Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

 

_________________________________________________________________________________________________________________________

 

1. Ο Αλισαβάν(1)

 

(κείμενο του Κώστα Νικ. Πολέμη(2))

 

 

Πρός το τέλος της δεκαετίας του πενήντα, εμφανίστηκε στο χωριό μια τετραμελής οικογένεια, με καταγωγή από την Ικαρία όπως έλεγαν. Ο πατέρας, ονόματι Γιάννης, η μητέρα, ένας γιός και μια κόρη. Εργατικοί άνθρωποι, εγκαταστάθηκαν σε ένα κελί, στον κάμπο του Γιώργη Φαλαγκά(3), γνωστού με το παρατσούκλι Πούρος, από την συνήθεια του να καπνίζει πούρα, συνήθεια που έφερε από την πολύχρονη εργασία του στην Αυστραλία, που του απέφερε οικονομική άνεση. Δούλευαν ως κολίγες, καλλιεργώντας ζαρζαβατικά κυρίως, που ο Γιάννης τα φόρτωνε σε ένα ετοιμόψωφο γαϊδουράκι, και τα πουλούσε περιδιαβαίνοντας τους δρόμους του χωριού. Μία φορά κάποτε μια Στενιώτισα, του ζήτησε έναν πούλο(4),

 

-όχι πολύ μεγάλο, τόσο δα, τόσο δα,

 

του έλεγε δείχνοντας με τα χέρια της το επιθυμητό μέγεθος. Καταλαβαίνετε την έκπληξη και την αμηχανία του, γιατί δε γνώριζε το Στενιώτικο γλωσσικό ιδίωμα.....

Θέλοντας να ενισχύσει το ισχνό οικογενειακό εισόδημα, ο Γιάννης μετήρχετο και άλλων επαγγελμάτων. Κανταδόρος με ξεκούρδιστη κιθάρα, κρουπιέρης με αυτοσχέδια ρουλέτα, που έστηνε τις ημέρες των Χριστουγέννων στην καμάρα του Γιώκου(5) , αλλά και ταχυδακτυλουργός και μάγος κατά περίπτωση.

Επειδή κατά την διάρκεια της επίδειξης των μαγικών του ικανοτήτων, εκφωνούσε πλην του Αμπρα Κατάμπρα και την λέξη Αλισαβάν, το όνομα Γιάννης ξεχάστηκε και έμεινε γνωστός ως ο ΑΛΙΣΑΒΑΝ.

Μία ημέρα που οι μαθητές του λυκείου Άνδρου είχαμε εκδράμει στο μοναστήρι του Αϊ Νικόλα στα Σώρα, έκανε την εμφάνισή του και ζήτησε την άδεια από τους συνοδούς καθηγητές, να δώσει μια παράσταση με ταχυδακτυλουργικά και μαγικά κόλπα. Του το επέτρεψαν και όλοι οι μαθητές συγκεντρωθήκαμε στη μεγάλη πλατεία κάτω από τον αιωνόβιο πλάτανο. Ο Αλισαβάν σκαρφάλωσε στον χώρο που είναι δίπλα στη βρύση με το αγίασμα και άρχισε να στήνει τα σύνεργά του. Στο διάστημα αυτό με πλησίασε χωραΐτης συμμαθητής και μου είπε ψιθυριστά στο αυτί, ότι ο μάγος του είχε πει ότι κάποια στιγμή θα ζητήσει από τους μαθητές έναν εθελοντή βοηθό. Θα διαλέξει όμως εκείνον και θα τού ζητήσει να πλέξει τα δάκτυλα των χεριών σφιχτά. Θα απαγγείλει κάποιες μαγικές λέξεις και όταν του πει να τα λύσει, ο βοηθός θα ισχυρίζεται ότι αδυνατεί. Ο Αλισαβάν θα απαγγείλει μαγικές λέξεις και τότε ως δια μαγείας τα χέρια θα λυθούν!! Του είχε δώσει δε και τρείς δραχμές κέρασμα. Σημειωτέον ότι ένα σάντουιτς τότε κόστιζε δύο δραχμές. Δίπλα μου στεκόταν ο Γιάννης ο Ταλαράς(6) και τα άκουσε όλα. Μόλις ο χωραΐτης απομακρύνθηκε, ο Γιάννης χαμογελώντας πονηρά μου είπε:

 

-Μάγκα μου θα γίνει φάση.

 

Άρχισε η παράσταση και κάποια στιγμή που ζήτησε εθελοντή, πλην του χωραΐτη πετάχτηκε και ο Ταλαράς. Ο Αλισαβάν είπε πως θέλει μόνο τον ένα αλλά ο Γιάννης επέμενε. Ξεκίνησε το νούμερο, τους ζήτησε να πλέξουν τα δάκτυλα, είπε τους εξορκισμούς του, τους ζήτησε να τα λύσουν αλλά δεν μπορούσαν. Εντυπωσιάστηκε και ο ίδιος. Απήγγειλε τα άμπρα κατάμπρα, τα αλισαβάν ένα, αλισαβάν δύο, ο μυημένος τα έλυσε ο Ταλαράς όμως όχι, δηλώνοντας αδυναμία. Ξανά και ξανά τα ξόρκια, τίποτα. Ο Αλισαβάν άρχισε να ιδρώνει.

 

-Ρε μπας και είμαι μάγος πράγματι, (θα σκέφτηκε)...

 

Ξανά άλλους εξορκισμούς χωρίς αποτέλεσμα. Οι καθηγητές κοιτάζοντας μεταξύ τους διερωτόνταν αν έκαναν σωστά που επέτρεψαν την παράσταση. Μετά απο αρκετά λεπτά αγωνίας ο Γιάννης ευδόκησε να λύσει τα χέρια του καταχειροκροτούμενος. Ο Αλισαβάν αυτό το νούμερο δε πρέπει να το ξαναέκανε!

 

_________________________________________________________________________________________________________________________

 

 

2. Αλισαβάν από τα μάτια των παιδικών μας χρόνων.

 

(κείμενο του Γιώργη Αντ. Σύμπουρα(2))

 

Τον θυμάμαι μικρός σαν τον μάγο των παιδικών μας παραμυθιών.

Γύριζε η βέργα με την καμπουρωτή μύτη πάνω σε μιαν άλλη στερεωμένη με ιδιαίτερο τρόπο στη μέση ενός παρτσακλού τραπεζιού και περίμενε κάποιος .... να την σταματήσει. Πεντάρες, δεκάρες, πενηνταράκια καμιά φορά δραχμές ακουμπισμένα πάνω στη κόλα που σκέπαζε το τραπεζάκι/ρουλέτα και άσπρες λωρίδες έφτιαχναν τους τομείς που ο καθένας είχε ποντάρει για τις τσίχλες τα λουκούμια ή τα τσιγάρα Νο 22 ή Σαντέ, μια υποψία για πρόσκαιρο αντριλίκι, απόδραση από την κληματόβεργα.

Ο κυρ Γιάννης φιγούρα από ταινία του Ιονέσκο, με τριμμένο καρό σακάκι, κάποτε με τραγιάσκα, πρόσωπο αξύριστο, χιτλερικό μουστακάκι με έντονα σημάδια της κακουχίας αλλά με χαμόγελο που προσέλκυε τους πιτσιρικάδες, έστηνε την παράσταση στην κάμαρα του Γιόκου(5) εκεί που ήταν το μαγαζί της Μίνας(7) . Βόλευε το μέρος, μια και ήταν σκεπά, προστασία απ το κρύο, βροχή και το φως, σύμμαχος στις ταχυδακτυλουργικές του παραστάσεις. Το κουτσό τραπεζάκι βοηθούσε ν’ αποφασίζει πότε και τι κερδίζει για να βάλουμε ξανά το χέρι στην τσέπη. Τι να βρούμε, ίσως κάτι ψιλά, ρέστα απ το κουλούρι, για να αγοράσουμε μια φτηνή ελπίδα. Δεν χωρούσε διαμαρτυρία. Γιατί σαν θύμωνε έχανε το χαμόγελο και τ’ αραιά του δόντια τον έκαναν τρομακτικό.

 

-Πολλά βάζατε λίγα παίρνετε λέγαμε σ’ αντιστροφή αυτών που φώναζε ο κρουπιέρης.

 

Ήταν ο μάγος τον παιδικών μας παραμυθιών.

 

Τον θέλαμε να δυναμώνει την φαντασία μας μέσα απ τα ακαταλαβίστικα Αλίσαβαν Αβαν να φτιάχνομε φιγούρες που έχουν κάτι το υπερφυσικό. Να βγάζει απ την τσέπη ένα αυγό στο στόμα και στη συνέχεια να τραβά τον ζαρωμένο του λαιμό για να πάει τάχα μου κάτω, και κτυπώντας το κεφάλι να βγάζει απ το στόμα τόσα τελάρα όσα η επιμονή μας να συνεχίζει το επέτρεπε. Δεν είχε σημασία να ξέρουμε αν τα αυγά πήγαιναν στην τσέπη του ή τα ταχυδακτυλουργικά του κόλπα έφταναν να δίνουν φτερά στ’ αυγό και κάποιος από τους θεατές να κάνει ...κάτι διαφορετικό απ’ την καθημερινή του ανάγκη....

Θυμάμαι στην δεκαετία του εξήντα είχε έλθει στο χωριό κάποιος ανιψιός του παπαΝικόλα, Νικηφόρος στο όνομα. Πάνω από το φούρνο του Σπύρου, εκεί στο χτήμα είχε στήσει κάποια σκηνή για καραγκιόζη και άλλα παπατζίδικα, προσπαθούσε να μιμηθεί τον Αλισαβάν με λόγια που θα είχαν κάποια μεταφυσική δύναμη . Έλεγε λοιπόν:

 

-Σειταν πλαουερ Αντεμαρ ´a map full of names’.

 

Οι τελευταίες πέντε λέξεις από το μάθημα των Αγγλικών που φαντάζομαι είχαν γι’ αυτόν την ίδια σημασία όσο οι πρώτες. Σε μια εποχή που παρόλο ότι μεγαλώναμε με φόντο το γαλάζιο του Αιγαίου και το μυαλό μας άνοιγε παρατηρώντας τον ορίζοντα, βιώναμε παράλληλα την ανάγκη να καλλιεργήσουμε την φαντασία μας μέσα από την μαγεία του παραμυθιού .

Ο Αλισαβάν ήταν ένα κομμάτι απ αυτήν.

 

 

___________________________________________________________________

 

(1)  Το ονοματεπώνυμο του ήταν Γιάννης Σταύρου.

(2) Πολέμης Κώστας του Νικολάου (1413181) #1126 info

(3) Φαλαγκάς Γεώργιος του Αντωνίου (1357) #3450 info

(4) Πούλος είναι το αραποσίτι (αραβόσιτος, καλαμπόκι) στη Στενιώτικη ντοπιολαλιά.

(5) Παλαιοκρασσάς Γεώργιος του Σωκράτη (1112231) #2621 info

(6) Πολέμης Ιωάννης του Δημητρίου (11312411) #1225.

(7) Παλαιοκρασσά Μίνα του Δημοσθένη (11141341) #467 info

 

 

 

Για να δείτε μια φωτογραφία του Αλισαβάν, πατήστε εδώ.

 

___________________________________________________________________

 

Για την ιστορία, ο Γιώργης Φαλαγκάς παντρεύτηκε την κόρη του Αλισαβάν, Ελένη και απέκτησαν δύο παιδιά.

 

Ο Αλισαβάν είχε πληθώρα ταχυδακτυλουργικών κόλπων που τα παρουσίαζε στις επαγγελματικές του επιδείξεις. Ενα από αυτά ήταν μια βελόνα που την έβαζε στο στόμα του, υποτίθεται ότι την κατάπινε και την παρουσίαζε λίγο αργότερα λέγοντας οτι την είχε αποβάλλει με φυσιολογικό τρόπο ο οργανισμός του. Στην πραγματικότητα είχε τρύπα στο μάγουλο του (όπως αυτές σε αυτιά για σκουλαρίκια) η οποία δεν φαινόταν γιατί ήταν μονίμως (και σκοπίμως) αξύριστος. Ενα άλλο κόλπο ήταν να βάζει ένα τενεκεδάκι ανάμεσα στα πόδια ενός άνδρα από τον οποίο ζητούσε να βήξει. Μόλις αυτός έβηχε, ένα κέρμα έπεφτε (με επιδέξιο να ομολογήσουμε τρόπο) στο τενεκεδάκι. Τα σχόλια του Αλισαβάν έφερναν θυμηδία στους παριστάμενους.