Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

Διαμονή στον Πειραιά (και στην Αθήνα)

 

(μετά από πρόταση για το θέμα από τον κο Βαγγέλη Σύμπουρα (15113) #203 και κείμενα του ίδιου, του κου Γιάννη Φακή (121311), του κου Κώστα Πολέμη (1413181) #1126 καθώς και πληροφορίες που έδωσαν οι κοι Γλυνός Μιχαήλ του Κωνσταντίνου (1312111) #2167, Καραπιπέρης Δημήτρης του Ιωάννη (131621) #277, Βαγγέλης Καλογήρου (11) #2159 και εγώ, ο Νικολος Εξαδάκτυλος (1271) #522).

 

Οπως αναφέρει ο κος Βαγγέλης Σύμπουρας, οι Στενιώτες σαν ερχόταν για λίγες (ή και περισσότερες λόγω διπλωμάτων) ημέρες στην Αθήνα, διέμεναν σε ορισμένα ξενοδοχεία. Κλασσικό παράδειγμα το "ΥΔΡΑ" στον Πειραιά, που παρ΄ ότι βρισκόταν στην κακόφημη περιοχή της Τρούμπας, ήταν πολύ αξιοπρεπές για την εποχή. Στην Αθήνα προτιμούσαν το "ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ" και το "ΑΣΤΥ". Παρακάτω αναφέρονται στοιχεία και ιστορίες για τη διαμονή των Στενιωτών στην πρωτεύουσα και το λιμάνι της κατά τις τελευταίες δεκαετίες πρίν την μεγάλη "φυγή" των οικογενειών από το χωριό που ξεκίνησε δειλά δειλά τη δεκαετία του 1950 και από τη δεκαετία του 1960 πήρε δραματικές διαστάσεις. Τότε που το δημοτικό σχολείο αριθμούσε γύρω στα 120 παιδιά και τριάντα περίπου χρόνια αργότερα έκλεισε. Ακόμα και αυτά τα ξενοδοχεία αποτελούν μέρος της ιστορίας του χωριού μας.

 

Ο κος Γιάννης Φακής αναφέρει τα ακόλουθα: Η παραμονή των ναυτικών του Χωριού, στον Πειραιά για δίπλωμα (πλοιάρχου, μηχανικού, ασυρματιστή), αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της κοινωνίας του Χωριού. Αρχικά στο πανάθλιο, ακόμα και για εκείνη την λίγο μετά τον πόλεμο εποχή "ΥΔΡΑ" και μετά στο σαφώς πολύ καλλίτερο "ΧΙΟΣ ΛΗΜΝΟΣ ΑΝΔΡΟΣ" επί της οδού ΙΙ Μεραρχίας (σημ. Δευτέρας Μεραρχίας) . Η περιοχή η Τρούμπα, όχι βέβαια ότι καλλίτερο στον "Περαία", με συμπλοκές με ανθρώπους του υποκόσμου και Αμερικανούς ναύτες σε ημερήσια διάταξη. Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό, προσπαθούσαν να ζήσουν υποτυπωδώς μέσα σ’ ένα δωμάτιο για ύπνο και μελέτη. Αναγκαστικά έμεναν εκεί, γιατί φροντιστήρια, Δημόσιες Υπηρεσίες σχετικές με τους Ναυτικούς, αλλά και οι καφενέδες για το κουσέλι ήσαν πολύ κοντά. Η γιαγιά μου και η μητέρα μου, με τραβολοούσανε κάθε λίγο και λιγάκι να πάμε στον Πειραιά να συναντήσουμε τους συγγενείς μας. Φοβόμουνα να βλέπω τους μεθυσμένους μαύρους Αμερικανούς ναύτες, μάλιστα τους αποκαλούσα "μουζομένους" από τη λέξη μούζα, αλλά και τους "αξιωματικούς" τους κράχτες δηλαδή των καμπαρέ! Ηταν φανερή η δυσφορία των Στενιωτών, γι’ αυτό πού περνούσανε, λέγανε όμως στο τέλος της κουβέντας τους, ότι θα είναι για λίγο... Μέσα σε όλα, αντιμετώπιζαν και τα θέματα υγείας τους, που κάποιες φορές τους φέρνανε πίσω στο πολυπόθητο Δίπλωμα. Το ευχάριστο για εμένα που ήμουν παιδί, ήταν στην επιστροφή με το "πράσινο" (σημ. το αστικό Λεωφορείο Αθηνών - Πειραιά) στις Τζιτζιιφιές που σταματούσε για λίγο και έβλεπα τους τραγουδιστές που μπαινοβγαίνανε στα μπουζουξίδικα. Οι συγγενείς μας πριν να πάνε σε ξενοδοχείο, φιλοξενούνταν στο σπίτι μας.  Πόσοι δεν περάσανε από της "Τρούμπενας" (σημ. η Κουτσούκου Ευγενεία του Μιχαήλ (1213) #2215 , συζ. Γιάννη Τρούμπη)...  Εκείνα που δεν ξεχνιούνται και είναι βαθειά χαραγμένα στη μνήμη μου είναι η ΑΔΟΛΗ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥΣ, Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΤΟΥΣ και Η ΑΦΟΣΙΩΣΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ και ΤΟ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ ΔΕΣΙΜΟ !!

 

Στο σημείο αυτό έχω και εγώ να προσθέσω ότι αν κάποιοι χωριανοί έρχονταν στην Αθήνα  ή στον Πειραιά με την οικογένεια τους (π.χ. για ιατρικούς λόγους) και τα οικονομικά τους ήταν περιορισμένα, αν υπήρχαν στενοί συγγενείς, κατέφευγαν σε αυτούς. Καλή καρδιά πάντα υπήρχε και οι πρωτευουσιάνοι δεν δυσανασχετούσαν, ήταν ευκαιρία γι’ αυτούς να κάνουν παρέα με χωριανούς, να συζητήσουν τα νέα και τα κουσέλια του χωριού, να χαρούν που έβλεπαν κάποιον γνωστό τέλος πάντων. Γνωρίζω περίπτωση συγγενικής μου οικογένειας που έμεναν πέντε άτομα σε μικρό δυάρι σε πολυκατοικία και έφταναν να φιλοξενούν ακόμα και άλλα οκτώ άτομα για αρκετά μεγάλα χρονικά διαστήματα. Ο ένας επάνω στον άλλον, ύπνος με βάρδιες αλλά η καλή διάθεση τα απάλυνε όλα.

 

Οπως έχω γράψει και αλλού, το «Υδρα» δίπλα στην Τρούμπα που ήταν στέκι για τους Στενιώτες, ήταν τρισάθλιο, είχα μείνει και εγώ κάνα δυο βράδια, και παρόλο που τότε ήμουνα πιτσιρικάς τριών ετών μου έχει μείνει αξέχαστο, είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου ηλεκτρικούς λαμπτήρες. Το «Υδρα» το μανατζάριζε ο κύριος Θόδωρος (αγνώστου επωνύμου), ο οποίος κράταγε μακριά ότι θα μπορούσε να αμαυρώσει την καλή φήμη του ξενοδοχείου και για το λόγο αυτό το «Υδρα» ήταν από τα ξενοδοχεία που παρά τη θέση του οι Στενιώτες το προτιμούσαν.  Ο κος Βαγγέλης Σύμπουρας προσθέτει ότι τον κύριο Θόδωρο τον επικουρούσε ο γιος του Νίκος. Η τουαλέττα ήταν κοινόχρηστη και δίπλα της υπήρχε και μια υποτυπώδης κουζίνα για τους πελάτες, κοινόχρηστη και αυτή. Για να κάνει κανείς μπάνιο στην κοινόχρηστη τουαλέτα έπρεπε να το δηλώσει στον κύριο Θόδωρο μια μέρα νωρίτερα αφενός για να πάρει σειρά, αφετέρου και για να γίνει κατάλληλη προετοιμασία του μπακιρένιου θερμοσίφωνα που λειτουργούσε με ξύλα. ¨Πρωινό" βέβαια δεν προσέφερε το ξενοδοχείο και οι πελάτες πήγαιναν δίπλα στου Σπέντζου. Ο κος Μιχάλης Γλυνός θυμάται το μαγαζί αυτό, που πίνανε το γάλα τους σε γυάλινο ποτήρι. Ο κος Δημήτρης Ιω. Καραπιπέρης συνάντησε κατά το 2014 έναν καμαρότο που εργάζονταν στο «Υδρα». Αυτός λοιπόν γνώριζε όλο το χωριό και όταν συναντήθηκαν ρωτούσε για όλους τους χωριανούς που πέρασαν από το «Υδρα». Επίσης θυμάται την ξύλινη σκάλα με την οποία ανέβαινες  στον πρώτο όροφο του κτηρίου. Στον όροφο αυτό ήταν το ξενοδοχείο, στο ισόγειο υπήρχαν μαγαζιά, δεν θυμάμαι αν ο δεύτερος και άλλοι ίσως όροφοι στέγαζαν το ξενοδοχείο. Τη σκάλα αυτή θυμάμαι και εγώ. Θυμάμαι που την ανέβηκα, καθώς και το δωμάτιο που ήταν στα αριστερά από εκεί που σε έβγαζε. Το δωμάτιο ήταν απελπιστικά μικρό και σκοτεινό, εκτός από το κρεβάτι και μια καρέκλα είχε και ένα λαβομάνο με μια άσπρη εμαγιέ λεκάνη για να πλύνεις το πρόσωπο σου και μόνο. Ο κος Βαγγέλης Σύμπουρας αναφέρει ότι στο πάνω μέρος της σκάλας περίμενε συνήθως ο γέρο-Στάμος ελέγχοντάς σε αν γύριζες πιο αργά.

 

Κοντά στο «Υδρα» υπήρχαν κάποια εστιατόρια που έτρωγαν οι χωριανοί. Εγώ θυμάμαι το «Λιόπεσι». Δύο ήταν τα καφενεία που σύχναζαν οι Στενιώτες. Ο κος Βαγγέλης Καλογήρου τα αναφέρει, το ένα ήταν το θρυλικό του Σμπίρη και το άλλο του Γιώργη του Πετράκη. (σημ. το επίθετο Σμπίρης απαντάται και στο αρχείο γάμων αυτού του ιστότοπου στο έτος 1946). Ο κος Βαγγέλης Καλογήρου επίσης αναφέρει ότι μαζί με τον Στέλιο Πετράκη (1287) (σημ. αδελφό του Γιώργη Πετράκη) έβγαλαν μαζί εκεί το στρατιωτικό, οπότε είχαν εξόδου. Γινόταν ο χαμός που λένε τότε, με τους ναύτες του 6ου Αμερικανικού στόλου, να συχνάζουν στο μπαρ Αρτζεντίνα που για όσους θυμούνται, ήταν απέναντι από το καφενείο του Πετράκη. Ο κος Βαγγέλης Σύμπουρας μας θύμισε  ότι μια γωνιά του καφενείου του, ο Πετράκης την είχε "κλείσει" με νοβοπάν και την είχε μετατρέψει σε κουρείο με όνομα "Ο ΠΟΛΥΔΩΡΟΣ" όπου κούρευε τους πελάτες παίζοντας συγχρόνως τάβλι σε διπλανό τραπέζι στο καφενείο. Ψαλιδιά και ζαριά, ζαριά και ψαλιδιά!

 

Εκτός από το «Υδρα» υπήρχαν και δωμάτια που νοικιάζονταν σε Στενιώτες που έρχονταν στον Πειραιά. Ενα ήταν του Σικολού (Παλαιοκρασσάς Νικόλαος του Γιαννούλη) σε μια πάροδο της λεωφόρου Βασ. Γεωργίου που ξεκίναγε από το Δημοτικό θέατρο και πήγαινε ψηλά στην Καστέλα. Επίσης, η Χαζάπη Ερηνιώ του Δημητρίου (119) #2928 (κόρη του λεγόμενου "Πίσσα") είχε παντρευτεί στον Πειραιά και νοίκιαζε δωμάτια σε Στενιώτες που πήγαιναν στον Πειραιά περαστικοί ή για δουλειές.

 

Νικολός Εξαδάκτυλος

 

 

Ο κος Κώστας Πολέμης έχει διηγηθεί αρκετές φορές μια ωραία ιστορία που αφορούσε το «Υδρα», την θέση του στο κακόφημο μέρος του Πειραιά αλλά και στην αθωότητα των κατοίκων του χωριού που το χρησιμοποιούσαν. Την παραθέτω:

 

Η έκπληξη του ταξιτζή.

 

Θα ήταν το 1965 όταν η μητέρα μου σαράντα ενός ετών τότε, μαζί με την αδελφή μου ετών πέντε, αποβιβάστηκαν στην Ραφήνα από το «Έλενα Π.» ερχόμενες από την Ανδρο. Ανέβηκαν στο λεωφορείο του ΚΤΕΛ και έφθασαν κατάκοπες μετά από καμιά και πάνω ώρες στο τέρμα τις διαδρομής στην οδό Μαυροματαίων. Μπαίνουν σε ένα ταξί.

 

-Πού πηγαίνουμε; ρωτά ο οδηγός.

-Πειραιά, του απαντά η μητέρα μου.

 

Ξεκινούν, η αδελφή μου είναι όλο απορίες και ερωτήσεις. Τι είναι αυτό τί είναι εκείνο, γιατί το ένα γιατί το άλλο. Βαριεστημένα η μάνα μου τις απαντά. Κάποια στιγμή όταν πια έχουν φτάσει στο Νέο Φάληρο,

 

-πού ακριβώς; ρωτάει ο ταξιτζής.

-στο ξενοδοχείο Ύδρα απαντά η μητέρα μου.

-πού ακριβώς είναι αυτό;

-Αγίου Σπυρίδωνος.

-σε ποιά περιοχή; (δεν υπήρχαν τα Navigators τότε και ο οδηγός ήθελε συγκεκριμένες οδηγίες).

-Αγίου Σπυρίδωνος και Δευτέρας Μεραρχίας.

-κανένας άλλος δρόμος εκεί κοντά; επιμένει ο οδηγός.

-Νοταρά, Φίλωνος του λέει η μητέρα μου.

 

Κάνει δεξιά ο οδηγός και σταματάει.

 

-Έχετε ξαναπάει σε αυτό το ξενοδοχείο; 

-Πολλές φορές, πάντα εκεί μένουμε.

 

Γυρίζει προς το πίσω κάθισμα ο οδηγός και κοιτάζει εξεταστικά την μάνα μου και την αδελφή μου. Το ντύσιμο και το παρουσιαστικό τους δεν μαρτυρούσαν πεζοδρόμιο.

 

-Κυρία μου της λέει, επειδή φαίνεστε σοβαρή γυναίκα, να σας πάω σε ένα άλλο ξενοδοχείο στο Πασαλιμάνι, γιατί εκεί που πηγαίνετε είναι η Ντρούμπα....

-Χριστός και Παναγία να με δει κανένα μάτι να μπαίνω σε άλλο ξενοδοχείο! Για ποια με πέρασες; Εκεί θα με πάς που μένουν όλοι οι χωριανοί μου.

-Όπως θέλετε κυρία μου αλλά να προσέχετε.

-Τι να προσέχω, εσύ να προσέχεις τα λόγια σου, που δεν ξέρω γιατί με πέρασες και θέλεις να με πας στο Πασαλιμάνι!

 

Τις κατέβασε Αγίου Σπυρίδωνος εμπρός στο Ύδρα κάνοντας τον σταυρό του και φτύνοντας τον κόρφο του....

 

_______________________________________________________________________________________

 

Το ξενοδοχείο «Υδρα» αναφέρεται και σε μια άλλη ιστορία, την οποία μπορείτε να διαβάσετε πατώντας εδώ.