(9. Ο Θόδωρος και η οικογένεια του μετακομίζουν στις Στενιές για να ξεκινήσουν μια νέα ζωή).

 

Μόλις έστριψα είδα την Ελισώ να κάθεται στο κατώφλι της πόρτας με το μωρό στην αγκαλιά της. Τρόμαξα όταν την αντίκρισα  έτσι χλωμή, πικραμένη, συλλογισμένη. Εβηξα, τινάχτηκε όρθια και με κοίταξε χωρίς να μπορεί να βγει μιλιά από το στόμα της. Τι έχεις; πήρα το παιδί αγκαλιά, άντε ψήσε ένα καφέ και άλλη φορά αυτό δεν πρόκειται να ξαναγίνει. Τα παράτησα στη μέση και έφυγα, δεν έκανα μόνος της είπα. Καθησύχασε, συνήλθε και ξαναμπήκε η ζωή στη παράγκα μας. Σε λίγο που είπε ότι ήλθε μια γειτόνισσα να της κάνω ένα τραπέζι. Ετρεξε και την πρόλαβα και μου έδωσε καπάρο για το τραπέζι. Ετσι, ξανάρχισε η ρουτίνα της ζωής μας. Κάλιο ξερό ψωμί παρά χωρισμός. Οσο γι τους συγγενείς αυτοί σε λογαριάζουν όταν έχεις, ειδ’ άλλως σε κουτσομπολεύουν και από πάνω. Την άλλη μέρα με βρήκε ένας μαραγκός, το  ένα χέρι του ήταν άχρηστο. Αχπάσης τον λέγαμε, ήταν γείτονας της θείας Ασπασίας. Εκείνος θα έβρισκε δουλειές και εγώ θα τις έφτιαχνα. Εκείνος θα προμήθευε τα υλικά και εγώ τη δουλειά, ως κέρδος μισάρικο. Εν τω μεταξύ στην Πόλη είχαν επέλθει δυσάρεστες μεταβολές στις οικογένειες και των δυο μας. Ο πεθερός μου πρώτον, από την φυγή των Κωνσταντινουπολιτών είχε χάσει τους καλύτερους πελάτες του. Δεύτερον, το μεγάλο ενοίκιο που πλήρωνε για το μαγαζί και τρίτον με τα σφραγισμένα πανάκριβα μπουκάλια  που πουλούσε δεν τα έβγαζε πέρα, αναγκάστηκε να κλείσει το μαγαζί και να κάνει τον μπουφετζή στο Καζίνο Ακρόπολις. Τα έπιπλα του τα είχε κουβαλήσει στο αδειανό τότε μαγαζί μου και τα πουλούσε όποτε έβρισκε ευκαιρία. Η Βασιλική ήταν τώρα ο συντηρητής της οικογένειας, γιατί είχε εξελιχτεί σε άριστη μοδίστρα, ενώ η Μαίρη είχε προσληφτεί ως ταμίας σε ένα κατάστημα. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει, ο αδελφός μου μάθαινε επιπλοποιός στου Ψάλτη. Τον χειμώνα μετά από ένα χορό που είχε πάει με την αδελφή μου, ιδρωμένος όπως ήταν, κρύωσε για καλά στο δρόμο, ώσπου να πάει στο σπίτι μας. Ενα μήνα άρρωστος στο κρεβάτι, ώσπου ο γιατρός αποφάνθηκε ότι  ήταν προφυματικός και έπρεπε να τον πάνε στο Γαλλικό νοσοκομείο όπου αναλάμβανε ο γιατρός να προλάβει την επέκταση της αρρώστιας του και τελικά να του κάνει πνευμοθώρακα. Επρεπε να μείνει τουλάχιστον ένα χρόνο στο νοσοκομείο και διατροφή καλή. Τι να κάνει η μάνα μου, να χάσει το παιδί της; Αναγκάστηκε να πουλήσει το σπίτι του Φερίκ-κιοι και έτσι όπως της είχε υποσχεθεί ο γιατρός έγινε καλά, μπαλωμένος βέβαια, αλλά μπορούσε να δουλέψει  κιόλας. Εν τω μεταξύ, ένας πλούσιος γνωστός μας που είχε εργοστάσιο βαμβακουργίας στο Γεντί-Κουλέ προσέλαβε την αδελφή μου ως εργάτρια στην αρχή, μετά αρχιεργάτρια και τέλος διευθύντρια του Εργοστασίου του. Τότε πήρε και τη μάνα μου να κρατάει τους λογαριασμούς του εργοστασίου. Επρεπε να σηκώνονται αυγή, να φεύγουν από το σπίτι τους και να γυρίζουν νύχτα.. Ταυτόχρονα ένα υδραυλικός Αρμένιος, ο Λεβιάν ο οποίος έκανε τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου, πρότεινε στη μάνα μου να παντρευτεί την Εφημία. Το είπανε στον Αβραάμ τον εργοστασιάρχη και του ζητήσανε τη γνώμη του, το περισσότερο διότι ήτανε Αρμένης. Είναι καλό παιδί και καλός τεχνίτης, τον ξέρω από μικρό, αφήστε τα αρμενιλίκια και κάντε τον γαμπρό, εγώ εγγυώμαι για τον Λεβιάν, τους είπε. Αρραβωνιάστηκαν. Τότε πουλήθηκε και το σπίτι της μάνας μου, αγόρασαν  στο Γεντί-Κουλέ ένα σπίτι διώροφο με έναν αρκετά μεγάλο κήπο και με τα λεφτά που περισσέψανε ετοίμασαν τα προικιά της αδελφής μου και έγινε ο γάμος τους. Αριστερά από την είσοδο του σπιτιού είχε ένα δωμάτιο, το μετέτρεψε σε μαγαζί ο Λεβιάν και δούλευε εκεί όταν δεν είχε εξωτερικές δουλειές. Τότε σταμάτησε η μάνα να πηγαίνει στο εργοστάσιο. Τώρα ο αδελφός μου ο Αναστάσης έπρεπε να φεύγει νωρίς και να γυρνά αργά στο σπίτι. Βολεύτηκε και αυτός ύστερα από ένα χρόνο. Ενας συντεχνίτης του στου Ψάλτη που δούλευαν, του πρότεινε να πάρει την αδελφή του και για προίκα θα του έδινε το μισό μερίδιο από το σπίτι τους και ένα μεγάλο κτήμα και αυτό μισάρικο που ήταν κληρονομιά από τον πατέρα τους που είχε πεθάνει. Επιπλέον από τα μετρητά που τους είχε αφήσει ο πατέρας τους, θα άνοιγαν ένα επιπλοποιείο με μηχανήματα και έκθεση, συνεταιρικώς. Ηταν μεγαλύτερη του κατά τέσσερα χρόνια αλλά για τον αδελφό μου που δεν έκανε να κουράζεται ήταν καλή επιτυχία, διότι στο εξής θα πήγαινε μόνο για τα υλικά και τις παραγγελίες των πελατών. Ανοιξε το εργοστάσιο, πήραν 5 μαστόρους και μετά παντρεύτηκαν. Σπίτι και κτήμα ήταν στο Αρναούτ-κιόι. Επιδή όταν αρρώστησε είχε η μάνα μου πουλήσει το ένα σπίτι για να γίνει καλά έδινε κάθε μήνα κάτι στη μάνα μου και έτσι δεν ήταν βάρος της αδελφής μου, αλλά μάλλον όφελος γιατί φρόντιζε για το νοικοκυριό και το μαγείρεμα. Ο αδελφός μου ο Κώτσος είχε μετατεθεί στη Θεσσαλονίκη ως μόνιμος Αρχιφύλαξ με βαθμό επιλοχία στα Ανω Πορρόια Μακεδονίας. Παντρεύτηκε και αυτός μια κοπέλα πρόσφυγα από τη Θράκη. Ετσι, βολεύτηκαν τα τρία αδέλφια μου αλλά παιδιά δεν έκαναν. Εκανα εγώ στη θέση τους όσο περνούσα τα χρόνια τρία αγόρια και ένα κορίτσι. Οσα έκαναν και οι γονείς μας, τρία αγόρια και ένα κορίτσι.  Ητανε καρπερό αντρόγυνο ο Θόδωρος και η Ελισώ και αν δεν προφυλάγονταν ποιος ξέρει πόσα άλλα παιδιά θα έκαναν. Ηρθε ο χειμώνας τώρα με τον συνεταιρισμό που είχα με τον Αχπάση, είχε προστεθεί και μια άλλη παρέα στις δύο που είχαμε, μια της Στυλιανής και η άλλη της θείας Ασπασίας με τον Αναστάση και την Αλεξάνδρα. Ο Αχπάσης είχε μια γυναίκα την Εφτάλη χοντρή σαν βαρέλι. Ολημερίς καθόταν σε ένα μιντέρι κοντά στο παράθυρο τεμπέλα πρώτης. Είχε μια θεία η οποία ερχόταν για δυο τρεις ώρες μια φορά το μήνα, τη χαρτζιλίκωνε του ψώνιζε διάφορα τρόφιμα, τους έβριζε και έφευγε. Αυτή σχεδόν τους συντηρούσε. Ο Αχπάσης κουβαλούσε νερό από τη βρύση, ψώνιζε και τις περισσότερες φορές μαγείρευε κιόλας. Πάντως η παρέα τους ήταν κωμωδία. Ειλικρινά χαίρονταν όταν μαζευόμασταν σπίτι τους. Φώναζε η Εφτάλη τον Αχπάση της, του έδινε λεφτά να ψωνίσει μεζέδες κλπ. Η Ελισώ και η Αλεξάνδρα έπιναν μαύρο σφραγισμένο κρασί. Οι υπόλοιποι ρετσίνα. Ετσι πέρασε ευχάριστος ο χειμώνας μας και ήρθε η άνοιξη του 1928 η οποία ήθελε αλλάξει το δρομολόγιο της ζωής μας.

Η Ελισώ αλληλογραφούσε με τη θεία της την Ανεζιώ (σημ. Πολέμη Ανεζιώ του Ζαννή (111224) #142), σύζ. Πασχάλη Σωκράτη του Δημήτρη), αδελφή της μάνας της. Είχε κάνει και αυτή στην Πόλη στα νιάτα της λίγο διάστημα. Την Ελισώ τη γνώριζε από μωρό, τη φώναζε Αβούγα. Τώρα που έμαθε οτι είχε έλθει στην Ελλάδα παντρεμένη και με παιδί, της έγραφε κάθε τόσο να πάει στην Ανδρο να τη δει και να γνωρίσει και μένανε. Αποφασίσαμε να πάει η Ελισώ με το παιδί στην Ανδρο, να κάτσει ένα μήνα όπως μας έγραψε και να πάω εγώ ύστερα για τρεις τέσσερις μέρες και να τους φέρω. Ετσι, τον Ιούλιο που άρχισαν οι ζέστες μπαρκάρισε η Ελισώ με τον Τάκη από Πειραιά για Ανδρο. Εμεινα μόνος, είχα πάρει κουτουράδα μια δουλειά που έπρεπε να την παραδώσε σε 25 μέρες. Μόλις τελείωσα τη δουλειά μπαρκάρισα εγώ για την Ανδρο για να γνωριστούμε και να πάρω τη γυναίκα και το παιδί μου και να επιστρέψω στην παράγκα μας. Εν τω μεταξύ είχε διαδοθεί στο χωριό ότι θα έλθει του παπαΖαννή (σημ. Πολέμης Ζαννής του παπαΣταμάτη (11122) #110 info) ο έγγονας, καλός μάστορας από την Πόλη, να πάρει την οικογένεια του και να φύγει. Στο λιμάνι με περίμενε η Ελισώ με τη Φωφώ (Πασχάλη Φωφώ του Σωκράτη (111212) #149 info), την κόρη της Ανεζιώς. Φτάσαμε στο χωριό, υποδοχή καλή, στο τραπέζι ο είπε θείος Γιώργης (Πολέμης Γιώργης του παπαΖαννή (111222) #143 info), βρε αυτός είναι παιδί ακόμα, δείχνοντας εμένα. Εγώ, όταν περνούσα από το χωριό έριχνα ματιές στα σπίτια ερευνώντας τις πόρτες και τα παράθυρα που είχαν. Τεχνικώς είχαν επαρχιακή κατασκευή. Το απόγευμα, μετά βέβαια που μου έκαναν τη χάρη να ξαπλώσω με τη γυναίκα μου και να ξεκουραστώ από το ταξίδι, πίνοντας τον καφέ μας κάτω από την κληματαριά του θείου Γιώργη που ήταν κολλητά τα σπίτια τους άνοιξε η συζήτηση μια και ήμουν μαραγκός της Πόλης για τους μαστόρους του χωριού. Ητανε και εκείνος ψιλοδούλης (μπρισίμης) έτσι τον έλεγαν και σκαλιστής ακόμη και ότι βάλει το μυαλό σου από άλλες τέχνες, να κολλά διάφορα σκεύη κλπ. Με πήρε στο εργαστήρι του και μου έδειξε διάφορα κατασκευάσματα, ήταν αυτοδίδακτος, διότι ήταν πλοίαρχος και μάλιστα ναυτοδιδάσκαλος. Βοηθούσε τον πατέρα τους τον παπαΖαννή όταν έδινε ναυτικά μαθήματα σ’ αυτούς που ήθελαν να πάρουν δίπλωμα πλοιαρχίας, ο οποίος ήτανε πρώτος Πλοίαρχος των Εμπειρίκων, τα παράτησε και έγινε παπάς. Το ίδιο και ο θείος ο Γιώργης, όταν έγινε πρώτος πλοίαρχος στο πρώτο του ταξίδι το καράβι τους βρήκε μια μεγάλη τρικυμία στον Ατλαντικό και παρ’ ολίγον να χαθούν. Δεν ξαναμπαρκάρησε, φοβήθηκε και τώρα καταγίνονταν με τις ανωτέρω εργασίες που ανέφερα.

Μου είπε ότι το χωριό έχει τρεις μαραγκούς. Ο ένας ο καλός, έμαθε την τέχνη στην Πόλη αλλά έχει χάλια. Μεθά όλη μέρα και βάζει τους παραγιούς του να κάνουν τη δουλειά. Ο δεύτερος ένας Σαντορινιός είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του αλλά γυναικάς, πράμα που δεν το σηκώνει το χωριό. Ο τρίτος δεν είναι καλός τεχνίτης, βγάζει φυλλάδιο για να μπαρκάρει. Αν αποφασίσεις να δουλέψεις στο χωριό θα τους διώξεις όλους, εσύ είσαι παιδί ακόμα. Του απάντησα ότι όταν περνούσα από το χωριό είδα τη μαραγκοσύνη τους. Εγώ είμαι μοδελάς μαραγκός, βγαλμένος από σχολή που τη διεύθυναν Γερμανοί, ξέρω και γράμματα καλά. Αλά για να κάνω αρχή πρώτα πρέπει να δουλέψω για λίγο διάστημα κοντά σε έναν από αυτούς και μετά να αρχίσω δουλειά δική μου. Ελα μου είπε να σε πάω από τον Σαντορινιό που έχει πολλές δουλειές να σε πάρει εκείνος. Πήγαμε συζητήσαμε και δέχτηκε. Μόλις έλθεις μου είπε θα μου κάνεις ένα τραπέζι με κλειδιά. Πάρε 50 δραχμές και φέρε μαζί σου πέντε καρούλια για τα πόδια του τραπεζιού. Τον ευχαρίστησα και φύγαμε. Εν τω μεταξύ οι γυναίκες μας είχαν χάσει από το σπίτι. Από την πόρτα τους φώναζε ο θείος Γιώργης. Ε Ανεζιώ, καλορίζικος ο καινούργιος μαραγκός, ο ανιψιός μας θα πιάσει δουλειά στο χωριό. Τους εξήγησα την απόφαση που πήρα, χαρήκανε και αποφασίσαμε να μείνει η Ελισώ με το παιδί κοντά τους και εγώ να πάω στον Πειραιά να φέρω τα πράγματα μας και τα εργαλεία μου. Την άλλη μέρα το πρωί, ενώ οι γυναίκες ετοίμαζαν φαγητό για να πάμε στα Γιάλια το απόγευμα να γλεντήσουμε, πήγα μόνος μου στο χωριό μια βόλτα για να ερευνήσω καλύτερα τις ξυλουργικές εργασίες των οικοδομών που κτίζονταν. Μόλις έφτασα κοντά σε ένα μπακάλικο είδα τον καταστηματάρχη (σημ. πρόκειται για τον Φαλαγκά Θεοδόση του Σταμάτη (1473) #863 info) να μου φωνάζει: Καλώς όρισες, είσαι του παπαΖαννή ο έγγονας, μας είπε ο Σαντορινιός ότι θα σε πάρει στο μαραγκούδικο του, έλα να σε κεράσω, είμαστε και συγγενείς. Της γυναίκας μου η αδελφή είναι του καπετάν Σταμάτη του Πολέμη (Πολέμης Σταμάτης (Στάμος) του Δημήτρη (11126) #29 infoγυναίκα. Είναι ξάδελφος με τις θειες σου. Πιάσαμε συζήτηση, και μου είπε, έλα εσύ και έχω εγώ πολλές δουλειές να μου κάνεις. Ελα να σου δείξω. Είχε ένα μεγάλο διώροφο παντοπωλείο με αποθήκες από κάτω. Με ερώτησε αν ξέρω να κάνω γυριστές σκάλες. Ξέρω του είπα, είμαι σχεδιαστής μαραγκός, από σχολή, ότι να’ ναι το κάνω. Με πέρασε στο διπλανό διαμέρισμα. Εδώ θέλω ένα πατάρι με σκάλα, γύρω-γύρω ράφια, ένα μεγάλο πάγκο και μια τζαμαρία. Στο μαγαζί θέλω μια συρταρωτή μόστρα, να βάζω τα όσπρια μου. Να μου κάνεις και μια εξώθυρα καλή και γερή. κλπ. Κοίταξε όμως μην πεις τίποτα σε κανένα, έχω λόγους που στο λέω, ούτε και στους δικούς σου ακόμα. Με ξανακέρασε και συνέχισα τις βόλτες μου. Κατέβηκα στο κάτω χωριό, πήγα στην πλατεία  και ανεβαίνοντας προς το σπίτι κάποιος με φώναξε, Γεια σου πατριώτη. Τον κοίταξα, γεια σου του είπα. Είμαι από την Πόλη μου είπε, είμαι μαραγκός αλλά πρόκειται να μπαρκάρω, έχω δύο οικοδομές, αν θέλεις να αναλάβεις εσύ να τις αποτελειώσεις. Καλά, όταν θα έλθω θα τα κανονίσουμε του είπα και πήγα στο σπίτι. Που ήσουνα μου είπε, σε θέλει η Πηνελόπη (Γιαλούρη Πηνελόπη του Νικολάου (1261) #1050 σύζ. Πολέμη Δημητρίου του Αντώνη (Πίκουλου)) να της κάνεις κάποιες δουλειές όταν έλθεις, βάστα να τη φωνάξω. Ηταν και αυτή πρώτη ξαδέλφη της πεθεράς μου. Μας πήγε στο σπίτι της, θα μας κάνεις και της Ευναθούλας (Πολέμη Ευανθούλα του Δημήτρη (1412211) #1051 info σύζ. Σιγάλα Σπύρου του Δημήτρη) μας τα έπιπλα κλπ. Το τραπέζι ήταν έτοιμο μου φωνάξανε και στρωθήκαμε στο φαγητό. Εχει έλθει η Σταματούλα (Πολέμη Σταματούλα του παπαΖαννή (111225) #144 info), η μικρότερη αδελφή της πεθεράς μου με ένα σταμνί κρύο νερό. Το χωριό βουίζει για σένα μου είπε και ποια δε θέλει να της κάνεις δουλειά. Μόλις φάγαμε κατεβήκαμε στην ακροθαλασσιά. Μια αμμουδιά απέραντη τα Γιάλια. Ητανε κάτι βράχια στο τέρμα της, επειδή δεν είχα μαγιό, αποφάσισα να κολυμπήσω με το σώβρακο. Οταν είδα οτι ήταν ερημιά, έβγαλα και το σώβρακο και κολυμπούσα γυμνός. Δροσίστηκα κορμί και ψυχή με τις δουλειές που μου είχαν προτείνει, άνοιξε άλλο ένα μέλλον εμπρός μου, ενθαρρυντικό αυτή τη φορά. Εκεί στα βράχια είχε έλθει και η γυναίκα μου μαζί μου. Γλύστρισε και κτύπησε το πίσω μέρος του κεφαλιού της σε μια πέτρα και έμεινε αναίσθητη για λίγο, σιγά-σιγά συνήλθε, αλλά η τρομάρα μας ήταν τέτοια που τα έχασα μια στιγμή, έτοιμος να ξεφωνίσω για βοήθεια. Ανοιξε τα κλειστά μάτια της και με αποπήρε. Τη βοήθησα, σηκώθηκε και χλωμή όπως ήταν, της είπα κάτσε να συνέλθεις λίγο. Οχι μου είπε, αργήσαμε, τι θα που η θεία και ο θείος. Είχαμε αργήσει λιγάκι γιατί μας είχε αιχμαλωτίσει ο έρωτας. Αντρόγυνο ήμαστε δε βαριέσαι, νέοι ήμαστε είχαμε ένα μήνα να σμίξουμε. Οταν άρχισε να γέρνει ο ήλιος στρώσανε σε μια κουβέρτα, φαγιά, κρασιά. Είχα τέτοια κέφια που άρχισα μια και ήμουν παπαδόσογο να ψέλνω. Η θεία Ανεζιώ καθόταν δίπλα μου, όταν τέλειωσα το πρώτο τροπάριο. Εσύ μου φαίνεται πως θα αναστήσεις το παπαΖαννή Γιόμισε δυο ποτήρια και τα κατέβασε μονορούφι. Ελα, ψάλλε κανένα άλλο μου είπε. Έψαλα ένα Αξιον Εστίν Πολίτικο, ο θείος μου με κοίταξε με θαυμασμό. Εχουμε και μεις εδώ ψαλτάδες μου είπε, ο ένα τα λέει Τούρκικα, ο άλλος Αρβανίτικα, άμα ψάλλεις εσύ στην εκκλησία θα ζουρλαθούνε. Εμείς εδώ τίποτα δεν έχουμε για συγκέντρωση, παρά μόνο την εκκλησία, για έλα πρώτα και βλέπουμε. Αργά το βράδυ με το φεγγάρι ανεβήκαμε στο σπίτι των θείων. Τη νύχτα στο κρεβάτι είπα της Ελισώς τις δουλειές που μου πρότεινε ο Θεοδόσης Φαλαγκάς ο μπακάλης, μη πεις τίποτα σε κανένα. Εμεινα άλλη μια μέρα γιατί δεν είχε καράβι και την επόμενη φεύγοντας μου έδωσε μια χρυσή λίρα η θεία Ανεζιώ, στο γάμο σας δεν σας έκανα δώρο, παρ’ την. Εφτασα στο Περιστέρι στη παράγκα μας και άρχισα να ετοιμάσω τα πράματα μας μόνος για το ταξίδι. Με πήρε πρέφα ο παραδιπλανός μου μπακάλης. Του είχα κάνει ένα πάγκο και του είχα υποσχεθεί όταν γυρίσω να του κάνω και μια μόστρα από πάνω. Τι κάνεις φεύγεις; με ρώτησε. Ναι, πάω οριστικά στην Ανδρο. Τι με έβαλες και αγόρασα τα ξύλα, έτσι κάνουνε οι τίμιοι άνθρωποι; Είχε δίκιο. Εγώ βλέπεις μάζεψα τα τσουκαλομπούρδακα του είπα, που θα τρώω; Σε φαί ότι τρώμε εμείς οι τρεις και εσύ τσάμπα, έλα κάνε μου τη μόστρα και εγώ θα σου βρω και κάρο του ξαδέλφου μου να στα κατεβάσει στο καράβι τα πράγματα σου. Είχα να παίρνω και 700 δραχμές. Του έκανα τη μόστρα σε τέσσερις μέρες, με πλήρωσε, με βοήθησε τη νύχτα και δέσαμε τα πράγματα μας και την αυγή μου έφερε το κάρο, τα φορτώσαμε, του δώσαμε το κλειδί να το δώσει στον επόπτη του συνοικισμού και ξεκινήσαμε. Αντίο παράγκα είπα, είχαμε γλυτώσει ενάμιση χρόνια ενοίκια χάρις τη Στυλιανή. Το βράδυ που ήλθε να με αποχαιρετήσει, έκλαιγε η φουκαρού. Στις εξήμισι  το πρωί ξεφορτώσαμε στο μουράγιο κοντά στο καράβι. Επλεναν, δεν με άφησαν να κουβαλήσω με ένα χαμάλη τα πράγματα μες το καράβι. Στις 11 μου είπαν το μεσημέρι φεύγουμε. Πήγα στο τηλεγραφείο και έστειλα ειδοποίηση στις Στενιές. Αύριο φθάνω με το Ηρα Μ. Εφαγα πατσά, αγόρασα ψωμοτύρι και πήγα για το καράβι. Ειδα το χαμάλη που είχα αφήσει να τα φυλάει, να έχει κουβαλήσει όλα τα πράγματα στο καράβι. Ο Λοστρόμος ήταν γνωστός και μου είπε να του δώσω ένα πενηντάρι. Ανέβηκα, τα μέτρησα εντάξει, του έδωσα 70 δραχμές. Ξάπλωσα και με πήρε ένας ύπνος που μόνο όταν άκουσα τη σφυρίχτρα του καραβιού ξύπνησα. Φτάσαμε στην Ανδρο την επόμενη Κυριακή, ήταν στι1 11 π.μ. Κοίταξα το μουράγιο, κανένας δικός. Είχα στείλει τηλεγράφημα , γιατί να μη βρίσκεται κανείς προς προϋπάντηση μου, ούτε η Ελισώ. τι συμβαίνει; Βαρκάρης για τις Στενιές ήταν ένας χωριανός Μηνάς (Εξαδάκτυλος Νικολός του Γιάννη (12) #803 info) ονόματι. Μπας είσαι του παπαΖαννή ο έγγονας μου είπε όταν με είδε να κοιτάζω τριγύρω. Ναι του είπα. Με βοήθησε πάρα πολύ, βάλαμε στη βάρκα του τα πράγματα μου και όταν ξεφορτώσαμε στο μουράγιο φώναξε τρεις αγωγιάτες Στενιώτες, φορτώσαμε και τραβήξαμε για το χωριό. Φτάσαμε στις τρεις στο σπίτι του θείου Γιώργη, εκεί θα ακουμπούσαμε τα πράγματα προσωρινά και την άλλη μέρα θα φροντίζαμε για σπίτι. Ακουσε η Ελισώ τον κρότο του μουλαριού, γνώρισε τη φωνή μου και βγήκε στην αυλή. Ενα φάντασμα είδα μπροστά μου. Δε μίλησα, ώσπου να φύγουν οι αγωγιάτες. Τι έχεις, είσαι άρρωστη; Γιατί δεν τηλεγράφησες, μου είπε, εδώ έχουν γίνει άνω κάτω, μου λένε ότι σε παράτησε ο άντρας σου και δεν πρόκειται να έλθει και έπιασε τα κλάματα. Της έδειξα την απόδειξη του τηλεγραφήματος, που είναι τώρα οι θειες σου; Ολοι στη χώρα πάνε σε μια κηδεία ενός εφοπλιστή, το βράδυ θα έλθουν. Που είναι ο Τάκης τη ρώτησα, κοιμάται μου είπε. Την είχαν σχεδόν νηστική, το παιδί δίχως γάλα, ως και ένα κομμάτι σαπούνι που τους ζήτησε για να πλυθούν δεν τους το έδωσαν. Τι θα γίνει τώρα, που θα ακουμπήσουμε τα πράγματα; Αντίκρυ στο σπίτι της θείας της ήταν ένα άδειο μπακάλικο, μεσολάβησε μια γειτόνισσα και η Πηνελόπη που είχε λυπηθεί την Ελισώ και το παιδί και νοίκιασα το μαγαζί. Σκούπισε η Ελισώ και αρχίσαμε να κουβαλάμε. Μοντάρισα το κρεβάτι. Μας έδωσε η Πηνελόπη ένα σταμνί, έφερε νερό η Ελισώ και σε μια ώρα μέσα τακτοποιηθήκαμε κάπως. Πήγα στου Θεοδόση, ψώνισα κάποια αναγκαία και για φαγητό. Σε είχανε γράψει η θεία σου στου διαβόλου τα κατάστιχα μου είπε ο Θεοδόσης, πάντως όπως σου είπα, έλα το πρωί να σου δώσω λεφτά να πάρεις ξύλα, να αρχίσεις τις δουλειές μου. Αν θέλεις λεπτά να σου δώσω και τώρα, μου είπε και κάνουμε καλά. Τον ευχαρίστησα, έχω λεφτά του είπα, πόσο κάνει ο λογαριασμός των ψώνιων μου. Αύριο θα κανονίσουμε μου είπε. Πήρα τα ψώνια, στρώσαμε τραπέζι και φάγαμε για δέκα, πεινάσαμε. Στήσαμε την κούνια του Τάκη, ξαπλώσαμε το παιδί και ξάπλωσα και εγώ ντυμένος λιγάκι στο κρεβάτι, ενώ η Ελισώ συγύριζε. Σηκώθηκα σε λίγο, άρχισε να βραδιάζει, πήγα στου Θεοδόση, πήρα δύο μεγάλες λάμπες, πετρέλαιο κλπ. Ηρθαν οι θείοι συγκούρδουλοι από τη Χώρα μάλλον ντροπιασμένοι. Τους είχε σταματήσει μια γειτόνισσα στο δρόμο και τους είχε πει τα συμβάντα. Εμείς εν τω μεταξύ είχαμε ανάψει τις λάμπες γιατί ήταν ένα μακρόστενο οίκημα. Είχα τεντώσει ένα σχοινί και είχαμε βάλει ένα σεντόνι για να μην φαίνεται το κρεβάτι μας. Αργούσανε να ανέβουνε, ένα βήμα ήταν η απόσταση των σπιτιών μας.  Ηλθαν επιτέλους, προφασίστηκαν το τηλεγράφημα, τους έδειξα την απόδειξη, τέλος. Ξαναπήγα στου Θεοδόση, πήρα κρασί, μεζέδες στρώσαμε τραπέζι και φάγαμε. Ο θείος Γιώργης με κοίταζε σαν ένοχος. Εφυγαν πλαγιάσαμε και μεις. Το πρωί πήρα τα καρούλια και πήγα στου Σαντορινιού με τα εργαλεία μου. Ηταν ο πατέρας του. Λείπει στα Λειβάδια, στου κουμπάρου του μου είπε. Είδε που αργούσες και πήρε τον κουμπάρο του στη δουλειά. Γύρισα πίσω στο σπίτι, παράτησα τα εργαλεία και πήγα στου Θεοδόση. Συμφωνήσαμε τη δουλειά για 24 χιλιάδες. Οταν τον είδα να τραβάει το συρτάρι του και να μου μετρά 10 χιλιάρικα, είδα και έπαθα να συγκρατήσω την ψυχραιμία μου. Μου έδωσε ένα σημείωμα για ένα γνωστό του ξυλέμπορο στη Χώρα, Δημήτρης Μπόνης (σημ σύζυγος της Γιαλούρη Κούλας του Γιαννούλη (12224) #2940). Τα ξύλα θα τα ξεφορτώσεις στης Σουγλίδαινας (Κουτσούκου Μαριώ του Χαριλάου (11117) #2788), σύζ. Παλαιοκρασσά Σπύρου του Σωκράτη), θα σου δώσει το κατώγι της για μαγαζί. Ο Ζουρίλας (Κουρτέσης Νικόλαος του Γεωργίου) (125) #2096 info) ο αγωγιάτης ξέρει, πάρτον και πήγαινε καβάλα στη χώρα να σου φέρει τα ξύλα στο χωριό. Πήγα στο σπίτι. Ελα βάλε μου να φάω. πάω στη Χώρα για ξύλα είπα της Ελισώς, μου έδωσε τη δουλειά ο Θεοδόσης. Πάρε ένα χιλιάρικο και ψώνισε τίποτα δικό σου και του παιδιού. Εφερε καρπούζια και πεπόνια, πάρε από το μαγαζί του ότι θέλεις, μην πληρώσεις, θα σου κάνει τεφτέρι. Με τα ξύλα που ψώνισα, πήρα και τον πάγκο μου. Ετσι ξεκίνησα μια καινούρια ζωή, 28 χρονών. Πρώτα για να δείξω τη δουλειά μου, μια και θα την έβλεπε όλο το χωριό επειδή θα προοριζόταν για μπακάλικο, έκανα τη μόστρα τη συρταρωτή με οβάλ τζάμια για να φαίνονται τα είδη των όσπριων που είχαν τα συρτάρια. Τη βερνίκωσα ν’ αστράφτει και την τοποθέτησα στο μαγαζί του Θεοδόση Φαλαγγά. Απέδωσε πολλά η πρώτη ρεκλάμα που έκανα, Ποιος την έκανε αυτή τη μόστρα Θεοδόση; Ο Μισιρλής κάνει και σκάλες γυριστές, τώρα μου κάνει μια. Κακόμα είναι παιδί, και ψέλνει τσ’ όλας. Ημουν πελάτης του καθώς και όλο το σοι της Ελισώς το Πολεμέικο και συγγενείς. Περάσανε 15 μέρες οπότε ένα πρωινό ήλθε στο μαγαζί μου ένας Ανδρέας που είχε έλθει από την Αμερική και έχτιζε σπίτι στο Χωριό. Γεια σου μάστορα, τι κάνεις, δουλεύεις, με έστειλε ο Θεοδόσης. Μου είπε, κτίζω σπίτι και θέλω να μου κάνεις τη μαραγκοσύνη του σπιτιού, με τη διαφορά όμως επειδή υποσχέθηκα στον Σαντορινιό, να μου κάνει την ξυλεία, πήγαινε στο γιαπί, μέτρα τη δουλειά, είναι απόμερο το σπίτι, βγάλε το λογαριασμό και το βράδυ θα ανταμώσουμε στο μπακάλικο να τα πούμε. Είμαστε και συγγενείς, κοίταξε να μου κάνεις καλή δουλειά., γεια σου, γεια χαρά. Πήγα αμέσως στο γιαπί, μέτρησα πρόχειρα τη δουλειά και το μεσημέρι στο σπίτι έβγαλα λογαριασμό 38.500. Τα βράδια πήγαινα στου Θεοδόση, καθόμουνα σε μια γωνιά, στο διπλανό τμήμα και έπινα το κρασάκι μου. Μπήκε ο Ανδρέας μέσα, κάθισε δίπλα μου, τον κέρασα, με κέρασε, εν τω μεταξύ ήλθε και ο Θεοδόσης. Του είπε, έχουμε μια διαφορά. 1.500 δραχμές με τον μάστορα. Ο Σαντορινιός γύρεψε 37.000 Αλλη δουλειά θα σου κάνει ο Μισιρλής και άλλη ο μαστροΓιώργης. Καλά, μεθαύριο έχω τσεκ, θα πάω στη Χώρα να το χαλάσω. Πόσα θέλεις Μισιρλή προστάντζα; 20.000 του είπα. Καλά, θα σου τα δώσω εγώ και εσύ Ανδρέα μου τα δίνεις όποτε χαλάσεις. Ελα Μισιρλή κέρνα για τα καλορίζικα. Μου έφερε τα λεφτά ο Θεοδόσης, υπέγραψα μιαν απόδειξη, φέρε ο ένας, φέρε ο άλλος, να πάμε στο σπίτι μου, τάπα στο μεθύσι, να μας κεράσει η κυρά Ελισώ. Ετσι, πήρα του Σαντορινιού τη δουλειά. Καλά του έκανες του γαμιά μου είπανε την άλλη μέρα όταν περνούσα από το καφενείο του Νικατή (Πολέμης Γεώργιος του Λεωνίδα (114421) info). Υστερα από δυο μήνες βρήκαμε ένα σπιτάκι μοναχικό, του Μπουλμέτη (σημ. κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για τον Μπουλμέτη Γιάννη του Νικολάου). Θα καθόμαστε εκεί μέχρι να παντρέψει την κόρη του.  Τώρα βολευτήκαμε πιο ανθρώπινα. Ηταν μικρό αλλά περιποιημένο. Εκεί τώρα, η Ελισώ είχε την Ανεζιώ τη Μαύραινα (Μαύρου Ανεζούλα του Ανδρέα (1211) - σύζ. Παλαιοκρασσά Δημητρίου του Γεωργίου) για συμβουλάτορα και την παπαδιά προπάντων, αυτή που ήταν και δασκάλα. Ηταν γειτόνισσες μας. Οταν αρρωστούσε ο Τάκης σε αυτές έτρεχε, γιατί οι θείες της έμεναν στο πάνω χωριό, το Λεμπινοχώρι. Το μαγαζί που δούλευα ήταν στενόμακρο. Στο βάθος, κοντά σε ένα παραθυράκι έμενε μια γριά η κυρά Ταρσή. Είχε κάτι εικόνες στον τοίχο και έκανε τη χαρτορίχτρα. Ερχονταν οι Στενιώτισσες και τις έλεγε τη μοίρα τους. Μάλλον καλαμπούριζαν με τις ψευτιές που τους αράδιαζε. Της είπα να μου πει και μένα τη μοίρα μου για να γελάσω. Ακου εδώ παιδάκι μου, μου είπε, εσύ Πολίτης είσαι, κορόιδο δεν πιάνεσαι, ξέρω, θέλεις να με πειράξεις, ήταν και αυτή από την Πόλη, είχε έλθει με τον ανιψιό της τον Σωτήρη το μαραγκό, η γυναίκα του οποίου η Ευφροσύνη ήταν από σόι Στενιώτικο. Εκανε τη δασκάλα σε μικρά παιδιά χωριανά, πριν να μπουν στο Δημοτικό σχολείο. Γιατί δεν κάθεσαι με τον ανιψιό σου την ρώτησα. Αστα, θα στα πω άλλη μέρα και κούνησε λυπητερά το κεφάλι της. Το βράδυ όταν έφευγα, σκούπιζα τα ροκανίδια του μαγαζιού και τα έκαιγα στη γωνιά του δρόμου. Ούτε κλείδωνα, ούτε άνοιγα το μαγαζί, η κυρά Ταρσή ήταν φύλακας. Είχα και τη μικροδιασκέδαση μου όταν ερχόταν καμιά φορά να της πω τη μοίρα της.

 

(σημ. τα ονόματα του Σωτήρη και της Ευφροσύνης δεν είναι τα αληθινά).

 

επόμενη σελίδα 10. Ο Θόδωρος με τις γνώσεις και την εμπειρία του καθιερώνεται σαν ο καλύτερος ξυλουργός στις Στενιές.

 

επιστροφή στην πρώτη σελίδα

 

προηγούμενη σελίδα