Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

Τουφέκια στο καΐκι

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου. Η ιστορία είναι αληθινή και τα ονόματα δεν έχουν αλλάξει).

 

Παντού υπάρχουν προλήψεις και όταν είμαστε νέοι τις απαξιώναμε. Οσο μεγαλώνουμε καταλαβαίνουμε ότι κάποιο σκοπό εξυπηρετούν, δεν είναι λόγια του αέρα. Καμιά φορά το βρίσκουμε γρήγορα, εντάξει, δεν περνάς κάτω από σκάλα, ή αυτή θα πέσει απάνω σου, η κανένα εργαλείο αυτού που ανέβηκε στο τελευταίο της σκαλί, μπορεί και ο ίδιος, λίγο απίθανο βέβαια, αλλά να λείπει μια τέτοια περίπτωση. Υπάρχει και η πρόληψη με το σαπούνι, δεν το δίνεις στο χέρι αυτού που το ζητά, αλλά το ακουμπάς κάπου για να το πιάσει εκείνος. Εγώ δεν έχω καταλάβει τι εξυπηρετεί αυτή η πρόληψη και δεν τηρώ τη διαδικασία, αλλά και δεν καταφέρομαι ιδιαίτερα εναντίον της.

Οταν πήγαινα νεαρός στο ψάρεμα άκουγα διάφορες προλήψεις, όλες σχετικές με αυτό, μερικές πάλι τις δικαιολογώ, άλλες πάλι με προβληματίζουν. Μια από τις προλήψεις της δεύτερης κατηγορίας είναι ότι δεν μετράς πόσα ψάρια έπιασες αλλά περιμένεις να το κάνεις άμα νετάρεις και όλα σου τα εργαλεία είναι έτοιμα να μαζευτούν και να καθαριστούν. Ισως ο λόγος να είναι ότι μπορεί να έχεις βάλει ένα στόχο και να γίνεις απρόσεκτος όσο τον πλησιάζεις ή βλέπεις ότι δεν σου φαίνεται εφικτός και στεναχωριέσαι. Και στο ψάρεμα που σαν διαδικασία δεν είναι απαλλαγμένη κινδύνων, η ήρεμη ψυχική διάθεση είναι εκ των ουκ άνευ.

Οι άνθρωποι που πιστεύουν στις προλήψεις πολλές φορές δίνουν τεράστια σημασία στο θέμα αυτό, σε σημείο που η υπερβολή να γίνεται η αιτία για ειρωνικά σχόλια από τους άλλους σε βάρος τους ή πάλι να κάνουν τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρέφονται να αισθάνονται από άβολα έως και πολύ άσχημα.

Η ιστορία που θα διηγηθώ αφορά τον γείτονα μου τον καπταΓιαννούλη Φαλαγκά που ήταν από μικρός δεινός ψαράς - έχω ακούσει ιστορία που στην κατοχή έβγαλε ένα βράδυ με την τράτα του στα Γιάλια 6 χιλιάδες οκάδες ψάρια και το χωριό σώθηκε. Σαν καπετάνιος είχε μια βάρκα, το «Χιονατάκι» και ψάρευε όποτε ήταν ξέμπαρκος στο χωριό και ο καιρός το επέτρεπε. Οταν βγήκε στη σύνταξη αγόρασε και ένα μεγαλύτερο κουβερτωμένο πλεούμενο (κούντουλο με δεκάρα μηχανή Μαλκότση) το βάφτισε «Καστέλα» και με τους φίλους του έκανε ωραία ψαρέματα. Είχε και όλων των λογιών τα σύνεργα, παραγάδια, δίχτυα, τράτες, τίποτα δεν του έλειπε. Και όποτε πήγαινε στο ψάρεμα, τις περισσότερες φορές γύρναγε με καλή ψαριά, τα ψυγεία του σπιτιού του ήταν πάντα γεμάτα. Ο Σουστούρης, όπως ήταν περισσότερο γνωστός, ήταν όμως προληπτικός μέχρι εκεί που δεν έπαιρνε. Και εκτός από αυτό ήταν και προκατειλημμένος με ορισμένα άτομα που πίστευε ότι του έφερναν γρουσουζιά. Ενα τέτοιο άτομο ήταν η Αργυρώ σύζυγος του Γιαννίκου, μητέρα του Πέτρου του Καλκούτα. Η Αργυρώ είχε μια κέλλα σε ένα χτήμα της, εκεί που συναντά τώρα ο παλιός δρόμος του χωριού προς τα Γιάλια τον αμαξιτό, λίγο πιο κάτω από του Κώστα του Γιαλαρού το σπίτι. Κάθε πρωί, νύχτα ακόμα πριν τα χαράματα, ήταν και προκομμένη είχε και άλλες δουλειές να κάνει αργότερα, πήγαινε στην κέλλα με τα αποφάγια της προηγούμενης και συμπλήρωμα σύκα, πίτουρα και δεν ξέρω τι άλλο ακόμα, για να ταΐσει το χοίρο της. Ελα όμως που το χτήμα ήταν πάνω στο δρόμο από το χωριό στα Γιάλια που έπαιρνε ο Σουστούρης για να πάει στη βάρκα του, το «Χιονατάκι»...

 

- καλημέρα καπταΓιαννούλη, - καλημέρα Αργυρώ,

 

την πρώτη φορά, αλλά το ψάρεμα αποτυχία, στράφι τα δολώματα... Δε δίνει σημασία ο Σουστούρης, αλλά η ιστορία επαναλήφτηκε σύντομα. Αυτό ήταν, δεν χρειάστηκε τρίτη φορά για να επαληθευτούν οι φόβοι του. Η Αργυρώ καταχωρήθηκε στη Μαύρη Βίβλο της Γρουσουζιάς, απόκρυφο βιβλίο που οι μύστες των προλήψεων το έχουν όπως οι παπάδες το Ιερό Ευαγγέλιο. Οποτε ο Σουστούρης την έβλεπε, στην αρχή μουρμούριζε τα ξόρκια του, αυτή απορούσε που δεν της έστρεφε, μετά ο Σουστούρης άλλαξε ωράριο, πήγαινε στα Γιάλια καμιά ώρα νωρίτερα από ότι συνήθιζε για να μην πέσει απάνω της, αλλά το ίδιο σκεφτόταν και η δόλια η Αργυρώ που δεν ήθελε πια να βλέπει τα μούτρα του, το κακό για τους δυο ήταν ότι παρά τις αλλαγές στα ωράρια, έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλο. Εδώ φαίνεται καθαρά πως η τύχη δεν ακολουθεί τους μαθηματικούς κανόνες, αλλά στην πραγματικότητα είναι κάποια θεότητα που έχει ξεμείνει από τους αρχαίους Ελληνες θεούς με άθικτες τις ικανότητες της να κάνει την πλάκα της εις βάρος ημών των Χριστιανών. Στο τέλος ο Σουστούρης το πήρε απόφαση, πήγαινε μεν στο ψάρεμα, αλλά αν έπεφτε απάνω της, χωρίς δεύτερη σκέψη έκανε μεταβολή και γύρναγε σπίτι του στο πάνω μέρος του Πανωχωριού, από το μοναδικό δρόμο που συνέδεε τότε τις Στενιές με τα Γιάλια.

Πολύ αργότερα, τη δεκαετία του 1970, ο Σουστούρης έκτισε ένα ωραίο σπίτι στα Γιάλια, λίγα μέτρα από τη θάλασσα, κοντά στην «Καστέλα» του και είχε και ένα μαγαζί (αποθήκη νοικιασμένη) κάτω από την αυλή του καφενείου του Γιάννη του Ρούσσου, που στοίβαζε τα εργαλεία του ψαρέματος.

Απόμαχος πλοίαρχος, καλονοικοκύρης, ευτυχισμένος, είχε όλα τα αγαθά και το αγαπημένο του ψάρεμα το απολάμβανε όσο κανείς άλλος.

 

 

 

 

 

 

Αριστερά, στο γεφύρι στα Γιάλια, ο καπταΓιαννούλης Φαλαγκάς καθιστός μπαλώνει τα δίχτυα του και δίπλα του ο πατέρας μου Γρηγόρης Εξαδάκτυλος.

 

Εφτασε και ο χρόνος που η μοναχοκόρη του η Ειρήνη αρραβωνιάστηκε με ένα ξένο. Τονίζω το γεγονός ότι ήταν ξένος γιατί όταν ο Μιχάλης ήρθε στην κοινωνία μας, μέσα στις χαρές και στις προετοιμασίες του γάμου κανείς δε σκέφτηκε να του κάνει εντατικά μαθήματα σχετικά με τα ήθη και τα έθιμα του χωριού και το κυριότερο για τις προλήψεις που κυκλοφορούσαν στο χωριό.

Μία από τις προλήψεις, πάλι για το ψάρεμα, που ο Σουστούρης έδινε ιδιαίτερη σημασία ήταν το κυνήγι και ότι παρεμφερές με αυτό. Η «Καστέλα», ήθελε πλήρωμα ιδανικά τρία άτομα αλλά και έξη δεν αποτελούσαν πρόβλημα, υπήρχε αρκετός χώρος για όλους. Πολλοί από το χωριό είχαν περάσει σαν πλήρωμα, συνήθως συνομήλικοι φίλοι του Σουστούρη, όπως ο πατέρας μου, αλλά και νεαροί που τα μπράτσα τους ήταν αναγκαία για τις πιο βαριές εργασίες. Από τους τελευταίους πιο πολλές φορές είχε πάει ο συγχωρεμένος ο φίλος μου ο Γιάννης ο Ταλλαράς, χειροδύναμος, έμπειρος στο ψάρεμα, αλλά κυρίως βαθύς γνώστης των παραξενιών του Σουστούρη. Για να γυρίσω στο θέμα μας, λέξεις και φράσεις όπως κυνήγι, τουφέκι, να ένας λαγός, κυνηγόσκυλο, πέρδικα, μπαρούτι, σκάγια κλπ επέφεραν την ποινή του ισόβιου αποκλεισμού από την κουβέρτα της «Καστέλας» στα πόδια αυτού που θα τολμούσε να ξεστομίζει τις αποφράδες αυτές λέξεις.

Με τον αρραβώνα όπως ήταν φυσικό μαζί με τον Μιχάλη προσκεκλημένοι στα Γιάλια ήταν και το σόι του. Ο καπταΓιαννούλης, κάποια ώρα τους κατέβασε και στα Γιάλια, τους έδειξε και την «Καστέλα» και τους εξήγησε ότι με αυτό το σκάφος είχαν την ευκαιρία να φάνε φρέσκα τα μπαρμπούνια και όλα τα άλλα αγαθά της θάλασσας που πέρασαν από το τραπέζι του. Κουβέντα στην κουβέντα, οι Χατζήδες (έτσι είναι το επίθετο του Μιχάλη) ανίδεοι από θάλασσα, βάρκες και καΐκια, κάνανε διάφορες ερωτήσεις όπως:

 

-και που ψαρεύεις καπετάνιε;

 

ο Σουστούρης τότε έπεσε στον πολύ βαθύ λάκκο που οι από την ορεινή Αρκαδία καταγόμενοι Χατζήδες άθελα τους του είχαν ανοίξει...

 

-ε, να από τον Περιστεριώνα και πέρα, έχει ότι ψάρι θέλεις...

 

και με το χέρι του τους δείχνει τον ομώνυμο κάβο, βόρεια από τα Γιάλια...

Τι ήταν να το πει; Το μάτι των Χατζήδων γυάλισε! Οπως αποδείχτηκε ήταν σαν Αρκάδες, μανιώδεις κυνηγοί. Και μη νομίσει κανείς ότι όταν κυνηγούσαν τους ξέφευγε τίποτα. Οπως διαπιστώσαμε αργότερα είχαν ικανότητες κάτι ανάμεσα στον Λούκυ Λουκ και τον Κλιντ Ηστγουντ στα πρώτα του έργα. Για κακή τύχη του Σουστούρη είχαν κουβαλήσει μαζί και τα δίκαννα τους ή καραμπίνες, δεν ξέρω να τα ξεχωρίζω.

 

-καπετάνιε να πάμε τότε, στον Περιστεριώνα να ρίξουμε στα αγριοπερίστερα...

 

Ο Σουστούρης δαγκώθηκε, αλλά του ήταν αδύνατο να χαλάσει το χατίρι του γαμπρού του. Προσπάθησε να αλλάξει συζήτηση, αλλά εις μάτην. Να τα ρίξει στον καιρό, αλλά τίποτα. Ο προκάτοχος του Θοδωρή του Κολυδά είχε δώσει πολλές μέρες άπνοιας και καλοσύνης.

 

-ε, αφού το θέλετε τόσο πολύ, να πάμε...

 

Το είπε, όχι με μισή καρδιά, αλλά σαν να ήταν η τελευταία φράση της ζωής κάποιου που ξεψυχάει. Αλλά τι να κάνει...

Για να μην τα πολυλογώ, σε χρόνο μηδέν έφτασε η ώρα για την επιχείρηση. Μπαίνουν στην «Καστέλα» ο Σουστούρης, ο γιος του ο Δημήτρης, ο Κώστας ο Γιαλαρός, εγώ που γράφω την ιστορία από πρώτο χέρι και τέλος ο Μιχάλης και ο αδελφός του με τα τουφέκια και τα φυσεκλίκια τους. Ενας Σουστούρης με ύφος όπως ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος την ώρα που οι Τούρκοι έμπαιναν στη Πόλη, οι Χατζήδες σε έξαψη, χαρούμενοι και πανέτοιμοι για δράση, ευτυχώς που δεν έφεραν στο χωριό και τα κυνηγόσκυλα τους να μπαίνανε και αυτά στην «Καστέλα», αυτό θα έστελνε το Σουστούρη κατευθείαν στο Ταφείο. Κάποτε φτάσαμε και στην Αυλάκα, πίσω από τη Στάχλα και εκεί οι Χατζήδες έδωσαν παράσταση. Σημάδι σαν αυτό που έβλεπες στις ταινίες. Να μην τους ξεφεύγει τίποτα και ο Δημήτρης, ο Κώστας και εγώ να κοιτάζουμε εκστατικοί, ο Σουστούρης να μη θέλει τη ζωή του και οι Χατζήδες να σκέφτονται πόσο καλά κάνανε που κουβαλήσανε τα τουφέκια τους.

Ο Κώστας στο τιμόνι, εκτελούσε τις μανούβρες, τον πλοηγό τον έκαναν οι Χατζήδες,

 

-πιο εδώ, πιο εκεί, πιο πίσω, πάμε δέκα μέτρα πιο μπροστά...

 

Ολοι κοιτάζαμε ψηλά, χαζεύοντας τις ικανότητες των Χατζήδων, ώσπου ακούστηκε το «γκρούουουπ», ο φριχτός ήχος που κανείς δεν περίμενε, εκτός ίσως από τον Σουστούρη. Ο ύφαλος που κανείς μας δεν είχε δει, με τα τουφέκια όλοι βλέπαμε ψηλά και όχι μπροστά μας, οι πλοηγοί δεν είχαν ξαναδεί ύφαλο στη ζωή τους μα ούτε είχαν και το νου τους για κάτι τέτοιο, πήρε σβάρνα το τιμόνι της «Καστέλας», το πέταξε διαλυμένο στη θάλασσα, έσπασε τους μεντεσέδες του και άφησε το πλεούμενο ακυβέρνητο...

Ο Δημήτρης να προσπαθεί να κρύψει τα γέλια του, εγώ να κρατηθώ από οποιαδήποτε άσκοπη κίνηση, κουβέντα ή μορφασμό, ένας Κώστας κατακόκκινος για το συμβάν που βέβαια δεν έφταιγε γιατί από τη θέση του δεν μπορούσε να δει τον ύφαλο, έκανε ότι του έλεγαν, ένας Σουστούρης ακόμα πιο κόκκινος, η πίεση του θα είχε χτυπήσει το πάνω μέρος της εικοσάδας και οι δυο Χατζήδες αμήχανοι, δεν ήξεραν τι να πουν και τι να κάνουν...

Βγάλαμε τα κουπιά, μαζέψαμε το τιμόνι, και γυρίσαμε αμίλητοι αγκομαχώντας στα Γιάλια μετά από ώρες, που να κουνηθεί η «Καστέλα» χωρίς μηχανή με το τιμόνι να λείπει από τη θέση του. Ολο το ταξίδι, ο Σουστούρης αμίλητος χωρίς να κοιτάει κανέναν ειδικά, μέχρι που φτάσαμε στην Αμμο, κουνούσε συνέχεια αριστερά-δεξιά το κεφάλι του και η σκέψη του έβγαινε φανερή στο φως:

 

-τα ήξερα εγώ, τα ήξερα...

 

 

Στην παρακάτω φωτογραφία που τραβήχτηκε τον Νοέμβριο του 1989, φαίνονται και τα δύο πλεούμενα να του καπταΓιαννούλη Φαλαγκά.

Κάτω αριστερά φαίνεται το «Χιονατάκι» σε αχρηστία από τότε που αποκτήθηκε η «Καστέλα» και έτοιμο να διαλυθεί. ενώ η «Καστέλα» διακρίνεται στο πάνω μέρος της φωτογραφίας στη μέση, με ένα μουσαμά ριγμένο πάνω στο κουβούκλιο της.