Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

Μικρές σκληρές ιστορίες

 

Οι παρακάτω μικρές ιστορίες δείχνουν το σκληρό χαρακτήρα κάποιων παλαιών Στενιωτών.

 

1. Ο Μηνάς(1)

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου)

 

Ο παππούς μου, ο Νικολός ο Μηνάς ήταν ένας ιδιαίτερα σκληρός άνθρωπος. Θυμάμαι ιστορίες από τον πατέρα μου και τον θείο μου τον Λινάρδο (δύο από τους πέντε γιους του με τους οποίους είχα την ευκαιρία να μιλήσω περισσότερο για το χωριό μας, τις Στενιές) ότι δεν σήκωνε κουβέντα σε ότι έλεγε. Κάποια αμυδρή αντίρρηση, αδιαφορία ή καθυστέρηση από τους γιους του, τον έκανε να πετάει μπατζέτες, κουπιά ή ότι άλλο εύρισκε μπροστά του στον άτυχο υπαίτιο.

Η σκληρότητα όμως δεν περιορίζονταν στα παιδιά του αλλά εφαρμόζονταν και στον εαυτό του. Η παρακάτω ιστορία είναι αληθινή και την έχω ακούσει από πολλούς χωριανούς μου.

Μια φορά όταν έσκαβε στο χτήμα του στο Νειμποργό, και από αδεξιότητα μάλλον, το μιγκάρι του κτύπησε άσχημα το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού του. Ζύγισε την κατάσταση και όταν κατάλαβε ότι το δάκτυλο δεν σωζότανε και την ταλαιπωρία που θα τράβαγε, έβγαλε το σουγιά του και το έκοψε μόνος του… Τύλιξε το πόδι του με ένα κουρέλι, και συνέχισε το σκάψιμο.

 

Την ιστορία επιβεβαίωσε και ο κος Στρατής Παλαιοκρασσάς του οποίου ο πατέρας Δημήτρης μαζί με τον μεγαλύτερο γιο του Νικολού Εξαδάκτυλου, Γιάννη, ήταν παρόντες στη σκηνή.

___________________________

 

(1)Μηνάς ήταν το παρεπώνυμο του Νικολού Εξαδάκτυλου του Ιωάννη (12) #803.

 

Για να δείτε μια φωτογραφία του σουγιά του Νικολού, πατήστε εδώ.

 

Το χτήμα στο Νειμποργιό είναι εκεί που λειτουργούσε το ”Cabo del mar”. Το οίκημα πριν από τον Β’ Π. Πόλεμο λειτουργούσε σαν καφενείο για όσους περίμεναν το πλοίο της γραμμής που προσέγγιζε το λιμάνι της Χώρας. Το πλοίο φουντάριζε αρόδου και ο κόσμος, οι αποσκευές τους και τα λοιπά υλικά μεταφέρονταν με μεγάλες βάρκες. Μία από τις βάρκες με το όνομα «Χελιδόνα» ανήκε στον παππού μου.

 

Μπορείτε να διαβάσετε μια άλλη ιστορία για τον παππού μου, από τα «Στενιώτικα» του Γιώργη Φαλαγκά πατώντας εδώ.

 

Μπορείτε να δείτε φωτογραφία μιας τέτοιας βάρκας και το πλοίο της γραμμής πατώντας εδώ.

 

_________________________________________________________________________________________________________________________

 

2. Ο Μήτσος ο Γιαλαρός(2)

 

(κείμενο του Κώστα Ν. Πολέμη(3))

 

Η θείος μου ο Μήτσος ο Γιαλαρός, λοστρόμος σε ένα πλοίο που πλοιάρχευε ο Νικολός Βαλμάς  (Λαονικός)(4), τραυμάτισε άσχημα τον δείκτη του αριστερού του χεριού. Χωρίς δισταγμό ανασύρει με το δεξί από την τσέπη του το σουγιά του, τον ανοίγει με τα δόντια, ακουμπά το τραυματισμένο δάκτυλο στην κουπαστή και με μία αποφασιστική κίνηση το αποκόπτει και το πετά στην θάλασσα.

 

-Κακούργε ανέκραξε ο Λαονικός που παρακολούθησε την σκηνή και σωριάστηκε λιπόθυμος .

 

Άξιος ανιψιός του εγώ έβγαλα μόνος μου αγκίστρι από το δάκτυλό μου και λιποθύμησε η προϊσταμένη του Μητέρα που με είδε.

 

___________________________

 

(2)Ο Μήτσος ο Γιαλαρός ήταν ο Πολέμης Δημήτριος του Κωνσταντίνου (141312) #1105.

(3) Πολέμης Κώστας του Νικολάου (1413181) #1126

(4)Λαονικός ήταν ο Βαλμάς Νικόλαος του Λεωνίδα (111Β3) #2648

 

_________________________________________________________________________________________________________________________

 

3. Αριστο τοπικό αναισθητικό.

 

(κείμενο του Κώστα Ν. Πολέμη(3))

 

Κάποτε ο Βασίλης Πολέμης η Λούρης(5), έπαθε είσφρηση όνυχος στο μεγάλο δάκτυλο του ποδιού. Δηλαδή μπήκε η γωνία του νυχιού μέσα στο δέρμα τού ποδιού και προοδευτικά μεγάλωνε προκαλώντας φοβερό πόνο και αδυναμία βάδισης .Κατέφυγε λοιπόν σε χειρουργό . Τον εξέτασε ο γιατρός και του είπε ότι η σωστή θεραπευτική αντιμετώπιση είναι η ολική αφαίρεση του νυχιού. Συγκατένευσε ο ασθενής, άπλωσε το πόδι του, αλλά όταν είδε ότι ο γιατρός ετοίμασε μία σύριγγα με κάποιο υγρό, αντέδρασε και ρώτησε.

 

-Τι βελόνες είναι αυτές γιατρέ;

-Τοπική αναισθησία κύριε Πολέμη.

-Κράτει γιατρέ. Δεν θέλω βελόνες.

-Μα θα πονέσετε πολύ κύριε.

-Εχεις ένα πεσκίρι γιατρέ;

-Εχω.

-Δώς το μου.

 

Παίρνει το πεσκίρι, δένει κόμπο τη άκρη τον βάζει ανάμεσα στα δόντια του και δάγκωνε με δύναμη.

 

-Κάνε τη δουλειά σου γιατρέ.

 

Ο γιατρός έκπληκτος συμμορφώθηκε και έβγαλε το νύχι.

 

-Πώς άντεξες χριστιανέ μου, τον ρώτησε.

 

Αλλά υπήρξε και συνέχεια.

 

-Βρε γιατρέ εδωνά στη πλάτη μου έχω μια ελιά μεγάλη. Την κόβω πότε πότε με τον σουγιά όταν κάνω μπάνιο, αλλά επειδή δεν την βλέπω παρά μόνο την πιάνω, δεν την βγάζω καλά και μεγαλώνει πάλι. Δεν μου την βγάζεις;

-Με το ίδιο αναισθητικό φάρμακο;

-Ναι αμ τί;

 

Κόκαλο ο γιατρός.....

 

___________________________

 

(5) Πολέμης Βασίλειος του Μιχαήλ (Λούρης)  (112125) #644

_________________________________________________________________________________________________________________________

 

4. Οι θερμαστές.

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου)

 

 

Αλλη μια μικρή ιστορία. Για τους ναυτικούς που δούλευαν σε βαπόρια καρβουνιάρικα, χωρίς ανέσεις, κάτι σαν αμειβόμενοι σκλάβοι. Στη δεκαετία του 70 σπούδαζα στη Γλασκόβη και συχνά πήγαινα στο θείο μου το Λινάρδο(6),  στο Λονδίνο και έμενα κάμποσες μέρες εκεί. Μαζί του πέρναγα ωραία και είχαμε ατελείωτες συζητήσεις για το χωριό μας, τις Στενιές. Οταν τον ρώτησα κάποτε για το πιο ζόρικο επάγγελμα στη θάλασσα, μου ανέφερε αυτό του θερμαστή. Στα έγκατα του βαποριού, σε συνθήκες εκκωφαντικού θορύβου και με απίστευτη ζέστη, ο θερμαστής έπρεπε να ρίχνει στα καζάνια του πλοίου συνέχεια κάρβουνο για να παράγεται διαρκώς ο ατμός που θα κινούσε το πλοίο. Ο θερμαστής επίσημα λεγόταν «Ανθρακεύς».

Μια ιστορία που μου είπε, ήταν για το μαγείρεμα κότας εκεί κάτω στα καζάνια. Παλιά στα βαπόρια υπήρχαν ζωντανά για την τροφοδοσία του πληρώματος. Κυρίως κότες, χοίροι και καμιά φορά πρόβατα. Η διαδικασία ήταν να φτιάξουν σε ένα μπουγέλο αριάνι με τσιμέντο και νερό. Εκεί λοιπόν στο μηχανοστάσιο βούταγαν στο αριάνι την κότα που μόλις είχαν στραγγαλίσει, με τα φτερά της, χωρίς δηλαδή να την έχουν ξεπουπουλιάσει. Με τη ζέστη, σε πέντε λεπτά η κότα είχε γύρω της ένα λεπτό και στεγνό περίβλημα από τσιμέντο. Τη διαδικασία επαναλάμβαναν μερικές φορές, έτσι που το τσιμεντένιο περίβλημα γινόταν ένα δάκτυλο χοντρό. Τότε πέταγαν την κότα στο φούρνο του καζανιού, μερικές εκατοντάδες βαθμοί θερμοκρασία, και μετά από κάποια ώρα την έβγαζαν με ένα φτυάρι έξω. Εριχναν την τσιμεντένια κότα με δύναμη στο σιδερένιο πάτωμα της μηχανής, το περίβλημα έσπαγε, άνοιγε, τα πούπουλα και το δέρμα της κότας κολλημένα στο τσιμέντο και τα ψαχνά χώρια, αχνίζοντας, περίμεναν την παρέα που θα τα έτρωγε.

Το μεγάλο πρόβλημα των θερμαστών ήταν το νερό που έπρεπε να πίνουν στην τετράωρη βάρδια τους. Βέβαια είχαν τα παγούρια τους αλλά αυτά με τόση ζέστη που έκανε δίπλα στα καζάνια, αδειάζανε γρήγορα. Το να ανέβει κανείς κάμποσα πατώματα, στην κουζίνα, για να φέρει δροσερό νερό ήταν κάτι που το αποφεύγανε, ήταν τέτοια η κούραση, προσπαθούσαν να τη βγάλουν με το νερό που ο καθένας είχε. Η κλοπή του νερού από τα παγούρια των άλλων ήταν κάτι το συνηθισμένο. Ολοι παίρναν τα κατάλληλα μέτρα για το νερό τους. Οι περισσότεροι φτύνανε μέσα στο παγούρι τους εις επήκοον και παρουσία των υπολοίπων. Αλλοι πάλι που την είχαν πάθει ακόμα και έτσι, έπαιρναν ριζικότερα μέτρα. Εβαζαν μπροστά στους άλλους, το π....ί τους μέσα στο παγούρι. Παρόλα αυτά υπήρχαν φορές που η στάθμη του νερού ακόμα και σε τέτοια παγούρια κατέβαινε...

___________________________

 

(σημ. τις ιστορίες αυτές επιβεβαίωσε και ο πατέρας μου).

 

Ο εξάδελφος μου κος Αντώνης Εξαδάκτυλος(7) μου διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία που άκουσε από τον Μήτσο Χαρχαρό(8) :

 

Οι θερμαστάδες στα καράβια φορούσαν μάλλινες πλεκτές μακρυμάνικες φανέλες, που τους τις έπλεκαν οι μανάδες και οι σύζυγοι τους. Σε πλοίο ιδιοκτησίας Κυδωνιέα, οι ναύτες της κουβέρτας εχλεύαζαν τους θερμαστές για τις μάλλινες φανέλες τους Κάποτε ο θερμαστές τους πρότειναν στοίχημα και συμφωνήσαν να κατέβουν οι μεν θερμαστάδες ντυμένοι όπως ήθελαν και οι ναύτες γυμνοί. Το στοίχημα ήταν ποιοι θα αντέξουν περισσότερο στο στόκολο(9). Οι θερμαστάδες κατέβηκαν φορώντας παλτά μάλλινα ενώ οι ναύτες με τα σώβρακα. Μόλις άνοιξαν οι πόρτες του καζανιού και βγήκαν οι φωτιές έξω, οι ναύτες το έβαλαν στα πόδια, μια και το γυμνό κορμί τους δεν άντεξε την πυρά.

___________________________

 

Ο φίλος μας κος Κώστας Ν. Πολέμης(3) μας θύμισε το παρακάτω τραγουδάκι σε στίχους και μουσική του Γιώργη Μπάτη:

 

Μηχανικός στη μηχανή
και ναύτης στο τιμόνι
κι ο θερμαστής στο στόκολο
μ’ έξι φωτιές μαλώνει.

Αγάντα θερμαστάκι μου,
και ρίχνε τις φτυαριές σου
μέσα στο καζανάκι σου
να φτιάξουν οι φωτιές σου.

Κάργα ρασκέτα, ωχ, και λοστό
το Μπέι να περάσω
και μες του Κάρντιφ τα νερά
εκεί να πάω ν’ αράξω.

Μα η φωτιά είναι φωτιά,
μα η φωτιά είναι λαύρα
κι η θάλασσα μου τα `κανε
τα σωθικά μου μαύρα

 

___________________________

 

(6) Εξαδάκτυλος Λεονάρδος του Νικολάου (123)

(7) Εξαδάκτυλος Αντώνης του Δημητρίου (1282) #525

(8) Χαρχαρός Δημήτριος του Νικολάου (11211) #1398

(9) stokehold (> στόκολο), ή fire-room, ή boiler-room είναι το λεβητοστάσιο.

 

_________________________________________________________________________________________________________________________

 

5. Οι γάτηδες του «Ζαννής Λ. Καμπάνης».

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου)

 

Αληθινή ιστορία που διηγήθηκε για πρώτη και μοναδική φορά, γέρος πια ο πατέρας μου Γρηγόρης(10) στη σύζυγό μου Μαρίνα. Αφορά γεγονότα αμέσως μετά τον τορπιλισμό από ιαπωνικό υποβρύχιο του πλοίου «Ζαννής Λ. Καμπάνης» που συνέβη την 21ην Ιανουαρίου 1942 ανοικτά της Σιγκαπούρης. Στο συμβάν αυτό έχασαν τη ζωή τους τρεις ναυτικοί, οι Στενιώτες Μπεγλέρης Δημήτριος του Χρήστου (155) #2460 (πλοίαρχος), Ισαρης Γεώργιος του Δημητρίου (1111) (ανθυποπλοίαρχος) και ο Θ.Θεοδωράκης (θερμαστής) από την Αρνη της Ανδρου.

Ο πατέρας μου ήταν ο υποπλοίαρχος (ύπαρχος) του πλοίου.

 

Όταν εγκαταλείψαμε το πλοίο που βυθιζόταν, η δική μας βάρκα (για το μισό πλήρωμα με επικεφαλής εμένα (τον Υπαρχο) και ένα Τρίτο καπετάνιο έπεσε κανονικά ενώ αντίθετα η άλλη από την άλλη πλευρά του πλοίου (του Πλοιάρχου και ενός άλλου Τρίτου καπετάνιου και με το υπόλοιπο πλήρωμα) ανετράπη και οι επιβαίνοντες βρέθηκαν στη θάλασσα. Εμείς αντιληφτήκαμε τι συνέβη και αρχίσαμε να ψάχνουμε για ανθρώπους στη θάλασσα. Όταν είχαμε μαζέψει όλους (άλλους ζωντανούς και άλλους νεκρούς) αλλά με τον πλοίαρχο ακόμα αγνοούμενο, είδαμε γάτες (υπήρχαν αρκετές στο πλοίο) γαντζωμένες σε μια μπουκαπόρτα που στην απελπισία τους ξεφώνιζαν.

 

- Πάμε να τις σώσουμε, είπα αυθόρμητα στους κωπηλάτες, δυο κουπιές είναι μόνο…

 

Τότε όμως, κάποιος από το πλήρωμα - με πιο μεγάλη από εμένα πείρα στη ζωή - μου είπε:

 

- Καπτα-Γρηγόρη, παράτησε τις, γιατί θα πούνε ότι άφησες τον κόσμο να πνιγεί μαζεύοντας τις γάτες…

 

Τον άκουσα χωρίς δεύτερη συζήτηση, όμως τα νιαουρίσματα τους έχουν στοιχειώσει στα αυτιά μου. Τα ακούω ακόμα, 45 χρόνια μετά και δεν μπορώ να τα ξεχάσω….

 

______________________________________________________________________________________

 

(10)Γρηγόριος Εξαδάκτυλος του Νικολάου (127) #490, info

_________________________________________________________________________________________________________________________

 

6. Εγχείριση σκωληκοειδίτιδας σε καράβι στη μέση του Ειρηνικού.

 

Άλλη μια μικρή ιστορία για τη ζωή των ναυτικών, αυτή λίγο πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τη διηγήθηκε ξάδελφος της μητέρας μου σ’ αυτήν και στη διήγηση  ήμουν και εγώ παρών.

Σε κάποιο καράβι καταμεσίς του Ειρηνικού, ένας ναύτης παθαίνει κρίση σκωληκοειδίτιδας και ήταν στα πρόθυρα του θανάτου. Το πλησιέστερο λιμάνι πάνω από δέκα μέρες μακριά, ο καπετάνιος παίρνει την απόφαση να τον εγχειρίσουν. Το πλοίο διέθετε τον απαραίτητο εξοπλισμό, βιβλία για το πώς θα γίνει η εγχείριση υπήρχαν, πιάνουν τον ασθενή, τον δένουν στο κρεβάτι του ιατρείου, τον πλακώνουν στο χλωροφόρμιο και αρχίζουν την εγχείριση.

Η τομή ήταν τεράστια, ξεκινούσε από το το στέρνο και κατέληγε κοντά στο δεξιό μηρό του φουκαρά ναύτη. Ψάχνανε για ώρα, κάποτε βρέθηκε η απόφυση, και οι «χειρουργοί» προχώρησαν σύμφωνα με το βιβλίο. Εν τω μεταξύ μετά από ώρες που κράτησε η διαδικασία, μεγάλο μέρος από τα έντερα του ασθενούς είχαν βγει έξω από το σώμα του (για να βρεθεί η απόφυση) και αυτά έπρεπε να ξαναμπούν μέσα, για να τον ράψουν. Ελα όμως! Φαίνεται ότι αυτά για κάποιο λόγο φούσκωσαν και δεν χωρούσαν να ξαναμπούν! Τι να κάνει το ιατρικό επιτελείο, κάποιοι ράβανε από πάνω, κάποιοι άλλοι από κάτω, και μια τρίτη ομάδα ζουλούσε με δύναμη τα έντερα προς τα μέσα. Τελικά τα καταφέρανε. Ο καημένος ο ναύτης τα κατάφερε και αυτός, έκανε μέρες να συνέλθει, κυρίως από το χλωροφόρμιο το οποίο για σιγουριά του παρασχέθηκε σε τεράστιες ποσότητες.