Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

Τα Στενιώτικα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς

 

(κείμενο του Βαγγέλη Σύμπουρα).

 
Οι γιορτινές μέρες γύρω από την Πρωτοχρονιά μας κάνουν να αναπολούμε την παιδική μας ηλικία, και σαν παρακαταθήκη  αποφάσισα να καταγράψω τα Στενιώτικα κάλαντα.

 

Κάλαντα λέγαμε μόνο την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Τα Χριστούγεννα ήταν σαν όλες τις μεγάλες θρησκευτικές εορτές. Πρωί πρωί, πρίν καλά καλά χαράξει, ερχόταν οι πρώτοι καλαντιστάδες, από τη Βουρκωτή, με μεγάλα τουμπιά και σαμπούνες, μερικές φορές και βιολιά,  και με δυνατές φωνές καλαντούσαν με διαφορετικό σκοπό απ΄ αυτό που είχαμε μάθει εμείς. Λόγω της καταγωγής των καλαντιστάδων, τα λέγαμε "αρβανίτικα" και είχαν περισσότερους στίχους απ ότι τα "δικά" μας, αυτά που λέμε Στενιώτικα. Μοιάζουν πολύ σε σκοπό και στίχους με αυτά που ακούμε στη τηλεόραση όταν τα λένε στους πολιτικούς αρχηγούς. Τα κάλαντα αυτά, παρ΄ ότι είχαν διπλούς στίχους στο κοινό τους μέρος, ήταν αρκετά πιο σύντομα. Ο σκοπός τους ήταν πιο γρήγορος και δεν έκαναν μνεία στα πρόσωπα της οικογένειας. Στα κάλαντα τα Στενιώτικα κάνουμε ένα "αρβανίτικο" γύρισμα στο τέλος, εκεί που λέμε

"... και πάνω στο παράθυρο...".

Πρωί πρωί ξεκινούσαμε και μεις για να προλάβουμε να τα πούμε σε όσο το δυνατόν πιο πολλά σπίτια. Με μια γουλιά γάλα και μια μπουκουνιά προζυμένιο κουλούρι φεύγαμε τρέχοντας από το σπίτι αγνοώντας τις φωνές των μανάδων, γιαγιάδων

 

-πέρασε να πιείς και το υπόλοιπο γάλα σου. Θα με πεθάνεις μέρες που είναι!!!

 

Αποκλειστικό μουσικό όργανο που συνόδευε τις παιδικές μας φωνές, το ντουμπί, που το κατασκεύαζαν με πολύ μεράκι οι πιο μεγάλοι, πατεράδες, παππούδες, θείοι κἂ. Συνήθως από μεγάλες κονσέρβες τοματοπελτέ ή βουτύρου, ύψους 15 με 20εκ και διαμέτρου περίπου 30 εκ. Οι κονσέρβες από τα 5κιλα με τις αντζούγιες γινόταν τα πιο μικρά τουμπιά. Το δέρμα ήταν από αρσενικό κατσίκι κατά προτίμηση άσπρου χρώματος. Το δέρμα του θηλυκού, λένε, ήταν πιο παχύ και δεν έβγαζε καλό ήχο. Για χορδές βάζαμε μεσινέγκα έχοντας δέσει κάποιο κουδουνάκι από θυμιατό που μας είχε φιλέψει ο παπα-Νικόλας ή ο παπα-Στέλιος. Μερικές φορές για χορδές χρησιμοποιούσαμε αποξηραμένες βροντές που είχαμε μαζέψει στα πρωτοβρόχια.

Εξοπλισμένοι με το ντουμπί μας και ένα πουγκί περασμένο στο λαιμό βγαίναμε να τα “πούμε”. Σπίτι-σπίτι. Ποτέ δεν ακούσαμε στην ερώτησή μας

-Να τα πούμε;

-Μας τα 'παν άλλοι...

Μερικές φορές μόνο, ακούγαμε να βγαίνει με θλίψη από το στόμα τους

-όχι γιόκα μου...

Ημασταν μικροί και δεν ξέραμε τι κρύβεται πίσω από την πόρτα καθενός.

 

Μικροί συνήθως λέγαμε την «Αρχιμηνιά». Στα πιο «δικά» σπίτια, που και ο μποναμάς ήταν και πιο μεγάλος, λέγαμε τον «Αη Βασίλη».

 

Η παραμονή της Πρωτοχρονιάς ήταν και η μέρα παρασκευής του παστελιού. Όλο το χωριό μοσχομύριζε από το μέλι που έβραζε. Σε αρκετά σπίτια μαζί με τον μποναμά μας φίλευαν και παστέλι, ακουμπισμένο σε φύλλο νερατζιάς και τυλιγμένο σε χαρτοπετσέτα.

 

-Πάρε να το δοκιμάσει η μαμά σου.

 

… και το βάζαμε στη τσέπη του κοντού παντελονιού μας. Σε λίγο οι τσέπες κρεμόταν κάτω από τον μπούζουνα και άντε να θυμηθείς ποιανού παστέλι ήταν ποιό!.

 

Μετά το μεσημεριανό φαγητό και το απαραίτητο συγύρισμα βγαίνανε για κάλαντα οι «μεγάλοι». Συνήθως ήταν δυο παρέες. Οι «λεύτεροι» και οι «παντρεμένοι». Πρόβλημα είχαν οι «αρραβωνιασμένοι» που να κολλήσουν.

Γύριζαν και καλαντούσαν τα σπίτια της παρέας. Τα κάλαντα τα έλεγαν έξω από την πόρτα. Και όταν έφτανε η στιγμή:

 

-Άνοιξε πόρτα μ΄ άνοιξε…

 

Χτυπούσαν δυνατά την πόρτα και τότε άνοιγε η πόρτα και έμπαιναν μέσα οι καλαντιστάδες για μια μικρή κρασοκατάνυξη. Τα κάλαντα αυτά τέλειωναν τις πρώτες πρωινές ώρες με ότι προβλήματα επακόλουθα της κατανάλωσης οίνου.

 

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα μαζευόμαστε στη Πεντάβρυση για την αλλαγή του χρόνου. Στριμωχνόμαστε στις μπουσουνάρες για το ποιος θα πρωτοπιεί νερό με την αλλαγή του χρόνου. Με την αλλαγή του χρόνου καλαντούσαμε τη βρύση και τη στρινίαζαμε με κουλούρια και παστέλια. Μετά τις ανταλλαγές ευχών οι καλαντιστάδες συνέχιζαν την περιοδεία τους και μεις, οι πιο μικροί, κινούσαμε για το σπίτι. Στη διαδρομή ξεχαλικώναμε καμιά παραβολή ή τοίχο για να βρούμε σιδερόπετρα να «ρίξουμε» με το έμπα μας στο σπίτι.

 

Τελευταία φορά που “βγήκαμε” για κάλαντα μαζί με την παρέα ήταν την πρωτοχρονιά του 1988 νιόπαντρος. Έχουν περάσει πάνω από 30 χρόνια. Τώρα, την πρωτοχρονιά, βγάλτε από την γκλαβανή το τουμπί σας μαζί με την παιδική σας αθωότητα και ανεμελιά και πείτε τα έτσι για το καλό έξω από την πόρτα σας.


Πολλά ΄παμε κι απόπαμε ας πούμε και τα κάλαντα:

 

Καλή εσπέραν άρχοντες κι΄ αν είναι ορισμός σας
ήρθα να καλαντίσωμε εις το αρχοντικό σας.
Aγιoς Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία
Βαστά εικόνα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι.
Το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί ομίλει.
Βασίλη πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;
Από τη μάνα μ’ έρχομαι και στο σχολειό μου πάω.
Κάτσε να φας κάτσε να πιεις κάτσε να τραγουδήσεις.
Εγώ γράμματα μάθαινα τραγούδια δεν ηξεύρω
Και σαν ηξεύρεις γράμματα πες μας την Αλφα Βήτα
Και το ραβδάκι ακούμπησε να πει την Αλφα Βήτα
Χλωρό ραβδί ξερό ραβδί χλωρά βλαστάρια επέτα,
και κάτω στη ριζούλα του μια κρουσταλλένια βρύση
πού κατεβαίναν πέρδικες και λούζαν τα φτερά τους.
Και λούζαν τον αφέντη μας τον πολυχρονεμένο.
Εσέ σου πρέπει αφέντη μας καρέκλα καρυδένια
για ν΄ ακουμπάς τη μέση σου τη μαργαριταρένια.

Και πάλι ξαναπρέπει σου καράβια ν΄ αρματώνεις
και τα σχοινιά των καταρτιών να τα μαλαματώνεις
Η πλώρη όλο μάλαμα κι’ η πρύμη όλο ασήμι,
και μες τη μέση τ’ αμπαριού κοιμάται ο Αη Βασίλης.
Ποιος είναι άξιος κι’ αρκετός να πάει να τον ξυπνήσει;
Εγώ είμαι άξιος κι΄ αρκετός να πάω να τον ξυπνήσω.
Φέρτε μου μήλα δώδεκα κυδώνια δέκα πέντε
κι’ ένα φλασκί ανθόνερο να πάω να τον ξυπνήσω.
Ξύπνα αφέντη μ’ αφεντιά και μη πολυκοιμάσαι
γιατί ο ύπνος ο πολύς βαραίνει και χαλάει.
Πολλά ΄παμε του κύρη μας ας πούμε της κυράς μας.
Κυρά ψηλή κυρά λιγνή κυρά καμαροφρύδα
π΄ όλο τον κόσμο γύρισα και όμοια σου δεν είδα,
π΄ όταν σειστείς και λυγιστείς και πας να προσκυνήσεις,
σαν τη φρεγάδα φαίνεσαι πού πας να πολεμήσεις.
Οταν σε γέννα ἡ μάνα σου κι όταν σε κοιλοπόνα,
το κυπαρίσσι αγκάλιασε και σ’ έβγάλε πατρόνα,
Πατρόνα μια, πατρόνα δύο, εφτά φορές πατρόνα.
Πολλά ΄παμε για την κυρά ας πούμε και του γιού σου.
Εχεις το γιό τον καλογιό το γιό τον παινεμένο,
πού πάει να πιάσει το χαρτί και χύνει το μελάνι
και λέρωσε τα ρούχα του, τα μοσχοκεντημένα,
άπου του τα κεντούσανε οι τρεις βασιλοπούλες.
Η μια ‘τανε του πρίγκιπα ἡ άλλη του βεζίρη
κι’ ἡ τρίτη ἡ μικρότερη του μέγα βασιλέα.
Πολλά ΄παμε του γιούκα σας, ας πούμε και της κόρης.
Εχεις και κόρη έμορφη πού δεν την έχει ὁ Ρήγας.
Ούτε στην Πόλη βρίσκεται ούτε στη Βενετία
Γραμματικός τηνε ζητά πολλά προικιά γυρεύει.
Γυρεύει αμπέλια ατρύγητα χωράφια με τα στάχια,
γυρεύει και τη θάλασσα με όλα τα καράβια,
γυρεύει και τον κυρ-βορηά να τα καλαρμενίζει.
Πολλά ΄παμε κι’ απόπαμε ας πούμε και του χρόνου,
του χρόνου και τ΄ αντίχρονου σαν τούτες τις ημέρες,
να είμαστε χαρούμενοι και καλοκαρδισμένοι.
Ανοιξε πόρτα μ΄ ανοιξε να σε χαρεί που σ΄ έχει
άνοιξε τ΄ αργυρόπουγκο τ΄ αργυροκουδουνάτο
κι΄ αν έχεις γρόσι δως’ μας το, φλουρί κωνσταντινάτο
κι΄ αν έχεις κόρη έμορφη βγάλτη να μας κεράσει,
να τηνε χαιρετίσουμε να ζήσει να γεράσει.
Σ΄ αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε πέτρα να μη ραΐσει
κι’ ὁ νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει.

Κι’ απάνω στο παράθυρο

γαρυφαλλιά και πράσινο
στέκει, στέκει μια περιστέρα

και του χρό’ και του χρόνου τέτοια μέρα.

 

ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ