράτα, ανάλογα με την απόσταση του σπιτιού από τη βρύση. (3) αμοιβά είναι τα ανταλλακτικά. Για τη λέξη αυτή χρησιμοποιείται και η λέξη ρεσπέτο (πληθ. ρεσπέτα).
|
