Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

Οι Καλλιβρούσηδες

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου)

 

Στις Στενιές Καλλιβρούσηδες ονομάζονται οι καλικάντζαροι με Ανδριώτικα διαβατήρια. Εκτός από τις Στενιές επισκέπτονται βεβαία και άλλα μέρη της Ανδρου και για το λόγο αυτό απαντάται και το καθαρά Ανδριώτικο επίθετο Καλλιβρούσης με πλήθος διακεκριμένων κατόχων του.

Οι Καλλιβρούσηδες είναι πανάρχαια χθόνια δαιμόνια τα οποία με την επικράτηση του Χριστιανισμού εμφανίζονται επί γης κατά το δωδεκαήμερο από 25 Δεκεμβρίου μέχρι 6 Ιανουαρίου, κάνουν ότι κάνουν και μετά αποσύρονται στα μέρη τους. Με εμφάνιση κάθε άλλο παρά ελκυστική και αιρετική συμπεριφορά, είναι ο μπελάς κάθε νοικοκυριού και το φόβητρο των πιτσιρικάδων.

 

Η γιαγιά μου η Βιολάντη συνήθιζε να μου λέει παραμύθια, όλα με Στενιώτες ήρωες, κανένα με Χιονάτες, Κοκκινοσκουφίτσες, Τρία γουρουνάκια κλπ. τα οποία της ήταν παντελώς άγνωστα. Σε όλο τον κόσμο τα παραμύθια δίνουν μια πρώτη εντύπωση περιπέτειας, ρομάντζου κλπ. αλλά στην πραγματικότητα μεταφέρουν έντεχνα ένα μήνυμα για κινδύνους, εχθρούς και παγίδες. Με γνωστή την άγνοια περί παιδικής ψυχολογίας από τις γιαγιάδες και μανάδες εκείνης της εποχής, ήταν η εύκολη λύση για να κρατούν τα παιδιά ήσυχα και κοντά τους τις πολυάσχολες μέρες των γιορτών.

 

-Οι Καλλιβρούσηδες κάνουν ένα σωρό σκανδαλιές και ζημιές, φανερώνονται εκεί που δεν τους περιμένει κανείς και άμα κανένα παιδί δεν είναι καλό, το αρπάζουνε και το παίρνουνε μαζί τους...

 

Η κα Μαρία Ευαγγ. Μπουκουβάλα θυμάται ότι η γιαγιά της η Μαριγούλα της έλεγε ότι όταν οι Καλλιβρούσηδες έμπαιναν σε ένα σπίτι, την ώρα που έκαναν τις σκανταλιές τους τραγουδούσαν ρυθμικά και ασταμάτητα:

 

«Βρούση Βρούση Καλλιβρούση, Βρούση Βρούση Καλλιβρούση, Βρούση Βρούση Καλλιβρούση» ...

 

Επίσης η γιαγιά της της έλεγε ότι, σε όποια γυναίκα δεν είχε τελειώσει τα εργόχειρα της μέχρι τα Χριστούγεννα, της περνούσαν κολάρο το πλεχτό ή το κέντημα, την έδεναν με αυτό και την κορόιδευαν χορεύοντας γύρω-γύρω από αυτήν και τραγουδώντας απειλητικά και με κακία το

 

«Βρούση Βρούση Καλλιβρούση, Βρούση Βρούση Καλλιβρούση, Βρούση Βρούση Καλλιβρούση» ...

 

Τα Στενιώτικα παραμύθια δεν είναι και πολλά και σε συνδυασμό με την τάση των παιδιών να ακούν το αγαπημένο τους παραμύθι ξανά και ξανά, η δόλια η γιαγιά μου πρέπει να μου είχε πει εκατοντάδες φορές το ίδιο παραμύθι με τον Καλλιβρούση που τσάκωσε ο παππούς μου ο Δημήτρης. Επειδή δεν έχω ακούσει την εκδοχή του παραμυθιού αυτού από κανέναν άλλο, φαίνεται ότι ήταν δικής της επινόησης.

 

Κάθε χρόνο έρχονταν οι Καλλιβρούσηδες και κάνανε το σπίτι άνω κάτω. Εφτιαχνα κουραμπιέδες για τις γιορτές, τους πέταγαν από το δίσκο στο πάτωμα. Κουβαλούσα η δόλια νερό από του Καραβά, κάθε πρωί δεν έβρισκα σταγόνα. Παίρνανε τις στάχτες από το μαγκάλι και τις σκορπίζανε σε όλο το σπίτι (εννοείται ότι κάθε αταξία που θα έκανε ένα Στενιωτάκι να έχει εξάψεις έπρεπε να επινοηθεί και να εξιστορηθεί). Τι να κάνω η κουτρούλα, είπα στον πάππου το Δημήτρη να βάλει ένα τέλος σ’ αυτή την ιστορία. Πράγματι ο πάππους κρύφτηκε ένα βράδι στο κατώι πίσω από τα πιθάρια το κρασί και περίμενε. Μετά από λίγο νάσου ένας Καλλιβρούσης. Τότε ο πάππους που ήταν σβέλτος και δυνατός αρπάζει τον Καλλιβρούση και τον δένει με την αλυσίδα της άγκυρας στο πόδι του τραπεζιού. Κλάμα ο Καλλιβρούσης, τον παρακαλούσε να τον αφήσει να φύγει, αλλά ο πάππους ο Δημήτρης δεν τον άφηνε.

 

-Θα σε έχω δεμένο εδώ, να σε βλέπουν οι άλλοι Καλλιβρούσηδες να μην πατούν το πόδι τους στο σπίτι μου!

 

Πράγματι κανείς από δαύτους δεν ξαναπάτησε εδώ, αλλά κάποτε ήρθε η ώρα ο Καλλιβρούσης να γυρίσει μαζί με τους υπόλοιπους στον τόπο του. Κλάμα, κακό, παρακάλια στον πάππου να τον αφήσει, ο πάππους έκανε πως δεν άκουγε. Μετά από χίλια παρακάλια ο Καλλιβρούσης λέει στον πάππου:

 

-Καπτα Δημήτρη, άσε με να φύγω και σου ορκίζομαι του χρόνου να σου φέρω ένα βαρέλι λακέρδα!

 

Το ακούει ο πάππους, έκανε πως δεν ήθελε, αλλά στο τέλος του λέει:

 

-Εντάξει βρε, θα σε αφήσω αλλά για να είμαι σίγουρος ότι θα μου φέρεις τη λακέρδα θα σου κρατήσω το μεγάλο δάχτυλο από το ποδάρι σου!

 

Και βγάζει ένα σουγιά και του κόβει το δάχτυλο!. (σημ. είπαμε από παιδαγωγικά η γιαγιά μου μηδέν, αλλά και εγώ είχα συνηθίσει σε κάτι τέτοιες άγριες καταστάσεις)...

Πραγματικά του χρόνου ξανά οι Καλλιβρούσηδες (που δεν πάτησαν στο σπίτι μας γιατί μάθανε τι σώμα ήταν ο πάππους), ήρθε και ο δικός μας με το βαρέλι τη λακέρδα όπως είχε υποσχεθεί. Ζητάει το δάχτυλο του πίσω αλλά ο πάππους του λέει:

 

-Να περιμένεις! Να φάω πρώτα τη λακέρδα και μετά.

 

Οταν ήταν να φύγουν οι Καλλιβρούσηδες, ξανά ο δικός μας, ήρθε να πάρει το δάχτυλο του.

 

-Θα στο δώσω του χρόνου, λέει ο πάππους, άμα βέβαια μου ξαναφέρεις πάλι ένα βαρέλι λακέρδα.

 

Και έτσι Νικολό, κατέληγε η γιαγιά μου, είχαμε πάντα λακέρδα στο σπίτι.

 

-Και τι απόγινε ο Καλλιβρούσης γιαγιά; τη ρώταγα...

-Ε να, όταν πέθανε ο πάππους σου τον λυπήθηκα τον Καλλιβρούση και του έδωσα το δάχτυλο του πίσω. Αυτός όμως δε μου κρατούσε κακία και κάθε χρόνο μου στέλνει λίγη λακέρδα. (Προφανώς η γιαγιά μου την ψώνιζε από το μπακάλικο του Βρεττού στη Χώρα).

 

Οσο ήμουνα μικρός έφερνα στο νου μου αυτό το παραμύθι το οποίο θεωρούσα αληθινή ιστορία. Κάποια στιγμή όμως και πραγματικά ντρέπομαι να ομολογήσω τώρα πόσο χρονών ήμουν, κατάλαβα ότι η γιαγιά μου έβγαλε την ιστορία αυτή από το κεφάλι της. Πολλά πράγματα και ιδέες τότε κατέρρευσαν μέσα μου και τώρα στην τρίτη ηλικία το αναφέρω για πρώτη φορά...