(17. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωσε αλλά ο εμφύλιος συνεχίζεται. Ο Θόδωρος με την οικογένεια του μετακομίζουν στη Μακεδονία).

 

Σε έξη μέρες πήραμε γράμμα του. Τον είχαν γράψει πρώτα στο λόχο της Στρατιωτικής Σχολής Σύρου και σε τρεις μέρες τον απόσπασαν στη Στρατολογία. Σε ένα μήνα θα ερχόταν με άδεια. Ηρθε με τον σάκο του φορτωμένο τρόφιμα και μια τσάντα στο χέρι κουτιά γάλατα. Ο Διοικητής της Στρατολογίας Ταγματάρχης Γεώργιος Κολέτσος τον είχε διορίσει γραμματέα της Στρατολογίας. Θα υπέγραφε αντί Λοχαγού. Του είχε δώσει ένα δωμάτιο στο σπίτι του για να μένει εκεί τα βράδια. Και η γυναίκα του, κόρη στρατηγού, του είχε αναθέσει τα ψώνια της γιατί ήταν πιο οικονόμος από εκείνον. Σε δύο μέρες έφυγε, κάθε μήνα ερχόταν φορτωμένος τρόφιμα διάφορα και κουτιά γάλα. Εν τω μεταξύ το ΕΑΜ είχε γίνει ΚΚΕ, δηλαδή Κομουνιστικό Κόμμα Ελλάδος διότι το υποστήριζαν στα σύνορα μας Αλβανοί, Σέρβοι, Βούλγαροι. Τότε βγήκε μια διαταγή από την Κυβέρνηση, να προμηθευτούν, προπάντων αυτοί που ταξίδευαν πιστοποιητικά Στρατολογικής κατάστασης για να ελεγχθούν πόσοι ήταν μέσα στα κομμουνιστικά στρατεύματα που πολεμούσαν εναντίον των Ελλήνων. Δίχως αυτό το χαρτί, όχι μόνο δεν μπορούσες να ταξιδέψεις, αλλά ούτε να διοριστείς σε δημόσια θέση. Τότε άνοιξαν και οι δουλειές του Τάκη. Αρχισαν να έρχονται στη Σύρο οι νησιώτες που ανήκαν στο Νομό Κυκλάδων. Τους έβγαζε το πιστοποιητικό και του έδιναν κάτι για δώρο γιατί μια μέρα να καθυστερούσαν μπορεί να έχαναν το καράβι που συγκοινωνούσε με τα νησιά τους και βάλε ξενοδοχείο, φαγητό κλπ. θα τους κόστιζε ένα σωρό λεφτά. Για να μην καθυστερούν, τους έπαιρνε τα στοιχεία και τους έλεγε, πηγαίνετε, εγώ θα σας τα στείλω ταχυδρομικώς, με συστημένη επιστολή. Οσο για το χωριό, του έστελνα τα στοιχεία τους και μου έστελνε εμένα τα πιστοποιητικά και τους τα μοίραζα και έπαιρνα τα λεφτά και του τα φύλαγα όταν ερχόταν στο μήνα του. Εκτός από τρόφιμα μας άφηνε και λεφτά από τα καζάντια του (σημ. τα κέρδη του). Σε ένα ταξίδι μου έφερε ένα κατάλογο για τα γύρω χωριά. Αρχισα τις βόλτες στα χωριά, τους έπαιρνα τα στοιχεία και σε 15 μέρες τους μοίραζα τα πιστοποιητικά. Ετσι, χαρτζιλικωνόμαστε και εμείς. Μια μέρα πήγα σε κάποιο από τα χωριά και πήρα τρία πιστοποιητικά. Το ένα πιστοποιητικό ήταν για ένα ξάδελφο κάποιου δικηγόρου που είχε το γραφείο του στη Χώρα και έβγαζε και αυτός πιστοποιητικά συνεργαζόμενος με ένα δικηγόρο στη Σύρο. Επαιρνε 200 δραχμές, ενώ ο Τάκης 50 δραχμές. Εμαθε ότι πήγα στο χωριό του και έβγαλα πιστοποιητικό του ξαδέλφου του. Ενα βράδυ που καθόμουνα έξω από το καφενείο του Λούη (Μπεγλέρης Λεονάρδος (Λούης) του Νικολάου (171) #1597 info) με είδε καθώς περνούσε για κάποια υπόθεση του στο χωριό. Δε μου λες Μισιρλή, μου φώναξε θυμωμένα, με ποιο δικαίωμα βγάζεις εσύ πιστοποιητικά, τι είσαι δικηγόρος, άλλη φορά μην ακούσω κάτι τέτοιο γιατί θα σε κανονίσω άσχημα. Σηκώθηκα από την καρέκλα μου αγριεμένος. Τον άρπαξε η γυναίκα του από το χέρι και έφυγαν. Κάθισα λίγο πάλι συλλογισμένος και να σου να τρέχω από πίσω τους να τον προλάβω για να εξηγηθούμε τι θα μου κανονίσει. Τον πρόλαβα και τον άρπαξα και τον κόλλησα στον τοίχο. Βρε σκυλάρβανο ποιόνε θα κανονίσεις βρε, βρε σκατόσογο. Λέγε γρήγορα τι θα κανονίσεις. Εφυγε, εγώ του ξεφώνιζα όταν θα έλθει ο Τάκης τότε θα δούμε ποιος ποιόνα θα κανονίσει, παλιοτόμαρο. Μιλιά δεν έβγαλε. Υστερα από μερικές μέρες είχα άλλο ένα επεισόδιο στο χωριό. Μοίραζαν κουβέρτες στο καφενείο του Λούη στους άπορους των Στενιών. Πήγα και εγώ και ζήτησα μια κουβέρτα. Επιτροπή ήταν ο Δάσκαλος ο Σάλαρης (Σάλαρης Γεώργιος του Κωνσταντίνου (1122241) #913 info) και ο Χαϊδεμένος (Χαζάπης Γεώργιος του Ιωάννη (Χαδεμένος) (1118)). Ο δάσκαλος δεν έβγαλε μιλιά, ο Χαϊδεμένος μου είπε δεν είσαι γραμμένος στον κατάλογο. Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο Οσιος (Κυρτάτας Νικόλαος του Πέτρου (Οσιος) (141145) #4216 ) ο γείτονας μου και του έδωσαν μια κουβέρτα. Εγινα έξω φρενών. Ο Οσιος είναι άπορος και ο Μισιρλής εύπορος; Πήρα μια κουβέρτα και βγαίνοντας έξω από το μαγαζί μου φώναξε θα σε πάω στην Αστυνομία, σαν πολύ τον παλικαρά μας κάνεις εδώ. Εγώ βρε σεις θα σας πάω στην Αστυνομία, να τώρα τραβάω με την κουβέρτα στη Χώρα. Με πρόλαβε ο δάσκαλος και με κατεύνασε και έτσι πάει και αυτό το επεισόδιο. Πήγα την κουβέρτα και την άφησα στο σπίτι και ξαναγύρισα στο καφενείο. Είδα τη Λούλα του Σύμπουρα (Σύμπουρα Μαρουλιώ (Λούλα) του Νικολάου (12213)) που είχε πνιγεί ο άντρας της στον πόλεμο να παίρνει την τελευταία κουβέρτα. Είχε σύνταξη 2.500  δραχμές και είχε πάρει πολεμική αποζημίωση 5.000 λίρες, είχε μόνο τον εαυτό της, παιδιά δεν έκανε. Και αυτή είχε θεωρηθεί από την εντιμοτάτη επιτροπή διανομής κουβερτών ως άπορος. Γίνεσαι φονιάς, ή δε γίνεσαι. Μήπως δεν άκουσα ύστερα από μερικές μέρες, δύο καπεταναίους να λένε ο ένας στον άλλο. Ο Μισιρλής μάτια μου λάου-λάου θα καπετανέψει τους γιους του. Και εμάς οι γιοι μας είναι πιατάδες στην Αμερική. Καθόμουν από πίσω τους με γυρισμένη την πλάτη, δεν με είχαν αντιληφθεί ότι ήμουν στο καφενείο.

Αρχάς του χειμώνα ήλθε ο Τάκης και μεταξύ των άλλων μου έφερε και ένα χονδρό και λίγο φορεμένο παλτό, πολύ αριστοκρατικό. Μας είπε ότι έβαλε μπρος για να βγάλει δικό του και του Σπύρου Ναυτικό Φυλλάδιο από το λιμεναρχείο Σύρου. Εφυγε το 1947 και ήλθε το 1948. Ο εμφύλιος πόλεμος ήταν στη μεγαλύτερη ένταση του. Εμείς στην Ανδρο είχαμε ησυχία, είχαν σταματήσει οι διχόνοιες, τώρα είχαμε κάθε Κυριακή και ένα μνημόσυνο. 45 είχαν απολεστεί από τους χωριανούς, οι περισσότεροι πλοίαρχοι Α. Οι χήρες έπαιρναν αποζημίωση πολεμική 5.000 λίρες και 2.500 δραχμές σύνταξη. Ελλείψει υλικών δεν υπήρχαν δουλειές, μόνο κάτι μικροεπισκευές, κάτι γινόταν μ’ αυτές επειδή ήμουν μόνο εγώ μαραγκός στο χωριό. Ο κύριος συντηρητής της οικογένειας ήταν ο Τάκης. Από την Πόλη οι αδελφές της Ελισώς μας ζητούσαν να στείλουμε τη Ρούλα κοντά τους έως ότου ανοίξουν οι δουλειές. Μας έγραφαν να τη στείλουμε αεροπορικώς και όποτε αποφασίσουμε να μας βγάλουνε το εισιτήριο εκείνες. Πως να τη στείλουμε που δεν έχει πατήσει ακόμα τα 9. Τους γράψαμε ότι θα τη στείλουμε στις εξετάσεις. Ηταν μαθήτρια της 2ης τάξης του Δημοτικού. Εγιναν τότε κάτι προστριβές με την Τουρκική κυβέρνηση διότι οι σύμμαχοι μας παρεχώρησαν τα Δωδεκάνησα που είχαν κατοχή οι Ιταλοί από τους Τούρκους. Μας είχαν υποσχεθεί και την Κύπρο οι σύμμαχοι αλλά λόγω της αντίδρασης Τουρκίας και Αγγλων ματαιώθηκε η ένωση  της Κύπρου με την Ελλάδα. Μόλις το χειμώνα ήλθε η συμφιλίωση μας με τους Τούρκους και έτσι το ταξίδι της Ρούλας αναβλήθηκε για το 1949. Ο Σπύρος τελείωσε εν τω μεταξύ το Γυμνάσιο, είχε και το Ναυτικό Φυλλάδιο στην τσέπη, αλλά που καράβια. Αρχισαν τότε οι Αμερικανοί σύμφωνα με το σχέδιο Μάρσαλ να μας δίνουν πλοία, τα Λίμπερτυ και τα Βίκτορυ. Αρχισαν και οι ναυτικοί του χωριού να μπαρκάρουν. Αδειαζε σιγά-σιγά το χωριό. Πέρασε ο χειμώνας του 1948 και ήλθε η άνοιξη του 1949. Απολύθηκε ο Τάκης από το στρατό. Επρεπε τώρα να εισαχτεί στη σχολή ασυρματιστών. Τον Ιούλιο πήρε τη Ρούλα που είχε τελειώσει την Τρίτη δημοτικού και πήγαν στην Αθήνα. Την έβαλε στο αεροπλάνο, την εμπιστεύτηκε στη συνοδό και έτσι η Ρούλα σε δυο ώρες βρέθηκε στις αγκαλιές των θείων της στην Πόλη που την περίμεναν στο αεροδρόμιο της.

Υστερα από 5 μέρες γύρισε ο Τάκης. Είχε πάει στα γραφεία της Πάλμερ στη σχολή Ασυρματιστών και του έφεραν αντιρρήσεις διότι το ένα μάτι του είχε λίγο στραβισμό. Οταν βγήκε από το γραφείο, ένας φίλος του, του είπε και να πάρεις το δίπλωμα, που θα βρεις καράβι να μπαρκάρεις. Δεν πας στη Θεσσαλονίκη στη σχολή Ευκλείδης να βγεις πιο τέλειος ασυρματιστής, επί πλέον εκεί θα μάθεις και αγγλικά, καλύτερα από ότι διδάσκουν εδώ. Εκεί είναι δύο χρόνια η φοίτηση, ενώ εδώ είναι ένα χρόνο. Γράψε στη Σχολή Ευκλείδη, να πάρεις απάντηση. Εχω θείο εκεί του είπε ο Τάκης, σ’ αυτόν θα γράψουμε και γύρισε στην Ανδρο. Ενα μήνα μετά του μηνυσε ένας χωριανός μας, ο καπετάν Μήτσος Μπέης (Μπέης Δημήτριος του Ιωάννη (11421) #1608 info) να πάει στο σπίτι του που τον θέλει. Εκανε πλήρωμα για ένα Κεφαλλονίτικο καράβι, το Περικλής του εφοπλιστή Βεργωτή. Ετοιμάσου Τάκη του είπε, θα σε πάρω μαζί μου. Ευχαριστώ, αλλά εγώ έχω σχολή ακόμα, πάρε τον αδελφό μου Σπύρο στη θέση μου του είπε. Μεσολάβησε και η γυναίκα του. Της είχα κάνει πολλές δουλειές και δέχτηκε. Σε δυο μέρες ο Σπύρος με το βαλιτσάκι στο χέρι έφυγε με τον καπετάν Μήτσο και με το υπόλοιπο πλήρωμα για τον Πειραιά. Πήγε και η γυναίκα του να τον αποχαιρετίσει. Στο λιμεναρχείο του έφεραν αντιρρήσεις για τον Σπύρο διότι δεν είχε την τρίμηνη υπηρεσία που κάνουν με καΐκια για να δοκιμαστούν αν ζαλίζονται. Είναι ανίψι μου τους είπε, ειδ’ αλλως θα έλθει με διαβατήριο στην Ιταλία και εκεί θα τον ναυτολογήσω. Τι χάλια είναι αυτά, που να βρουν καΐκια τα παιδιά να ναυτολογηθούν. Τελευταία τους είπε, αν δεν έλθει μαζί μου, δεν πάω και εγώ, κάντε καλά με τους Βεργωτήδες. Ελα, πάμε Σπύρο και τον έπιασε από το χέρι. Τα χρειάστηκε ο υπάλληλος, ετοίμασε γρήγορα το ναυτολόγιο και αμέσως με αυτοκίνητα πήγαν στο αεροδρόμιο και έφυγαν για την Ιταλία. Αυτά μας τα διηγήθηκε η καπετάνισσα όταν γύρισε στο χωριό. Ετσι, για τον χειμώνα του 1949, μείναμε δυο άτομα λιγότερα στο σπίτι. Γράψαμε στον αδελφό μου (σημ. τον Κώτσο Μισιρλή) στη Θεσσαλονίκη να πάει στη Σχολή Ευκλείδη και να τους πει την περίπτωση, ότι αφορά τον Τάκη και να μας απαντήσει. Πήραμε απάντηση σε 10 μέρες. Μας έγραψε ότι ή Σχολή Ευκλείδης ήταν κρατική και είχε τμήματα για τοπογράφους, για υπομηχανικούς, για μηχανικούς εργοστασίων και για ασυρματιστές. Ηταν ένα μικρό πολυτεχνείο και η φοίτηση δεν ήταν ακριβή, διότι το ενίσχυε το κράτος. Εγινε πάλι οικογενειακό συμβούλιο και βγήκε η απόφαση να εγκαταλείψουμε οριστικά τις Στενιές και να πάμε στη Θεσσαλονίκη και από κει όταν τελείωνε το σχολείο ο Τάκης να φύγουμε για Πειραιά όπου ήταν τα ναυτικά γραφεία των εφοπλιστών. Προηγουμένως όμως έπρεπε να στείλουμε πάλι γράμμα στον αδελφό μου, εάν είχε εκεί δουλειές για μένα, γιατί αλλιώς θα μας ήταν δύσκολο να πάμε οικογενειακώς. Επρεπε να πάει ο Τάκης μόνο και να μείνει μαζί τους, γιατί ήταν άτεκνοι, με το αζημίωτο φυσικά. Αργησε να έλθει η απάντηση, είκοσι μέρες περίπου. Ηλθε παραμονές των Χριστουγέννων. Μου έγραψε ότι είχε ιδρυθεί μια κρατική υπηρεσία από το Υπουργείο Γεωργίας και ότι θα γινόταν παραγωγικά έργα σε όλη τη Μακεδονία για να επανορθωθούν οι ζημιές που είχε προκαλέσει ο ανταρτοπόλεμος. Επίσης, για πρώτη φορά θα εφαρμόζονταν συστηματική ορυζοκαλλιέργεια γύρω από τον ποταμό Αξιό (Βαρδάρη). Είχε ένα φίλο δικηγόρο ο οποίος είχε διοριστεί νομικός σύμβουλος της εταιρίας αυτής η οποία θα ενισχύονταν από το Αμερικανικό Σχέδιο Μάρσαλ. Πήγε ο αδελφός μου και τον Ρώτησε για μένα, του είπε ότι είμαι αρχιτεχνίτης. Του απάντησε, και ρωτάς Κώστα, ακόμα εμείς θα χρειαστούμε 4.000 εργατοτεχνίτες και έχουμε ήδη απογοητευτεί γιατί οι τεχνίτες είναι πολύ λιγοστοί, εδώ πήγαινε να βρεις τον αρχιτοπογράφο Βελούκα που είναι γείτονας σου να σου πει και εκείνος. Αυτός θα αναλάβει το τοπογραφικό τμήμα της ορυζοκαλλιέργειας. Πήγα και βρήκα και τον γείτονα του και εκείνος του είπε τα ίδια, μόλις μπούμε στην Ανοιξη θα αρχίσουν τα έργα. Τον Μάρτιο να είναι εδώ, εγώ θα τον τοποθετήσω στα έργα του Αξιού ποταμού, θα είμαστε παρέα. Υστερα από την απάντηση που πήραμε, αποφασίστηκε η μη διάσπαση της οικογένειας. Θα πήγαινα πρώτα εγώ, θα εξέταζα ο ίδιος προσωπικά την εκεί κατάσταση, θα διοριζόμουν σ’ αυτή την υπηρεσία και θα τους έγραφα να έλθουν. Εν τω μεταξύ πήραμε γράμμα από τον Σπύρο που έγραφε ότι θα έπαιρναν διπλό μισθό όταν έμπαιναν στην πολεμική ζώνη, διότι είχε αρχίσει ο φρικτός Κορεατικός πόλεμος Βορείων και Νοτίων. Τους Βόρειους υποστήριζαν οι Κινέζοι και οι Ρώσοι. Τους Νότιους οι Αμερικάνοι και μερικά τάγματα από τους πρώην συμμάχους. Φρικτός λεγόταν ο πόλεμος αυτός διότι μεταξύ Κορεατών, είτε τραυματιζόσουν είτε αιχμαλωτιζόσουν σε εξόντωναν. Εν τω μεταξύ είχαμε πάρει από τον Σπύρο δύο εμβάσματα από 2.000 δραχμές. Μπήκαμε στο 1950. Εκανα δυο-τρία μεροκάματα τη βδομάδα. Αντί του Τάκη ο Σπύρος μας βοηθούσε τώρα χρηματικώς. Στις 5 Μαρτίου Κυριακή γίνονταν βουλευτικές εκλογές. Πήρα μια μικρή βαλίτσα και σε ένα μικρό σάκο τα εργαλεία μου. Πήγα και ψήφισα στη Χώρα και από κει με ένα σημείωμα που μου έδωσε ο Κασιμάτης ανέβηκα στο καράβι που θα έφευγε κατευθείαν στον Πειραιά. Το είχε ναυλώσει το κόμμα, εισιτήριο δεν θα πλήρωνα και με το σημείωμα του Κασιμάτη θα έτρωγα στη δεύτερη θέση. Φθάσαμε στον Πειραιά στις 8. Τράβηξα για το σταθμό Λαρίσης για να βγάλω εισιτήριο για Θεσσαλονίκη. Το τραίνο φεύγει στις 1 μου είπαν. Μεσάνυχτα τους ρώτησα, ναι μου είπαν μεσάνυχτα. Ετσι, δεν χρειαζόμουν ξενοδοχείο όπως υπολόγιζα. Ψώνισα ξηροφαγίες και φύγαμε στις 12 ακριβώς. Φθάσαμε στην Αθήνα, εκεί το τραίνο γέμισε στρατιώτες. Ενας λοχίας μου έψαξε τη βαλίτσα και τον σάκο. Φθάσαμε στη Λάρισα. Εφυγαν οι στρατιώτες και ήλθαν άλλοι. Πάλι ψάξιμο. Το τραίνο πήγαινε σιγά. Παντού χαλάσματα, παντού ερείπια. Χιλιάδες εργάτες επισκεύαζαν γραμμές και γέφυρες. Δύο μερόνυχτα κάναμε να φτάσουμε Θεσσαλονίκη. Είχα βαρεθεί να κοιμάμαι στο τραίνο. Πήγα σπίτι του αδελφού μου. Ξεκουράστηκα. Το βράδυ πήγαμε στον Βελούκα, με σύστησε ο Κώτσος. Ελάτε αύριο στα γραφεία να σε γράψω ότι προσελήφθης. Πήγαμε το πρωί, με έγραψε και μου έδωσε μια καρτέλα. Είχα αριθμό 8. Περιμένουμε ξυλεία για να αρχίσει η δουλειά μου είπε. Εγραψα αμέσως στην Ανδρο να ετοιμαστούν και να έλθουν. Εν τω μεταξύ, ψάχναμε για σπίτι, να είμαστε κοντά στον αδελφό μου. Υστερα από 20 μέρες ήλθε το τηλεγράφημα της αφίξεως των. Τα πράγματα μας τα είχαν βάλει σε καΐκι  που θα ‘ρχονταν στη Θεσσαλονίκη και αυτοί θα έρχονταν ατμοπλοϊκώς. Ηλθαν, μείναμε 4 ημέρες στου αδελφού μου γιατί το καΐκι είχε βρει άλλο ναύλο και τα είχε φορτώσει σε άλλο καΐκι τα πράγματα μας στο Βόλο που έρχονταν στη Θεσσαλονίκη. Εν τω μεταξύ βρήκαμε ένα σπιτάκι με ωραία θέα και αυλή μπροστά, αλλά μικρό. Επειδή εγώ θα ερχόμουν κάθε 15 μέρες, βολευτήκαμε. Ενα πρωινό ήλθε ένα ημιφορτηγό με τον Βελούκα και άλλους 6 μαραγκούς, φόρτωσα τα εργαλεία μου και ξεκινήσαμε για τους κάμπους γύρω από τον ποταμό Αξιό. Σταμάτησε το αυτοκίνητο μπροστά σε μια ξύλινη παράγκα. Τέσσερις άλλοι μαστόροι από κοντινά χωριά ήταν εκεί. Επόπτης εργοταξίου ήταν ένας γεωπόνος τοπογράφος μηχανικός ήταν ένας Ρώσος Σλούε Σαρένκο ονόματι.  Ενας γραμματέας μπροστά σε ένα τραπέζι είχε τον κατάλογο μπροστά του. Μας ρωτούσε ονοματεπώνυμο και έγραφε. Οταν τελειώσαμε μας είπε ο επόπτης, ένας από σας θα αναλάβει αρχιτεχνίτης κοιτάτε αυτό το σχέδιο, είναι μια ξύλινη γέφυρα αυτήν θα κάνετε, εδώ παρακάτω στο ρέμα,  για να περνάνε τα αυτοκίνητα. στα χωράφια που θα καλλιεργήσουμε. Οποιος από σας αναλαμβάνει την ευθύνη της κατασκευής, αυτός θα γίνει ο αρχιτεχνίτης. Προχώρησε ένας, κοίταξε το σχέδιο αρκετά και ξαναμπήκε στη σειρά. Πήγα εγώ, έριξα μια ματιά στη γέφυρα, εν τάξει είπα, αναλαμβάνω, είμαι μοδελάς μαραγκός. Είσαι και ο πιο ηλικιωμένος από όλους, υπόγραψε κάτω από το σχέδιο, είπε ο επόπτης. Υπέγραψα, πήρα το σχέδιο, το έβαλα στην τσέπη και βγήκαμε έξω. Μου έδωσε ο Βελούκας ένα χαρτί, εσύ θα μείνεις στου Πασσά το σπίτι, θα έχεις μοναχικό δωμάτιο. Εδωσε και στους άλλους να μένουν ανά δύο σε άλλα σπίτια. Φαγητό, τσιγάρα στου Πασσά μας είπε  κάθε 15 θα αφαιρούνται τα έξοδα σας και θα παίρνετε το υπόλοιπο. Το μεροκάματο είναι 150 δραχμές. Του Μισιρλή 200 δραχμές. Ενα χωριό σε 15 λεπτά απόσταση. Κύμινα το λέγανε. Οι κάτοικοι ήταν Βούλγαροι, αλλά Ελληνικής υπηκοότητας. Αφήσαμε τα εργαλεία μας και τραβήξαμε για του Πασσά. Του έδειξα το σημείωμα και μου έδειξε το δωμάτιο μου. Φάγαμε, ξαπλώσαμε λίγο και σηκωθήκαμε για δουλειά. Πήγαμε στο ρέμα που θα στήναμε τη γέφυρα. Είδα 4 παλούκια που είχαν καρφώσει στις δύο όχθες. Αντίκρυ φαινόταν ένα δασάκι. Πάρτε τα εργαλεία σας και ελάτε μαζί μου τους είπα. Για σήμερα και αύριο θα κάνουμε πασσάλους, να διαλέγετε τα πιο ψηλά και να τα κόβετε σύριζα με το χώμα. Μεθαυρίο βλέπουμε, θα έλθουν τα ξύλα και τότε θα αρχίσουμε τη γέφυρα. Εγώ έφυγα και πήγα στου Πασσά.  Ξάπλωσα στο δωμάτιο και σε λίγο με πήρε ο ύπνος. Το βραδάκι έκανα μια βόλτα στο χωριό, είδα τον Ρώσο σε ένα καφενείο. Πιάσαμε κουβέντα, ήταν από τους Λευκορώσους που είχαν φύγει μαζί με τον στρατό του Βράγγελ όταν επεκράτησαν οι κομουνιστές. Ηταν παντρεμένος και είχε δύο κόρες. Εβγαλα το σχέδιο από την τσέπη μου. Θέλουμε έξη δοκάρια 12 μέτρα το καθένα του είπα. Ποιος παρήγγειλε τα ξύλα, θα έχουμε αυτά τα δοκάρια; Δίχως αυτά δεν αρχινά η γέφυρα. Γέλασε, τα ξύλα τα παράγγειλε ο αρχιμηχανικός ο κύριος Γεωργιάδης αυτός άλλωστε έκανε και το σχέδιο.  Αύριο θα δούμε μαστροΜισιρλή που θα έλθουν τα αυτοκίνητα. Κεραστήκαμε και συμφωνήσαμε το πρωί να ανταμωθούμε στο ρέμα. Αργά το βράδυ πήγα στου Πασσά.  Το μαγαζί ήταν γιομάτο. Επιναν ούζοκαραφάκια. Ηπια και εγώ ένα καραφάκι, έφαγα και πήγα στο δωμάτιο μου. Ηταν συγυρισμένο, πλυμένο το πάτωμα και μου είχαν βάλει πάνω στο τραπέζι μια λάμπα. Στις δέκα το πρωί ήλθαν 8 αυτοκίνητα, ξύλα δοκάρια δεν υπήρχαν.  Οπως συζητούσαμε με τον μηχανικό, μας πλησίασε ένας από τους μαραγκούς και μας είπε, μόνο στο Καϊμακτσαλάν υπάρχουν λεύκες τόσο μακριές για να βγουν τα δοκάρια. Και πόση ώρα θέλει ίσαμε εκεί; Με αυτοκίνητο 3 ώρες. Αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε το πρωί για εκεί, αλλά έπρεπε να διατάξει ο Γεωπόνος. Τον βρήκαμε, πήραμε τη διαταγή και το πρωί ξεκίνησε το συνεργείο των μαραγκών για το δάσος. Είχαμε φαγητά μαζί μας. Παρουσιάστηκε ένας δασοφύλακας, του δείξαμε το χαρτί και κόψαμε 18 μπόγια. Τα  φορτώσαμε στο αυτοκίνητο και ήλθαμε στις 10 τη νύχτα στα Κύμινα. Μας γράψανε 8 ώρες υπερωρίες. Αρχισα τη γέφυρα, ξύλα μπόλικα, σε 10 ημέρες την ετοίμασα. Κάνανε δοκιμή για την αντοχή της με ένα τρακτέρ 100 ίππων που έσερνε μια πλατφόρμα φορτωμένη με πέτρες για τα στηθαία της γέφυρας. Με συγχαρήκανε όλοι. Κατέβηκα στο σπίτι μας, έμεινα δυο μέρες και ξαναγύρισα στη δουλειά μου. Μέχρι τέλη Ιουλίου θα κάνεις γέφυρες μου είπε ο γεωπόνος Νίκος Κωνσταντινίδης που ήταν διευθυντής στον τομέα της ορυζοκαλλιέργειας. Και μετά θα αρχίζεις να ετοιμάζεις αποθήκες για να σοδιάζουμε τα σακιά του ρυζιού μετά τον θεριζοαλωνισμό του. Πρέπει να πάμε στο δάσος για λεύκες του είπα. Πρέπει να ξεραίνονται τα ξύλα, δεν πριονίζονται εύκολα όταν είναι χλωρά. Καλέ μου είπε, σε 10 μέρες έχουμε Λαμπρή, μετά αρχίζεις αυτή τη δουλειά. Βάλε τους μαραγκούς σου να μας ετοιμάζουν τραπέζια με δύο συρτάρια από κάτω, γιατί θα έχουμε μέχρι την εποχή της σποράς περί τους 60 υπαλλήλους. Στο χωριό Πεθελινού των Σερρών υπάρχει ένα τεράστιο ξύλινο νοσοκομείο. Το είχαν βιδώσει οι Γάλλοι κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Τώρα μας το παραχωρεί το Υπουργείο. Θα το ξεμοντάρουν εκεί άλλοι μαραγκοί και θα μας το στείλουν τεμαχισμένο με αυτοκίνητα να το μοντάρουμε εδώ. Στήσαμε ένα μεγάλο στρατιωτικό αντίσκηνο και αρχίσαμε να κάνουμε τα τραπεζογραφεία. Ετοίμασα και ένα καναπέ, ένα τραπέζι δικό μου για το δωμάτιο μου. Το είπα στον επόπτη, να το δηλώσεις στην αποθήκη πρώτα μου είπε και ύστερα να το πάρεις και μου έκανε ένα γνέψιμο. Αποθηκάριος ήταν κάποιος Βεζύρογλου από την Πόλη, είχαμε φιλωθεί. Ηρθε ο Πασσάς με το κάρο του το βράδυ και τα πήγαμε στο σπίτι του. Στο δρόμο με ρώτησε, που θα τα βάλεις, δε χωράνε στο καμαράκι σου. Στην τραπεζαρία σου του είπα, εκεί θα τρώω τα βράδια. Μαζεύονταν τα βράδια κάθε καρυδιάς καρύδι και τσακώνονταν καμιά φορά. Άλλωστε θα έρχεται και ο μηχανικός καμιά φορά να κουβεντιάζουμε, να πίνουμε κανένα ποτηράκι. Δύο φορές με πήγε στο σπίτι του. Ολες οι τεχνικές δουλειές από αυτόν ελέγχονται, πρέπει να τα έχω καλά μαζί του. Θα ανοίξουνε μεγάλη δουλειά εδώ οι Αμερικανοί, λογαριάζουν 6.000 εργατοτεχνίτες να προσλάβουν, θα φέρουν μηχανήματα κλπ. Το βράδυ έφαγα παρέα με την Πασσάδαινα. Καθαριότητα, περιποίηση, καλαμπούρι. Ηταν η δεύτερη γυναίκα του Πασσά, ήταν Μακεδόνισσα, από ένα χωριό μισή ώρα μακριά από τα Κύμινα. Ο Πασσάς ήταν ένας γιγαντόσωμος Βούλγαρος. Η πρώτη του γυναίκα ήταν και αυτή Βουλγάρα. Είχε πεθάνει στον πόλεμο όταν πήραν στα βουνά αιχμάλωτο τον άντρα της οι αντάρτες γιατί ήταν εθνικόφρων.  Επειδή μαγείρευε καλά δεν τον σκότωσαν αλλά τον έπαιρναν από βουνό σε βουνό μαζί τους. Με την απελευθέρωση ήλθε στο χωριό του. Πήγε στο σπιτι του και δε βρήκε τίποτα, καθώς και στο μαγειρείο του.  Του τα είχαν κλέψει όλα. Είχαν αρχίσει οι αντάρτες να καίνε και τα σπίτια του χωριού όταν πρόλαβε ο στρατός και έδιωξε τους κουμουνιστές, έτσι τους έλεγε ο Πασσάς. Κοντά στο πηγάδι του κτήματος είχε κρύψει 50 χρυσές λίρες σε ένα πήλινο κουμπαρά. Δεν τα βρήκαν. Τα είχε γλυτώσει και με αυτά είχε αρχίσει λίγο κατ’ ολίγο να συγυρίζεται. Μια νύχτα, εκεί που κοιμόταν, χτύπησε η πόρτα και μια γυναικεία φωνή να τον παρακαλεί, σώσε με. Εξω έβρεχε ραγδαία, πήγε και άνοιξε και είδε την Ευτυχία, αυτήν τώρα που ήταν γυναίκα του. Τα αδέλφια της είχαν πάει με τους αντάρτες. Η χωροφυλακή έπιασε τη μάνα της και την έδειρε για να μαρτυρήσει που ήταν οι γιοι της. Τους είπε, έφυγαν με τους αντάρτες, ξέρω εγώ που είναι, αμέτε να τους βρείτε και αυθαδίασε.  Οτι και αν έκαναν δεν είπε στη Χωροφυλακή ότι ήταν στη Ρωσία όπου είχαν καταφύγει. Πήραν κατόπι την Ευτυχία, την αδελφή τους και αυτή τα ίδια είπε. Θα περάσετε από δικαστήριο και οι δυο σε 20 μέρες. Κάθε μέρα θα έρχεστε εδώ να δίνετε το παρών, μην κουνηθείτε από το χωριό. Η μάνα το έσκασε ύστερα από 3 μέρες για τη Βουλγαρία. Της το είπε ένας αγροφύλακας της Ευτυχίας κρυφά. Εμεινε μόνη στο χωριό. Κάθε μέρα τώρα την ανέκριναν για να μαρτυρήσει για τη μάνα της. Την φοβέριζαν ότι θα πάει εξορία. Ο Πασσάς που ήταν τώρα πρόεδρος των εθνικοφρόνων Κυμίνων της είχε μηνύσει με τη θεία της, αν με παντρευτεί θα τη γλυτώσω. Ηταν μεγαλύτερος της 35 χρόνια. Την τελευταία βραδιά που την είχαν συγκεντρώσει μαζί με άλλους για να τους στείλουν το πρωί για την εξορία της, το έσκασε τα μεσάνυχτα μες τη βροχή και χτύπησε μισοπεθαμένη την πόρτα του Πασσά. Σε παντρεύομαι του είπε, κάνε με ότι θέλεις. Τρεις μέρες την έκρυψε, την έκανε ότι ήθελε και μετά παρουσιάστηκε στη Χωροφυλακή. Θα την παντρευτώ τους δήλωσε. Καλά Πασσά, στη χαρίζουμε την κουκουέδαινα, είναι νόμος εξαίρεσης άλλωστε. Παντρέψου την, φέρε ληξιαρχική πράξη, να τη διαγράψουμε από τον κατάλογο των λιποτακτών, διότι μετά τρεις μέρες θα τη συλλάβουμε του είπε ο αστυνόμος Χαλάστρας και του έδωσε ένα σημείωμα για τον υπαστυνόμο των Κύμινων. Την άλλη μέρα έγινε ο γάμος τους. Αυτά μου διηγήθηκε εκείνο το βράδυ η Ευτυχία σιγανά, καθισμένη απέναντι μου. Πριν 3 μήνες  είχε γεννήσει, του είχε κάνει ένα γιο ύστερα από δυόμισι ετών παντρειά. Πήρα ένα μικρό τραπεζάκι, το έβαλα στην κάμαρά μου και της άφησα το καινούργιο το δικό μου με τον καναπέ που όντως δεν χωρούσε στο καμαράκι μου. Ξάπλωσα να κοιμηθώ και άκουσα τον Πασσά: Ελα μαστροΜισιρλή σου έχω ένα καλό μεζέ. Εριξα το σακάκι μου στην πλάτη και φάγαμε τον καλό μεζέ. Ηταν δυο κέφαλοι του βούρκου (λιμνοθάλασσα) και ήπιαμε δυο μπουκάλια μπύρα. Οση ώρα συζητούσαμε τον εξερευνούσα με τα μάτια μου. Η Ευτυχία είχε πάει να βυζάξει το γιο της. Μου έδωσε την εντύπωση ότι ήταν καλός άνθρωπος παρόλο που ο γάμος του ήταν ένας κομματικός εκβιασμός. Τη Λαμπρή μου έδωσαν 500 δραχμές δώρο. Είχα ήδη βιβλιάριο ενσήμων και βιβλιάριο ασθενείας. Το Σάββατο που ήλθε το αυτοκίνητο για να μας πάει στη Θεσσαλονίκη με σταμάτησε ο επόπτης. Εμείς θα φύγουμε μαζί στις 9 μου είπε, γράψε το μεροκάματο σου στην κατάσταση σου. Το ίδιο μου είπε, θα έλθουμε την Τρίτη στις 4 εδώ και θα γράψεις πάλι το όνομα σου, να μη χάσεις τα δύο μεροκάματα. Με το τζιπ του με πήγε, με το ίδιο με έφερε. Αυτό ήταν μια ένδειξη εύνοιας εκ μέρους του. Ηλθε ύστερα από μερικές μέρες και μου είπε να της κάνω (σημ. της γυναίκας του) ένα εικονοστάσιο, ήταν Ποντία. Ετσι, πατάρησε η υποχρέωση.

 

επόμενη σελίδα 18. Ο Θόδωρος, μετακομίζει στον Πειραιά και σταματάει να εργάζεται. Κάνει ένα απολογισμό της ζωής του.

 

επιστροφή στην πρώτη σελίδα

 

προηγούμενη σελίδα