Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

Αααα μαμά! (Η Κοκκώνα καλλιβρούσης)

 

(κείμενο του Αντώνη Εξαδάκτυλου)

 

Στο χωριό μας κατά το έθιμο, κάθε χρόνο, παραμονές Χριστουγέννων, έρχονταν οι καλλιβρούσιδες. Φροντίζαμε όλα να είναι τακτοποιημένα γιατί ότι έβρισκαν πεταμένα και ακατάστατα, τα έδεναν στο πόδι του ιδιοκτήτη τους.

Η γιαγιά μου η Κοκκώνα(1), όταν ήταν μικρά τα παιδιά της, είχε λοιπόν τη συνήθεια, όταν αυτά κοιμότανε, να τους δένει και κάτι, ώστε να γίνει πιο αληθοφανής η επίσκεψη των καλλιβρούσιδων.

Στην μητέρα μου, την Μαρίκα, έδενε ένα παπούτσι, μια και τα έβρισκε πεταμένα σε όλο το σπίτι, στον Γιώργη ένα πασάλι γιατί πάντα ξεγλιστρούσε από την αγγαρεία να φέρει τις κατσίκες από το κτήμα στο «Τούρκικο», στον Βαγγέλη ένα βιβλίο, μια και ήταν ο πιο μελετηρός. Στον Νικολή ένα καλαπόδι και στον Χρήστο ένα μυστρί ή σκεπάρνι.

Περίμενε η γιαγιά πότε θα κοιμηθούν, την παραμονή των Χριστουγέννων και περνούσε από τα κρεβάτια των παιδιών της για το σχετικό πείραγμα, ότι δήθεν ήταν ο καλλιβρούσης.

Όλοι λίγο πολύ συμμετείχαν στο έθιμο και έδειχναν να το διασκεδάζουν.

Ο Χρήστος όμως, το έφερε βαρέως και αποφάσισε να περιλάβει τον καλλιβρούση που θα τολμούσε να τον πειράξει.

Ετσι λοιπόν, όταν όλοι αποκοιμήθηκαν, αυτός περίμενε άγρυπνος κάτω από τα σκεπάσματα.

Τα δύο αδέλφια, Νικολής και Χρήστος, κοιμόταν σε ένα ξύλινο πατάρι μεταξύ του ισόγειου και του πάνω ορόφου του σπιτιού μας.

Οταν λοιπόν μεσ’ το σκοτάδι η γιαγιά μου σήκωσε τα σκεπάσματα για να βρει το πόδι του Χρήστου και να δέσει το μυστρί που κρατούσε, πετάχτηκε ο Χρήστος και την άρπαξε από τον λαιμό.

 

-Τώρα σε έπιασα θα σκεπτόταν και την έσφιγγε με όλη την δύναμη του.

 

Η γιαγιά μου ήταν αδύνατο να φωνάξει ή να ξεφύγει από την δύναμη του Χρήστου. Το τέλος της πλησίαζε. Ξαφνικά, το δαχτυλάκι του Χρήστου έμπλεξε στο σκουλαρίκι της γιαγιάς μου και κατάλαβε αμέσως ποιος ήταν ο «καλλιβρούσης». 

 

Ααααα Μαμά, φώναξε και χαλάρωσε την λαβή του.

 

Η γιαγιά μου την γλύτωσε φτηνά και τους ξύπνησε όλους με τις φωνές της. Το έθιμο αυτό τελείωσε εκείνη την χρονιά και η γιαγιά μου δεν ξαναδοκίμασε έκτοτε το πείραγμα. 

_______________________________________________________________________________

σημ. Νικολού Εξαδάκτυλου

(1) Η Μπεγλέρη Εριφύλη του Χρήστου σύζ. Μπουκουβάλα Αντωνίου του Νικολάου (11). 

Για τους όσους το αγνοούν, τα δύο μεγαλύτερα παιδιά της Κοκκώνας, ο Νικολής και ο Χρήστος, ήταν εκ γενετής κωφοί. Ο Νικολής ήταν τσαγκάρης, ο τελευταίος που άσκησε το επάγγελμα στις Στενιές και ο Χρήστος κτίστης και κατά γενική ομολογία ένας από τους πιο δυνατούς Στενιώτες, αν όχι ο δυνατότερος. Και οι δύο, παρά το μειονέκτημα τους ήταν ευφυείς και συμμετείχαν σε όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις του χωριού.