Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

Ο Τζιτζίκος(1)

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου)

 

Στις Στενιές  κατά κανόνα τα μικρά παιδιά τα έβαζαν για ύπνο οι γιαγιάδες τους. Τα παιδιά φαίνεται ότι τις προτιμούσανε γιατί σ’ αυτές υπερτερούσε η στοργή και τα χάδια από την αυστηρότητα, ενώ στις μανάδες συνέβαινε το αντίθετο. Από τη φύση του κυριότερου επαγγέλματος των Στενιωτών, αυτό του ναυτικού, όσες μανάδες είχαν την ευχέρεια (την άδεια δηλαδή της πλοιοκτήτριας εταιρίας) ταξίδευαν περιοδικά και για μεγάλα διαστήματα με τους συζύγους τους τότε που αυτοί μετρούσαν χρόνια, όχι μήνες από το μπάρκο στο ξεμπαρκάρισμα. Οι πρώτοι καπετάνιοι και μηχανικοί δεν είχαν συνήθως πρόβλημα έπαιρναν τις συζύγους τους όποτε μπορούσαν στο βαπόρι. Μερικές μάλιστα είχαν βγάλει και ναυτικό φυλλάδιο για να είναι και τυπικά εντάξει. Η μητέρα μου μέχρι την ηλικία μου των επτά ετών πιο πολύ είχε κάνει με τον πατέρα μου παρά με μένα. Για το λόγο αυτό όταν κάποιος ήθελε να αναφερθεί σε μένα έλεγε

 

-ο Νικολός της Βιολάντης

 

όπου Βιολάντη ήταν η μητέρα της μάνας μου. Ουδέποτε αναφέρθηκα σαν «ο Νικολός της Αννας». Ολοι ήταν παιδιά των μανάδων τους, «ο Τάκης της Μίνας», «ο Κωστάκης της Ζάννας», «ο Μιχάλης της Φραγκούλας» εγώ ήμουν παιδί της γιαγιάς μου, ίσως να υπήρχε και κάποιος ακόμη στο χωριό με το ίδιο τύπο αναφοράς με μένα. Βέβαια υπήρχε και «ο Νικολός της Πόπης της Ωραίας» με αναφορά τόσο στη μητέρα του την Πόπη αλλά και την εκ μητρός γιαγιά του, την Ωραία (που είχε αντικαταστήσει η λέξη αυτή σαν παρατσούκλι ολοκληρωτικά το όνομα της που ήταν Ειρήνη) περίπτωση που και αυτή ήταν στο χωριό μοναδική μέχρι που ο «Κωστάκης της Ζάννας» παντρεύτηκε την αδελφή του και έγινε «ο Κώστας της Ειρήνης της Πόπης της Ωραίας».

 

Ολες οι γιαγιάδες λέγανε παραμύθια στα εγγόνια τους όταν τα βάζανε για ύπνο και δεν παραλείπω να τονίσω το γεγονός ότι μπορούσαν να τα επαναλάβουν άπειρες φωνές μέχρι να πάρει το παιδί ο ύπνος. Αυτό ήταν που τις ξεχώριζε από τις μανάδες οι οποίες έλεγαν το παραμύθι άπαξ και υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν τις είχαμε πρήξει με τις καλαφασάδες μας προηγουμένως. Οι γιαγιάδες ήταν αλλιώς, πάντα ξεκίναγαν από μηδενική βάση, χωρίς προϋποθέσεις ή ειδικές συμφωνίες. Τα παραμύθια που ακούγαμε όπως έχω αναφερθεί και στο κείμενο μου για τους Καλλιβρούσηδες δεν είχαν σχέση με αυτά που ακούγονταν στην ηπειρωτική Ελλάδα, πόσο μάλλον τα Ευρωπαϊκά. Συνήθως ήταν ιστορίες που περιστρέφονταν γύρω από το χωριό ή αναφέρονταν σε Ανδριώτικα έθιμα. Τα αγαπημένα μου παραμύθια ήταν δύο, το ένα με τους Καλλιβρούσηδες και το άλλο με τον Τζιτζίκο.

 

(1)Εδώ κάνω μια παρένθεση. Η ιστορία που ακολουθεί και έγινε και παραμύθι από τη γιαγιά μου, είναι πέρα για πέρα αληθινή. Για ευνόητους όμως λόγους τα ονόματα των ηρώων αλλά και του γάτου έχουν αλλάξει.

 

Κοντά στο σπίτι μας έμενε η Ερήνη η Κρήπαινα με τα τρία παιδιά της το Σταμάτη, το Λινάρδο και τη Μαριώ. Η Ερήνη είχε παντρευτεί το Γιαννούλη που χρόνια έλειπε από το χωριό, είχε πάει στη Ρουμανία να εργαστεί στα σλέπια στο Δούναβη μαζί με πολλούς άλλους χωριανούς και εκεί στις αρχές της δεκαετίας του 1930 γύρισε πίσω στο χωριό και παντρεύτηκε. Κάνανε τρία παιδιά και ο Γιαννούλης για να ζήσει μπαρκάριζε πια σε Ανδριώτικα βαπόρια με Στενιώτες καπεταναίους σαν πλήρωμα της κουβέρτας. Για κακή τους όμως τύχη, ο Γιαννούλης αρρώστησε και πέθανε λίγο πριν κηρυχτεί ο πόλεμος αφήνοντας την Ερήνη χήρα με τρία ορφανά, το μικρότερο τη Μαριώ νήπιο.

Η καημένη η Ερήνη τα έφερνε πολύ δύσκολα πέρα και όταν κηρύχτηκε και ο πόλεμος ακόμα χειρότερα. Οπως όλοι οι κάτοικοι του χωριού δεν είχε ούτε εκείνη κάποια υποτυπώδη έστω σχέση με τις αγροτικές εργασίες και έτσι το χειμώνα του 41-42 ο οποίος ήταν και πολύ βαρύς, αναγκάστηκε να πουλάει ότι πολύτιμο είχε στο σπίτι της για να αγοράσει τρόφιμα από τα βόρεια χωριά της Ανδρου που δεν είχαν σχέση με τη θάλασσα και που οι κάτοικοι τους ήταν αγρότες και κτηνοτρόφοι. Το ίδιο κάνανε όλοι στο χωριό, τον επόμενο πάντως χειμώνα ήταν όλοι προετοιμασμένοι και κουτσά στραβά τα βγάζανε πέρα και μόνοι τους. Στο τέλος από όλα τα πράγματα που της είχε κουβαλήσει ο συχωρεμένος ο Γιαννούλης, της είχαν απομείνει μόνο ένας φωνόγραφος με μανιβέλα και ένα γάτης που τον είχε κουβαλήσει από τη Ρουμανία και που τον είχαν ονομάσει Τζιτζίκο. Ο Τζιτζίκος ήταν ένας σωματώδης ασπρόμαυρος γάτης σε προχωρημένη πια ηλικία, τον οποίο η Ερήνη τον υπεραγαπούσε και τον περιποιόταν επειδή ήταν ένα από τα τελευταία πράγματα που της θύμιζαν τον συχωρεμένο το Γιαννούλη της. Στην Κατοχή δεν υπήρχαν αποφάγια πια για τον Τζιτζίκο, φαίνεται πως τα κατάφερνε μόνος του με τους ποντικούς της γύρω περιοχής και γενικά ότι ζωντανό μικρότερο από το μπόι του κουνιόταν στη γειτονιά.

Από όλα τα προβλήματα των Στενιωτών χειρότερο ήταν αυτό των Ιταλών που ήταν μάλλον αποδιοργανωμένοι, πάντοτε υποσιτισμένοι και άλλη δουλειά δεν κάνανε παρά να γυρίζουν στα χωριά μπας και βρούνε τίποτε φαγώσιμο να το αρπάξουνε και να χορτάσουν. Ο θείος μου ο Παμεινώντας, γιος της γιαγιάς μου της Βιολάντης μου έλεγε ότι τη διαδρομή από το χωριό μέχρι τα πιο μακρινά χωριά της Ανδρου κοντά στον Καμπανό, που πήγαινε μαζί με άλλους Στενιώτες μήπως βρουν τίποτε φαγώσιμο, την είχε κάνει δεκάδες φορές πάντοτε νύχτα για να αποφύγει τους Ιταλούς. Οπως λέγανε οι παλαιοί, από την άλλη μεριά οι Γερμανοί ήταν διαφορετικοί, δεν είχαν τέτοια συμπεριφορά, αν δεν τους πείραζες δεν ασχολούνταν μαζί σου, εκείνο που κάνανε ήταν ότι όποτε θέλανε έπαιρναν με το ζόρι όποιον έβρισκαν μπροστά τους για να τους κάνει αγγαρείες.

 

Μια μέρα που λες Νικολό οι Ιταλοί(2) βγήκαν έξω και γυρνούσανε το χωριό μπας βρούνε τίποτα να αρπάξουνε για να φάνε. Να μη στα πολυλογώ, φτάσανε και στη γειτονιά μας και τι να δουν. Ολα τα παιδιά στο δρόμο που παίζανε, μαζί σε μια άκρη και ο Τζιτζίκος. Βλέπουνε το Τζιτζίκο οι Ιταλοί και ρωτάνε τα παιδιά:

 

-τίνος είναι ο γάτης;

 

-δικός μου

 

απαντάει ο Σταμάτης της Ερήνης. Οπότε οι Ιταλοί του κάνουν την πρόταση:

 

-να μας τονε δώσεις και θα σου δώσουμε ένα καρβέλι ψωμί

 

Ο φουκαράς ο Σταμάτης καμιά δεκαριά χρονών τότε, είχε κάτι μήνες να φάει ψωμί, η μάνα του και τα πιο μικρά αδέλφια του δεν ήτανε μπροστά, δεν το πολυσκέφτηκε και συναίνεσε για την ανταλλαγή του γάτη με ένα καρβέλι ψωμί που ζύγιζε δε ζύγιζε μια οκά. Οι Ιταλοί δεν ήθελαν τον Τζιτζίκο για οικόσιτο ζώο, ούτε για να κυνηγάει τους ποντικούς στο στρατόπεδο τους. Φαίνεται ότι είχαν καταγωγή από τη Νότια Ιταλία, την περιοχή της Καλαβρίας που διαθέτει πολλές συνταγές για το μαγείρεμα των συμπαθών αυτών θηλαστικών. Βάζουνε λοιπόν τον Τζιτζίκο σε ένα τουρβά και κινήσανε για πίσω στη Χώρα. Ο Σταμάτης παίρνει δρόμο, πάει σε κάποιο χτήμα να μην τον βλέπει κανείς και καταβροχθίζει μόνος του ολόκληρο το καρβέλι. Για τη μάνα του και τα αδέλφια του ούτε ψίχουλο. Το βράδυ σπίτι του σφύριζε αδιάφορα και δήλωσε άγνοια όταν η Ερήνη αναζήτησε κάποια στιγμή τον Τζιτζίκο ο οποίως συνήθως ήταν μες τα πόδια της ελπίζοντας για κανένα μεζέ (κάτι που το ζωο θυμόταν ασφαλώς πολύ αμυδρά, καιρό πολύ είχε να φάει κάτι από τα χέρια της Ερήνης).

 

Την άλλη μέρα όμως, πρωί πρωί, να σου οι Ιταλοί άρχισαν να ρωτάνε στη γειτονιά που έμενε ο μικρός με το γάτη. Δεν άργησαν να φτάσουν στο σπίτι της Ερήνης, βαρέσανε δυνατά την πόρτα και όταν η χήρα απορημένη τους άνοιξε, απαίτησαν να παρουσιαστεί ο Σταμάτης. Εμφανίζεται ο Σταμάτης τον βουτάνε από το γιακά και φωνάζοντας δυνατά απαιτούσαν το καρβέλι πίσω. Ο Σταμάτης δε μιλούσε, οι Ιταλοί ξεφωνίζανε ακόμα πιο δυνατά και η Ερήνη σαστισμένη τους ρώτησε για ποιο ψωμί μιλάνε.

 

-αυτό που του δώσαμε για να μας δώσει το γάτη. Ο γάτης δεν έβραζε!

 

Που να βράσει ο γάτης! Πάνω από δεκαπέντε χρονώ θα ήταν. Ουτε σε χύτρα ταχύτητας - αν υπήρχαν τότε -  δεν θα έβραζε ποτέ...

Τη ζωή της δεν την ήθελε η Ερήνη. Που έκατσε ο μεγάλος της γιος και έδωσε το γάτη, που έφαγε μόνος του το ψωμί, που δεν έδωσε ούτε στη Μαριώ που ήταν σχεδόν βρέφος, ούτε στο Λινάρδο ούτε και σ’αυτή την ίδια, έστω μια σκλέζα από αυτό το καρβέλι.

 

Για την ιστορία, δε γνωρίζω πόσα βάσανα πέρασε η Ερήνη η Κρήπαινα μέχρι που άνοιξε ο κόσμος, το φωνόγραφο όμως τον κράτησε, ο Χριστός ο ίδιος να της τονε ζητούσε, δεν θα του τον έδινε.

 

__________________________________________________________________________________________

(2)Κατά τη μητέρα μου, Αννα Λογοθέτη σύζ. Γρ. Εξαδάκτυλου, η οποία ήταν παρούσα στην παραπάνω ιστορία, οι Ιταλοί ήταν δύο,

ο επικεφαλής ονομάζονταν Τζιοβάνι, ήταν κατά βάθος καλός άνθρωπος και τα είχε γενικά καλά με τους Στενιώτες.

(3)Μπορείτε να διαβάσετε ένα κείμενο του αρχιτέκτονα-ερευνητή  Νίκου Βασιλόπουλου για τα οικήματα των Γερμανών στην Αγία Τριάδα, πατώντας εδώ.