Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

Στου Κούδη

 

κείμενο του Σοφοκλή Καραγιάννη(1)

 

Στο κέντρο της Βουρκωτής βρίσκεται το καφενείο του Κούδη. Κούδης ήταν το παρατσούκλι των ιδιοκτητών του μαγαζιού. Το επίθετο τους ήταν Μανδαράκας. Μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1980 το μαγαζί το δούλευε ο γέρο Κούδης (ο Νικόλας Μανδαράκας) με βοηθό τη γυναίκα του Φρόσω και μετά από αυτόν ο γιος τους Γιώργης Μανδαράκας, πάλι γνωστός σαν Κούδης και αυτός.

Πολλοί Στενιώτες επισκέπτονταν το καφενείο του Κούδη για να απολαύσουν φαγητά καμωμένα από δικά του προϊόντα. Η κράτηση ήταν απαραίτητη. Το καφενείο είχε δύο χώρους συνεχόμενους, στο επίπεδο του δρόμου έξω από το καφενείο. Ο πρώτος χώρος ήταν αυτός που έμπαινες στο μαγαζί, ήταν σχετικά μικρός με ένα τεζιάκι και τρία - τέσσερα  τραπεζάκια καφενείου και ανάλογες καρέκλες. Ο δεύτερος χώρος που έμπαινες από τον πρώτο με μεσόπορτα, ήταν αρκετά μεγάλος και χωρούσε πολλά άτομα. Χρησίμευε για χορούς και πανηγύρια καθώς και για παρέες που είχαν κλείσει για φαγητό. Μέσα στο δωμάτιο αυτό που η διακόσμηση του ήταν κάποιες αφίσες από τσιγάρα, ελληνικό «κονιάκ» και μπύρες , υπήρχε και ένα τζουκ-μποξ! Το τζουκ-μποξ, δεύτερο χέρι και αυτό, έκανε την εμφάνιση του στη Βουρκωτή μαζί με το ρεύμα και κουβαλήθηκε από μια σάλα στις Στραπουργιές. Οταν μια παρέα ερχόταν για φαγητό η μεσόπορτα έκλεινε και ο Κούδης ερχόταν μόνο για να σερβίρει. Αυτή η απομόνωση άρεσε και ήταν άλλος ένας λόγος που οι Στενιώτες έρχονταν στο μαγαζί, δυο ώρες με τα πόδια παλιά, ή όταν φτιάχτηκε ο δρόμος, κοντά στο 1983, μισή ώρα με το αυτοκίνητο και λίγο ποδαρόδρομο επί πλέον.

Το σερβίρισμα αμέσως μετά το πρόσχαρο καλωσόρισμα του Κούδη είχε μορφή ιεροτελεστίας. Η παρέα οδηγούταν στο μέσα δωμάτιο και αμέσως προσφερόταν ντόπιο (όπως αποκαλούσαν το ρακί) και καρύδια. Σε λίγο έφταναν οι σαλάτες με έμφαση στο βραστό λυράκι. Τα ορεκτικά, ντομάτες, αγγούρια, λυράκια, κολοκυθάκια, πατάτες, ελιές ήταν όλα με προέλευση τους μπαξέδες του Κούδη. Το ίδιο και τα τυριά, λουκάνικα, κοτόπουλα και πετεινοί, όλα πάλι του Κούδη.  Τα φαγητά μαγειρεύονταν από τις συζύγους των Κούδηδων σε κουζίνα που ήταν κάτω από τον πρώτο χώρο του καφενείου. Οποιο πιάτο με φαγητά ερχόταν ήταν απαραίτητα σκεπασμένο με αλουμινένιο καπάκι. Μόνο οι μεγάλες πιατέλες με κοκκινιστούς πετεινούς ή με μακαρονάδες για έξη - οκτώ άτομα η κάθε μία ερχόταν ξεσκέπαστες.

Μετά τα ορεκτικά ερχόταν οι μακαρονάδες, περεχυμένες με σάλτσα ντομάτα και πάνω από τη σάλτσα, τριμμένο τυρί βολάκι σε πλούσιες ποσότητες. Μετά τη μακαρονάδα έρχονταν τα κυρίως πιάτα. Η επιλογή που υπήρχε όταν μέρες πριν γινόταν η συνεννόηση, ήταν ανάμεσα σε φουρτάλιες, κατσίκι στο φούρνο (σπάνια) και πετεινό κοκκινιστό. Τους καλοκαιρινούς μήνες που πηγαίναμε συνήθως, το φρούτο ήταν πάντοτε εξαιρετικό καρπούζι που είχε φέρει ο Κούδης από κάποιο χτήμα του στη Βόρη.

Εξαίρεση στα πεντανόστιμα προϊόντα του μαγαζιού αποτελούσε το κρασί. Βέβαια ο Κούδης έφερνε ένα μπουκάλι στην παρέα, υποθέτοντας ότι σε λίγο θα του ζητούσαν και άλλο. Αυτό δεν συνέβαινε ποτέ, όλοι ζητούσαν μπύρες. Το κρασί είχε μια έντονη μυρωδιά, εντελώς ανυπόφορη, θύμιζε την ατμόσφαιρα κέλλας που φύλαγαν τράγο για αναπαραγωγή.

Ο λογαριασμός, πάντοτε φτηνός για την εκάστοτε εποχή, ήταν τέτοιος που δεν υπήρχε λόγος για κέρματα ή ρέστα. Ο Κούδης μετρούσε κεφάλια, πολλαπλασίαζε με ένα στρογγυλό αριθμό και ανακοίνωνε στην παρέα το τελικό αποτέλεσμα.

 

Το μαγαζί έκλεισε οριστικά λίγο μετά το 1990.

 

Οποτε περνάω έξω από το εγκαταλειμμένο πια μαγαζί, σκουπίζω το τζάμι σε ένα παράθυρο για να δω το παρατημένο τζουκμποξ, σιωπηλό, ξεχασμένο και ορφανό πια, που νομίζεις ότι προσκαλεί όποιον το βλέπει να το ξαναβάλει σε λειτουργία, για να διασκεδάσει μια παρέα, δίπλα στο μεγάλο τραπέζι, κάτω από μια λάμπα λουξ, ντεκόρ μια άλλης εποχής.

 

______________________________________________

 

(1)  Καραγιάννης Σοφοκλής του Ευαγγέλου (1291) #495

 

 

_______________________________________________________________________________

 

 

 Γράφει ο Νικολός Εξαδάκτυλος.

 

Αμαξιτός  δρόμος πήγε στη Βουρκωτή  αρχικά γύρω στο 1983 λίγο πριν το χωριό και λίγα χρόνια μετά, πάνω από αυτό με κατεύθυνση προς την Αρνη. Μαζί με το δρόμο το χωριό απέκτησε ηλεκτρικό ρεύμα και τηλεφωνικές γραμμές. Στο καφενείο  του Κούδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 μέχρι που έφτασε το ρεύμα στη Βουρκωτή, υπήρχε αμερικάνικο ψυγείο που λειτουργούσε με πετρέλαιο! Το ψυγείο ατό ανήκε αρχικά στον Στενιώτη καπετάνιο Νίκο Γ. Πλαιοκρασσά ο οποίος το πούλησε στον Κούδη όταν οι Στενιές ηλεκτροδοτήθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Το ψυγείο, πού ήταν ογκώδες και αρκετά βαρύ μεταφέρθηκε στη Βουρκωτή πάνω σε μουλάρι.

 

Γνώρισα το γέρο Κούδη (Νικόλα Μανδαράκα) η ηλικία του θα ήταν γύρω στα 85, μόλις πήγε ο δρόμος στη Βουρκωτή. Με τους γονείς μου και τη σύζυγο μου Μαρίνα πήγαμε στο καφενείο του ένα καλοκαιρινό απόγευμα. Εκανε μεγάλη χαρά που μας είδε, κατάλαβε ότι με το δρόμο οι δουλειές του θα ανοίγανε και αφού μας καλωσόρισε μας ρώτησε από που ερχόμαστε. Του απαντήσαμε ότι είμαστε Στενιώτες. Το πρόσωπο του έλαμψε! Και τότε μας είπε:

 

-Εχω πάει στις Στενιές! και μετά από μια μικρή παύση, -πριν τον πόλεμο...

 

Είναι γεγονός ότι οι περισσότεροι Βουρκωτιανοί σπάνια εγκατέλειπαν το χωριό τους, το πάρε-δώσε με τον υπόλοιπο κόσμο γινόταν από τις Βουρκωτιανές οι οποίες καθημερινά φτάνανε στα Αποίκια και τις Στενιές για να πουλήσουν τα προϊόντα τους και μέχρι τη Χώρα και να προμηθευτούνε κάποια απαραίτητα.

 

Θα αναφέρω άλλο ένα περιστατικό με τον νεότερο (Γιώργη) Κούδη. Κάποια φορά είχαμε πάει μια παρέα από τις Στενιές για φαγητό στο μαγαζί του με τη γνωστή διαδικασία. Το γεύμα ήταν εξαιρετικό και περιλάμβανε και πετεινό κοκκινιστό ο οποίος ζωντανός θα ζύγιζε σίγουρα κοντά στα τέσσερα κιλά. Για την ιστορία ο πετεινός χρεώθηκε (ολόκληρος) χίλιες δραχμές, σημερινά δύο ευρώ και 92 λεπτά, ποσό σχετικά φτηνό για την εποχή. Κάποια κυρία από την παρέα βρίσκοντας την τιμή πολύ συμφέρουσα, τον ρώτησε αν την επόμενη φορά που θα ξαναρχόμαστε στο μαγαζί του θα μπορούσε να αγοράσει ένα σφαγμένο πετεινό για το σπίτι της και πόσο θα κόστιζε. Η απάντηση του Κούδη:

 

-Αμέ! Δυο χιλιάδες.

 

Τέλος, θυμίζω ότι στο κέντρο του Κούδη γίνονταν οι Βουρκωτιανοί χοροί και τα πανηγύρια. Εχω ακούσει από Στενιώτες που πήγαιναν σε αυτά (καθιερωμένα ήταν του Σωτήρος και του ΑηΓιάννη) ότι συχνά καταλήγανε σε άγριους καυγάδες. Οι Βουρκωτιανοί, αρβανίτες με πολλά προτερήματα (μπεσαλήδες, φιλόξενοι κλπ) είχαν όμως πολύ έντονο το συναίσθημα της εκδίκησης. Οτι μαζεύανε όλο το χρόνο, ξεσπούσε το βράδυ του χορού. Με την παραμικρή αφορμή αρπάζανε τις γκόγκλες τους και αρχίζανε όπου έβρισκαν. Η πρώτη γκογκλιά ανεξαιρέτως έπεφτε στη λάμπα λουξ και οι υπόλοιπες, στο μαύρο σκοτάδι, από μνήμης. Οταν αργότερα τους ρωτούσες πως ήταν ο χορός η απάντηση ήταν:

 

-έπεσε γκόγκλα βαρίδι!

 

_______________________________________________________________________________________________

 

Υπάρχουν κάποιες φωτογραφίες από το καφενείο του Κούδη. Για να τις δείτε, πατήστε εδώ.