Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

Γάμοι και κηδείες

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου)

 

Όταν στο χωριό ζούσαν πάνω από 350 οικογένειες, οι κοινωνικές συναθροίσεις για γάμους, βαφτίσια και κηδείες ήταν ένα συχνό φαινόμενο.

Παλιά οι γάμοι ήταν «ανοικτοί». Αυτό σήμαινε ότι ο καθένας ήταν καλοδεχούμενος στην τελετή, αλλά και στο τραπέζωμα το οποίο ακολουθούσε το γάμο. Το ζευγάρι κι οι δικοί τους απλά ανακοίνωναν την ημερομηνία του γάμου και δεν έκαναν ειδικές προσκλήσεις. Αυτό γινόταν μέχρι τον Β’Π.Πόλεμο και από εκεί και πέρα δεν ξανάγινε. Ο λόγος ήταν πια το μεγάλο οικονομικό κόστος, αλλά και παρεξηγήσεις από διάφορες αιτίες όπως για παράδειγμα η θέση που θα καθόταν κάποιος στο τραπέζωμα. Τα τραπέζια στη διάταξη είχαν διαβαθμίσεις, μπροστά το ζευγάρι και οι γονείς και τα αδέλφια, αμέσως μετά οι θείοι και στενοί συγγενείς, πιο πίσω οι καπεταναίοι και λοιποί επιφανείς τους χωριού, ακόμα πιο πίσω η μέση τάξη του χωριού και τελευταίοι οι αποτελούντες το περιθώριο του χωριού, οι αγωγιάτες και η πιτσιρικαρία των Στενιών. Πολλές οικογένειες έφεραν βαρέως το γεγονός ότι οδηγήθηκαν σε παρακατιανές θέσεις στο τραπέζωμα και το φύλαγαν για εκδίκηση ευκαιρίας δοθείσης. Λέγεται ότι κάποιος που ξεκίνησε από χειρωνακτικές εργασίες αλλά κατέληξε εφοπλιστής, αρνήθηκε πεισματικά το συμπεθεριό με κάποιον τελετάρχη ανοικτού γάμου ο οποίος τον υποχρέωσε δεκαετίες πριν, να καθίσει παράμερα. Οι γάμοι στο χωριό κατά κανόνα γινόταν Σάββατο απόγευμα. Οι καλεσμένοι σαν εθιμική υποχρέωση έστελναν ορδινιές στο σπίτι της τελετής που συνήθως ήταν το σπίτι της νύφης. Θυμάμαι και περιπτώσεις που η τελετή γινόταν στο σπίτι του γαμπρού, όταν αυτό υπερτερούσε σε χώρους και ευκολίες από το σπίτι της νύφης. Οι ορδινιές ήταν συνήθως μεγάλα παντεσπάνια καλυμμένα με άσπρο γλάσο, φτιαγμένα από Χωραΐτες ζαχαροπλάστες, κουραμπιέδες, παστίτσες, νταμιζάνες με σουμάδα ή κρασί. Στην ουσία ήταν συνεισφορά του καλεσμένου στο κέρασμα που όφειλε το ζευγάρι στους καλεσμένους του. Φυσικά δεν ήταν μόνο το έξοδο που γλύτωνε το ζευγάρι, αλλά ο μπελάς της παραγγελίας και κυρίως του κουβαλήματος από τη Χώρα στο χωριό. Οι ορδινιές που τις κουβαλούσαν σε πανέρια πάντοτε παιδιά, ξεκινούσαν από το σπίτι του γαμπρού κατά τις 2 το μεσημέρι και πήγαιναν στο σπίτι της νύφης.

 

Μπορείτε να δείτε φωτογραφίες από παιδιά που κουβαλούσαν ορδινιές πατώντας εδώ, εδώ, εδώ, εδώ, εδώ και εδώ.

 

Στα χρόνια του μεσοπολέμου, μπροστά πήγαινε ο Λευτέρης Καρυστινός με μια νταμιζάνα κρασί που σαν βούλωμα είχε μια κούνα (ένα μπουκετάκι) γαρύφαλλα ή τριαντάφυλλα. Στο σπίτι της νύφης άδειαζαν τα πανέρια, κερνούσαν τα παιδιά, τα οποία αποχωρούσαν και το βράδυ (πάλι στο σπίτι της νύφης) κατά τις 7 με 8 γινόταν ο γάμος και ακολουθούσε γλέντι μέχρι το πρωί. Τότε το ζευγάρι πήγαινε στην εκκλησία, και εκκλησιαζόταν.

 

Στον αντίποδα, στις περιπτώσεις που μια οικογένεια θρηνούσε το θάνατο προσώπου της οικογένειας, όλο το χωριό περνούσε από το σπίτι του πένθους για να συλλυπηθεί τους οικείους. Γείτονες και φίλοι αναλάμβαναν να προσφέρουν νερό, καφέ και παξιμάδια στους συλλυπούμενους.

 

Ένα πρακτικό πρόβλημα που παρουσιαζόταν στους γάμους και τις κηδείες ήταν οι καρέκλες που θα κάθονταν οι παριστάμενοι. Η κοινωνία του χωριού είχε δώσει απλή λύση στο θέμα αυτό. Ο κόσμος έφτανε στο σπίτι της χαράς ή της λύπης και καθότανε σε καρέκλες που έστελναν οι γείτονες και οι συγγενείς. Τις καρέκλες κουβαλούσαν παιδιά, μία μία τα μικρά και δυο δυο τα πιο μεγάλα. Κάθε καρέκλα είχε το σημάδι της για να είναι σίγουρη η επιστροφή της πάλι με τον ίδιο τρόπο. Οι πιο επιμελείς είχαν σκαλιστά, ανάγλυφα τα αρχικά τους στις καρέκλες τους, άλλοι τα είχαν γράψει με μπογιά και οι λιγότερο επιμελείς τους είχαν βάλει ένα κορδελάκι κάπου σε μέρος όχι πολύ εμφανές. Εμείς τα παιδιά, πρώτη μας δουλειά ήταν να ανακατέψουμε τα κορδελάκια, ιδίως σε παρεμφερείς καρέκλες. Να μη συνεχίσω, καταλαβαίνετε τι ακολουθούσε....
Θα σας διηγηθώ και μια προσωπική μου εμπειρία. Γίνεται ένας γάμος, κουβαλώ δυο καρέκλες της γιαγιάς μου της Βιολάντης, και πήρα εντολή να πάω μετά και σε μια γειτόνισσα και να κουβαλήσω και από αυτή άλλες δυο καρέκλες (μία μία γιατί ήμουν μικρός) και επιπλέον να ευχηθώ στη γειτόνισσα "και στου (ας πούμε ένα τυχαίο όνομα) Δημήτρη" ο οποίος (γιος της) μόλις είχε μπαρκάρει. Το εξετίμησε η γειτόνισσα, τι
καλοπραγμένο παιδί που είναι ο Νικολός κλπ κλπ.
Μετά από καμιά εβδομάδα συμβαίνει κηδεία στο χωριό, πέθανε κάποιος λίγο πιο κάτω από τη γειτονιά. Ξανά καρέκλες, ξανά στη γειτόνισσα "και στου Δημήτρη" εύχεται ο Νικολός (ετών τεσσάρων έως πέντε τότε). Το τι κατάρες άκουσα δε λέγεται. Και να μη φτάνει αυτό,
τρακάρει και τη γιαγιά μου (η μητέρα μου ταξίδευε με τον πατέρα μου). Και το χειρότερο, όταν έφυγε η γειτόνισσα, με περιλαβαίνει η γιαγιά μου και με σάπισε στο ξύλο. Μυαλά που είχε και αυτή...
Οποτε πάω σε γάμο ή κηδεία φέρνω στο νου μου αυτή την ιστορία του 1952...