Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

Ιστορίες από το Clifton, Oregon.

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου)

 

Το Clifton στο Oregon των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν ένας καταυλισμός μεταναστών που ασχολούνταν με το ψάρεμα σολομού και όταν αυτό ήταν εκτός εποχής, με την υλοτομία.

Δεκάδες Στενιώτες πέρασαν και εργάστηκαν εκεί, μερικοί μάλιστα γεννήθηκαν και εκεί. Για παράδειγμα αναφέρω το όνομα του Αντώνη Μπαφαλούκου του Θοδωρή (111341) #2327, πατέρα του σκηνοθέτη και σκηνογράφου Θοδωρή Μπαφαλούκου καθώς και του καρδιολόγου Σπύρου Μπαφαλούκου. Ο Αντώνης γεννήθηκε στο Clifton το 1911 και ενδιαφέρον έχει η φωτογραφία που έστειλαν οι γονείς του στη γιαγιά του Αθηνά, σύζ. Επαμεινώνδα Λογοθέτη για να τον δει.

 

Για να δείτε που είναι το Clifton πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε για την παρουσία Στενιωτών στο Clifton και να δείτε φωτογραφίες τους πατήστε εδώ.

 

Παραθέτω την ιστορία του παππού μου από τη μεριά της μητέρας μου, Δημήτρη Λογοθέτη του Επαμεινώνδα (1233) #2312 ο οποίος το 1902 ή το 1903, μόλις τελείωσε το Σχολαρχείο της Ανδρου (τριτάξιο μετά από τετρατάξιο Δημοτικό) σε ηλικία 13 περίπου ετών, έλαβε την εντολή από τον πατέρα του Επαμεινώνδα να πάει στο Clifton για να δουλέψει μαζί του. Ο παππούς μου ήταν καλός μαθητής και θα ήθελε να συνεχίσει το σχολείο στο τετρατάξιο τότε Γυμνάσιο, αλλά έπρεπε να πάει για το σκοπό αυτό στη Σύρο, μια και η Ανδρος στις αρχές του εικοστού αιώνα δεν διέθετε ακόμα Γυμνάσιο. Περιπτώσεις Στενιωτών που κατάφερναν να πάνε για να τελειώσουν την δευτεροβάθμια εκπαίδευση στη Σύρο ήταν ελάχιστες, μια τέτοια αναφέρω την περίπτωση του Λεωνίδα (Λινάρδου) Καραπιπέρη, του γνωστού καθηγητή Μετεωρολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Η μετάβαση από της Στενιές στο Clifton ήταν μια Οδύσσεια, ειδικά για ένα παιδί 13 ετών. Από τις Στενιές στον Πειραιά με παραμονή κάμποσες μέρες σε άθλια ξενοδοχεία στις παρυφές της Τρούμπας για να βγουν τα απαραίτητα χαρτιά για τη μετάβαση στην Αμερική.

Στις αρχές του 20ού αιώνα δεν υπήρχαν πλοία που να συνέδεαν Ελληνικά λιμάνια με τη Νέα Υόρκη, πύλη τότε των Ηνωμένων πολιτειών για τους μετανάστες. Το πρώτο ταξίδι μεταξύ Πειραιά και Νέας Υόρκης έγινε από το πλοίο «ΜΩΡΑΪΤΗΣ» του εφοπλιστή Δημητρίου Μωραΐτη το 1907. Για να πάει λοιπόν στις αρχές του 20ού αιώνα κάποιος στην Αμερική σαν μετανάστης έπρεπε πρώτα να πάει σε κάποιο από ορισμένα λιμάνια της Γαλλίας (Χάβρη), της Αγγλίας (Λίβερπουλ), της Ολλανδίας (Ρότερνταμ) ή της Γερμανίας (Αμβούργο) που είχαν οριστεί για το σκοπό αυτό. Μέχρι τα λιμάνια αυτά οι μελλοντικοί μετανάστες πήγαιναν κατά κανόνα σιδηροδρομικώς. Εκεί υπήρχαν εταιρίες (με πράκτορες σε όλη την Ευρώπη, 10 τέτοιοι πράκτορες στην Ελλάδα) οι οποίες προετοίμαζαν τους μετανάστες για το ταξίδι και κυρίως για την αποδοχή τους από τις Αμερικανικές αρχές. Απόρριψη κάποιου που ήθελε να μπει στις Ηνωμένες Πολιτείες (π.χ. από ιατρικούς λόγους) σήμαινε πρόστιμο $100 (πολύ μεγάλο ποσό τότε) για την εταιρία η οποία τον έστελνε και φυσικά την υποχρέωση από αυτήν να τον γυρίσει πίσω στην Ευρώπη. Το εισιτήριο του μετανάστη κόστιζε $25 (μισθός δύο μέχρι τριών εβδομάδων για ένα ανθρακωρύχο). Η προετοιμασία ήταν πολυήμερη και διεξοδική, με αρκετά μεγάλο ποσοστό από τους φιλόδοξους μετανάστες να μην καταφέρνουν να περάσουν αυτό το αρχικό στάδιο.  Οταν κάποιος έφτανε στα μέρη αυτά, του έδιναν δωμάτιο όπου θα έμενε μέχρι να είναι έτοιμος για το υπερατλαντικό ταξίδι. Με το που έφτανε τον εξέταζαν γιατροί  και έκανε αντισηπτικό μπάνιο, κούρευε τα μαλλιά του κοντά και όλα του τα αντικείμενα περνούσαν από ατμό ώστε να εξουδετερωθούν τα μικρόβια που κουβαλούσε μαζί του. Η τελευταία διαδικασία δυστυχώς κατέστρεφε αρκετά προσωπικά αντικείμενα, ιδίως φωτογραφίες που ήταν συναισθηματικά απαραίτητες για τον μετανάστη. Ακολούθως γίνονταν διάφοροι εμβολιασμοί και τέλος υπήρχε και κάποιο χρονικό διάστημα καραντίνας για την περίπτωση που θα εκδηλώνονταν κάποια ασθένεια. Οταν έφτανε η ώρα, όσοι περνούσαν τις απαραίτητες δοκιμασίες επιβιβάζονταν στο καράβι για το υπερατλαντικό ταξίδι που εκείνη την εποχή γύρω στο 1900 διαρκούσε από 7 έως 14 ημέρες. Επιβάτες της κατηγορίας των μεταναστών (200 άτομα κατ’ ελάχιστο σε κάθε δρομολόγιο) στοιβάζονταν κυριολεκτικά κάτω από το κύριο κατάστρωμα του πλοίου. Ο κοινός χώρος ήταν διαστάσεων συνήθως 14 επί 4 μέτρα. Στο ταβάνι αυτού του χώρου υπήρχε ένα άνοιγμα για εξαερισμό. Για ύπνο, υπήρχαν τρία διαμερίσματα σε διαφορετικά μέρη του πλοίου που δεν επικοινωνούσαν το ένα με το άλλο. Στο πρώτο έμεναν  γυναίκες που ταξίδευαν μόνες τους, στο δεύτερο άνδρες που ταξίδευαν μόνοι τους και στο τρίτο οικογένειες. Οι καμπίνες που υπήρχαν σε αυτά τα διαμερίσματα είχαν αρκετές κουκέτες η κάθε μία. Η κουκέτα που αντιστοιχούσε σε κάθε άτομο ήταν διαστάσεων 1.80 επί 0.60 μέτρα και ελεύθερο χώρο πάνω από αυτήν 0.75 μέτρα. Υπήρχε στρώμα (γεμισμένο με σανό ή φύκια) μαξιλάρι (γεμισμένο με παρόμοιο υλικό) και μία κουβέρτα. Αρκετές φορές αντί για μαξιλάρι δινόταν ένα σωσίβιο. Βέβαια υπήρχαν χώροι για να πλυθεί κανείς, χωριστά φυσικά για άνδρες και για γυναίκες. Το ταξίδι, (ύπνος, φαγητό κλπ παροχές) ανάλογα με το πως είχε ζήσει κανείς μέχρι τότε, χαρακτηριζόταν από εφιαλτικό μέχρι ανεκτό.

Οταν το πλοίο έφτανε στη Νέα Υόρκη, άρχιζε μια διαδικασία για να γίνει κάποιος αποδεκτός για να μπει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αρχικά έμπαιναν στο πλοίο επιθεωρητές του υγειονομικού που έψαχναν να βρουν μήπως υπήρχαν άρρωστα άτομα από την πρώτη και δεύτερη θέση με κάποια σοβαρή ασθένεια (χολέρα, πανώλη, τύφο, μαγουλάδες, διφθερίτιδα, τραχώματα κλπ). Αν υπήρχαν τέτοια άτομα τα έστελναν μαζί με τους επιβάτες της τρίτης θέσης στο νησί Ellis. Η διαφορά μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης θέσης ήταν περίπου $20. Αν ένα πλοίο έφτανε στη Νέα Υόρκη μετά τις 17.00 η μετάβαση στο νησί Ellis αναβάλλονταν για την επόμενη ημέρα. Από το πλοίο στο νησί Ellis οι μετανάστες μεταφέρονταν με πλοιάρια που χωρούσαν 30 επιβάτες μαζί με τις αποσκευές τους. Κάθε μετανάστης είχε καρφιτσωμένο ένα δελτίο στα ρούχα τους με τα στοιχεία του. Επειδή στο νησί μπορούσαν να προωθηθούν μέχρις ενός ορίου άτομα την ημέρα, ήταν πιθανό οι μετανάστες να περίμεναν στο πλοίο μέχρι και μερικές ημέρες μέχρι να έλθει η σειρά τους για να αποβιβαστούν. Στο σημείο εισόδου υπήρχαν διερμηνείς που καθοδηγούσαν τους εισερχόμενους σε διάφορα σημεία, ανάλογα με την εθνικότητα τους. Κατόπιν άρχιζαν οι ιατρικές εξετάσεις. Αν κάποιος τις περνούσε επιτυχώς πήγαινε στο επόμενο χώρο που γινόταν έλεγχος των στοιχείων τους και του λόγου μετάβασης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Επίσης κάθε μετανάστης έπρεπε να δείξει ότι διαθέτει το ποσό των $25 για να τα βγάλει πέρα μέχρι να βρει τους συγγενείς του ή να βρει δουλειά. Οταν και αυτό το στάδιο τελείωνε επιτυχώς, ο μετανάστης έπαιρνε την πολυπόθητη άδεια παραμονής στις Η.Π.Α. Στατιστικά ένα ποσοστό 2% δεν τα κατάφερνε και έπαινε το ταξίδι της επιστροφής για την Ευρώπη. Σπαρακτικές ήταν οι περιπτώσεις οικογενειών που ένα παιδί δεν γινόταν δεκτό και έπρεπε να αποφασιστεί εκείνη τη στιγμή ποιος από τους δύο γονείς θα επέστρεφε μαζί του.

Τον παππού μου συνόδευαν δύο Στενιώτες. Η μητέρα μου θυμάται το όνομα του ενός μόνο. Ηταν ο Βασίλης Γιαλούρης του Λεωνίδα (1234) γνωστός με το παρεπώνυμο Μπαμπαούνας. Κατά την μητέρα μου, ήταν από τους ελάχιστους Στενιώτες που γύρισαν από το Clifton με λεφτά, τα οποία ξόδεψε για να αγοράσει όταν γύρισε στις Στενιές χτήματα στο Κατωχώρι. Από τη Νέα Υόρκη στο Clifton (περίπου 4000 χιλιόμετρα) το ταξίδι γινόταν με τραίνο και κρατούσε αρκετές ημέρες. Τη σημερινή εποχή τα τρένα κάνουν σχεδόν τρεις ημέρες για το ταξίδι οπότε μπορεί εύκολα να φανταστεί κάποιος ότι το ταξίδι τότε κρατούσε πολλές φορές περισσότερο χρόνο.

Τη συνολική ταλαιπωρία του παππού μου που ξεκίνησε μήνες πριν από τις Στενιές συμπλήρωσε ένα γεγονός που είναι ο λόγος για τον οποίο γράφω όλα αυτά. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής, λίγο μετά την αναχώρηση, σε κάποια στάση του τρένου, οι δύο Στενιώτες έστειλαν τον 13χρονο τότε παππού μου να τους αγοράσει τσιγάρα. Για κακή του τύχη το τρένο ξεκίνησε πριν προλάβει να επιβιβαστεί σ’ αυτό. Ο παππούς μου βρέθηκε ξαφνικά μόνος, χωρίς αποσκευές και με μόνο τα χαρτιά του ραμμένα σε τσέπη στο πανωφόρι του. Φυσικά από την απελπισία του τον πήραν τα κλάματα. Εδώ αρχίζει όμως να αποκαλύπτεται η μεγάλη καρδιά των Αμερικανών της εποχής εκείνης. Αφού μπόρεσαν να καταλάβουν την εθνικότητα του και τη γλώσσα που μιλούσε, του βρήκαν διερμηνέα και έμαθαν τον προορισμό του. Έφτιαξαν μια χαρτονένια  ταμπέλα που του κρέμασαν στο στήθος με οδηγίες για τους υπαλλήλους των τραίνων ώστε να φτάσει στον προορισμό του. Τον χαρτζιλίκωσαν, του γέμισαν τις τσέπες με φαγητά και τον παρέδωσαν στο επόμενο τραίνο με προορισμό το Portland του Oregon. Για αρκετές μέρες ταξίδεψε μόνος, με τη φροντίδα των σιδηροδρομικών, έως ότου τελικά έφτασε στον προορισμό του και συναντήθηκε με τον πατέρα του.

 

13 ετών παιδί!

 

Για την ιστορία, ο πατέρας του Επαμεινώνδας λίγο αργότερα τραυματίστηκε στον ταρσό του ποδιού από σφαίρα. Η σφαίρα προήλθε από όπλο που ο μπατζανάκης του Χρήστος Μπεγλέρης του Λινάρδου σε διπλανό δωμάτιο το νόμιζε άδειο. Η σφαίρα πέρασε τον τοίχο και τραυμάτισε τον προπάππου μου. Κατόπιν αυτού ο Επαμεινώνδας εγκατέλειψε την Αμερική και επέστρεψε στις Στενιές. Την υπόλοιπη ζωή του ο Επαμεινώνδας την πέρασε με δεκανίκια  και γρουσούζεψε ιδιαίτερα εξ αιτίας του γεγονότος. Ευτυχώς είχε μάθει την τέχνη του ράφτη στην Κωνσταντινούπολη και έβγαζε τα προς το ζειν στο Χωριό. Αργότερα άνοιξε και καφενείο στην πλατεία του Χωριού.