Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

Δυο ιστορίες της Κατοχής

 

οι ιστορίες αυτές αναφέρονται στην ανθρωπιά που αναπτύσσεται ακόμα και κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες

 

Η μεγαλοψυχία των Ανδριωτών.

 

(κείμενο του Κώστα Πολέμη)


Στη συνέχεια του κατοχικού διαιτολογίου, σας μεταφέρω αυτά που από την γιαγιά μου Μανιώ και από τους γιούς της Γιαννούλη και Γιώργη έχω ακούσει.
Από το Σεπτέμβριο του 1943 μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, οι έως τότε σύμμαχοι τους Γερμανοί αιχμαλωτίζουν και σκοτώνουν όσους Ιταλούς στρατιώτες βρίσκονται στην Ελλάδα. Όσοι έχουν δει το κινηματογραφικό έργο
«Το μαντολίνο του λοχαγού Corelli» έχουν πάρει γεύση του τί συνέβη στην Κεφαλονιά αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Ενα βράδυ του Σεπτεμβρίου του ‘43, ένας Ιταλός στρατιώτης χτύπησε την πόρτα του σπιτιού που τώρα έχω εγώ και τότε κατοικούσε η γιαγιά μου με τις τρείς κόρες της και τούς δύο γιούς της. Με σπασμένα ελληνικά εκλιπαρούσε λέγοντάς της

 

-μάμα μάμα, κρύψει κρύψει...

 

Η γιαγιά μου έχοντας τα τρία νεαρά κορίτσια μέσα στο σπίτι, τα αγόρια απουσίαζαν για ολονύχτιο ψάρεμα, ούτε διανοήθηκε να τον βάλει μέσα..... αλλά ούτε και να τον διώξει. Ρισκάροντας την ζωή της αλλά και την ζωή των παιδιών της αν τον ανακάλυπταν οι Γερμανοί, τον έκρυψε μέσα στο κοτέτσι δίπλα στο σπίτι. Το πρωί της επομένης που επέστρεψαν κατάκοπα τα αγόρια από το ψάρεμα τους το ανακοίνωσε περιμένοντας την κατσάδα. Τα αγόρια κοιτάχτηκαν χωρίς να πουν κουβέντα, πήγαν στο κοτέτσι, έβγαλαν τον έντρομο και λοβό από τις κοτόψειρες Ιταλό, και αφού τον έπλυναν, τον έντυσαν με παλιά ρούχα δικά τους και το ίδιο βράδυ κωπηλατόντας4 ώρες με την βάρκα αποβιβάστηκαν στην παραλία του Βιταλιού. Πεζοπορώντας στη συνέχεια καμιά ώρα ανέβηκαν στο χωριό Βιτάλι όπου ζούσε με την οικογένειά του κάποιος γνωστός τους από προηγούμενες ανταλλαγές προϊόντων. Χωρίς δισταγμό ο Ανδρέας Κωνσταντής η Μπίμπας, δέχθηκε να κρύψει τον Τζοβάνι, αυτό ήταν το όνομα του Ιταλού. στο κονάκι του, ξεχνώντας τις κλεψιές και το ξύλο που είχε φάει από τους Ιταλούς κατακτητές και αψηφώντας τον κίνδυνο να τα ανακαλύψουν οι Γερμανοί. Τα επόμενα δύο χρόνια έως την απελευθέρωση, οσάκις οι θείοι μου πήγαιναν στο Βιτάλι συναντούσαν τον Τζοβάνι ντυμένο όπως οι Βιταλιώτες. Είχε μάθει λίγα αρβανίτικα και ξεπλήρωνε την σωτηρία του δουλεύοντας σκληρά και ευσυνείδητα στα χωράφια του Μπίμπα. Το μόνο του παράπονο ήταν ότι οι Βιταλιώτες στα διάφορα πανηγύρια που γινόταν όταν μεθούσαν θυμόταν τι είχαν υποστεί από τους Ιταλούς και του έπαιζαν ένα σοπάκι ξύλο. Το δεχόταν αδιαμαρτύρητα με κατανόηση.

Μετά το τέλος του πολέμου ο Τζοβάνι έφυγε για την πατρίδα του. Συνέχισε δε για αρκετά χρόνια να στέλλει κάρτες με ευχές τα Χριστούγεννα στους θείους μου και στον Μπίμπα. Αρχές της δεκαετίας του ενενήντα, γέρος πια, ήλθε στο χωριό με την γυναίκα του ζητώντας να συναντήσει τους θείους μου οι οποίοι δυστυχώς είχαν πεθάνει όπως και ο Μπίμπας.....

 

 

 

 

Το φιλότιμο ενός Χωραΐτη καπετάνιου.

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου)

 

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, αλλά και λίγο πριν φτάσουν οι Γερμανοί στην Ελλάδα, όλες οι δοσοληψίες όπως αγοραπωλησία τροφίμων, ανταλλαγή αντικειμένων κλπ γινότανε πάντοτε μακριά από αδιάκριτα βλέμματα και συνήθως νύχτα, σε ερημικές τοποθεσίες. Πολλά από τα προϊόντα έρχονταν από άλλα μέρη της Ελλάδας και μια τέτοια περίπτωση ήταν τα τσιγάρα. Για αρκετούς ανθρώπους η έλλειψη των τσιγάρων τους ήταν πολύ πιο επώδυνη, παρά η έλλειψη τροφής.

Την ιστορία που θα παραθέσω την έχω ακούσει τόσο από τη γιαγιά μου τη Βιολάντη, όσο και από τη μητέρα μου.

Λίγο πριν από την έναρξη της Κατοχής ο παππούς μου ο Δημήτρης Λογοθέτης πέθανε από επιπλοκές μετά από εγχείρηση μέσα σε νοσοκομείο της Αθήνας. Μετά από λίγο και κατά την έναρξη περίπου της Κατοχής το κράτος επιδίκασε στη χήρα πια γιαγιά μου ένα ποσό, σημαντικό για την εποχή, παρά τον πληθωρισμό ο οποίος έτρεχε με ταχείς ρυθμούς. Τα χρήματα αυτά για να φτάσουν στην Ανδρο μεταφέρθηκαν μέσα σε μια βαλίτσα με ένα από τα καΐκια που έκαναν κρυφά το δρομολόγιο κάπου από την Αττική προς τα Πίσω Γιάλια. Το καΐκι ανήκε σε κάποιον Δημήτρη Κολυδά(1) καπετάνιο από τη Χώρα. Το καΐκι που εμφανιζόταν σαν ψαράδικο έφευγε νύχτα από κάποιο ερημικό σημείο της Αττικής και φρόντιζε να φτάνει κατά τις δύο η ώρα τη νύχτα στα Πίσω Γιάλια χωρίς να το πάρουν χαμπάρι ούτε οι αρχές αλλά και ούτε και Ανδριώτες οι οποίοι δεν ήταν μέσα στο κόλπο και συνεννοημένοι κατάλληλα. Τα πράγματα που έφερνε το καΐκι τα έκρυβαν στο σπίτι του Δημήτρη Κυρτάτα (Λιλιδόρη) στην παραλία στα Γιάλια και από κει κάποιος φρόντιζε να προωθηθούν στους παραλήπτες, χωρίς αυτοί να γνωρίζουν λεπτομέρειες για το καΐκι, τα δρομολόγια, και άλλες σχετικές πληροφορίες. Το καΐκι μετέφερε οτιδήποτε μπορούσε να πουληθεί εκείνη την εποχή στην Ανδρο, και το κυριότερο φορτίο του ήταν πάντα τα τσιγάρα.

Κάποτε όμως το νταλαβέρι μαθεύτηκε από ορισμένους και τρεις νεαροί της ίδιας οικογένειας περίμεναν κάθε βράδυ με βάρδιες κρυφά στην Αγία Φωτεινή έως ότου κάποτε το καΐκι εμφανίστηκε. Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι αυτός που έτυχε εκείνη την ώρα παριστάνοντας έναν από το πλήρωμα, παίρνει δυο βαλίτσες και πήρε άγουσα προς το Διαρραχάκι όταν οι διακινητές νόμιζαν ότι ήταν κάποιος από αυτούς που θα μετέφερε τις βαλίτσες στο σπίτι του Λιλιδόρη. Οι δυο βαλίτσες που απαλλοτριώθηκαν όπως αποδείχτηκε αργότερα, η μια περιείχε τσιγάρα και η άλλη χαρτονομίσματα για διάφορους μεταξύ των οποίων και η γιαγιά μου. Ασφαλώς τα χρήματα δεν κατέληξαν εκεί που έπρεπε, οι δράστες αν και δεν σκόπευαν σε αυτά, εν τούτοις δεν τα παρέδωσαν γιατί με αυτό τον τρόπο θα αποκαλύπτονταν, με άσχημες για αυτούς συνέπειες. Ομως η ταυτότητα τους δεν έμεινε κρυφή γιατί σε λίγες ημέρες άλλαξε η συμπεριφορά τους προς το πιο αισιόδοξο, καθώς και η αγοραστική τους ικανότητα. Η Χωροφυλακή μετά από καταγγελίες επενέβη και έκανε έρευνα στα σπίτια των τριών υπαιτίων. Τα χρήματα βρέθηκαν, άλλα θαμμένα μέσα στο πάτωμα στα κατώγια των σπιτιών τους και άλλα μέσα σε σταμνί. Οταν άνοιξε ο κόσμος, υποχρεώθηκαν να πάνε στη Σύρα για να δικαστούν όπερ και εγένετο. Το θέμα όμως δεν πήρε συνέχεια γιατί τέτοιες υποθέσεις είχαν παραγραφεί. Τα χρήματα όμως αν και κατασχέθηκαν δεν αποδόθηκαν στους δικαιούχους γιατί είχαν καταστεί άχρηστα (αφενός λόγω του καλπάζοντος πληθωρισμού) αλλά το κυριότερο γιατί είχαν αντικατασταθεί εν τω μεταξύ από τα λεγόμενα κατοχικά χαρτονομίσματα που είχαν εκδώσει οι κατακτητές.

Ομως η ιστορία αν τελείωνε εδώ, δεν θα ήταν παρά μια ακόμη, σαν τις πολλές χιλιάδες παρόμοιες ιστορίες που συνέβησαν σε όλη την υπόδουλη Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Η διαφορά βρέθηκε στη συμπεριφορά του καπταΔημήτρη Κολυδά. Οταν έμαθε ότι τα χρήματα ανήκαν στη χήρα γιαγιά μου, την συνέδραμε καθ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής, στέλνοντας της τρόφιμα ώστε αυτή και τα δυο παιδιά της να μην πεινάσουν.

 

______________________________________________________________________________________

(1)Κόρη του αδελφού του καπταΔημήτρη Κολυδά Γιάννη, έχει παντρευτεί Στενιώτη. Μάλιστα ακούει στο όνομα του, Δήμητρα. Ο καπταΔημήτρης, καμάρι και στήριγμα της οικογένειας του, έφυγε νωρίς από τη ζωή από φυματίωση...