Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

Κάλαντα στις Στενιές

 

(κείμενο του Γιώργη Αντ. Σύμπουρα)

 

Στο site του συνδέσμου μας "ανέβασαν" τα Στενιώτικα κάλαντα.

Φέρνω στο μυαλό μου τις παιδικές συνήθειες, τις αταξίες ενός ανυπότακτου χαρακτήρα, κυρίως αυτό το ανέμελο και ανεύθυνο βλέμμα που διακρίνει την τρυφερή πλην όμως πολύ μακρινή πια ηλικία. Προσπαθώ να σώσω απ την λήθη βλέμματα, χειρονομίες , σιωπές, συνήθειες, σημαίνουσες λέξεις, εκείνες τις απλές συνταρακτικές κουβέντες συνήθως βγαλμένες απ τους ανθρώπους της θάλασσας που με την χλιδή της αισθητικής απλότητας με γαλούχησαν. Τα "ειπαμε" με τους γιους μου στις γιαγιάδες τους με τα μπουζούκια, αλλά ο νους μου αναζητούσε το μικρό μου ντουμπί. Ενα δώρο από κάποιο θείο μου. Ήταν από το εξωτερικό. Το αναζήτησα. Το κράτησα και ο νους μου μεταφέρθηκε στο χρόνο πίσω. Παραμονή Πρωτοχρονιάς στο χωριό. Οι πρώτοι Καλαντηστάδες ήταν πολυ πρωινοί και ερχόταν απ την Βουρκωτη με τα μουλάρια. Πάνω από μια ώρα δρόμο. Κάλαντα με σαμπούνα ( ενα είδος γκάϊντας) ,βιολί και ντουμπιά σαν μεγάλα ταψιά. Χαμογελαστοί, με ιδιάζουσα προφορά. Άκουγα τα λόγια , έβλεπα το νόημα να πνίγεται στα αγριεμένα βλέμματα της άγνοιας και αναισθησίας μέχρι να ακουστεί ένα μακρόσυρτο "και του χρόνου" σήμα για να βγει το ρακί και μετά ενα μακρόσυρτο "ααχχ" σκουπίζοντας με το μανίκι κάποιες σταγόνες που έμεναν στα χείλη. Κρατούσα το δικό μου ντουμπί. Οχι το μικρό που σας είπα . Είχα άλλο χειροποίητο. Όπως των φίλων μου του Γιάννη του Γιαννούλη του Λέλη ήταν φτιαγμένο από τενεκέ ντομάτας. Μάρκας "Κύκνος". Και το δέρμα από την προβιά του καμιά φορά οικόσιτου , από κάποια χοιροσφάγεια. Πάνω του για χορδές είχαμε βάλει τις βροντές. Σκουλήκια που έβγαιναν με τις βροχές . Τις μαζεύαμε και τις ξεραίναμε Και ήταν ιδανικές για τα πρίμα. Και στα σχοινιά που συγκρατούσαν το δέρμα βάζαμε κουδουνάκια να συντονίζονται με τις παιδικές μας φωνές. Δεν τα "λέγαμε" όλα παντού. Που θεός. Το χωριό είχε τόσα σπίτια ανοικτά. Κάπου θα μας έδιναν πιο πολλά. Πότε η συγγένεια πότε η ευμάρεια του σπιτιού που καλαντούσαμε καθόριζε την διάρκεια. Ακόμα και η περιοχή. Το χωριό είχε πάντα ταξικές διάφορες. Ακόμα και γεωγραφικές. Αυτές ευτυχώς οι δρόμοι που χαράχτηκαν τις διέλυσαν και έφεραν τα πάνω κάτω... Οι πόρτες των σπιτιών ήταν ανοικτές. Μας περίμεναν όλοι. Στιγμές ζεστές, φωτισμένες απ το χρυσό φως της παιδικότητας μας. Να τα πούμε ρωτούσαμε και περιμέναμε να ακούσαμε με ενθουσιασμό το "να τα πείτε" δυο φορές για να αρχίσουμε. Τα κάλαντα έμπαιναν στο μπουγκί. Χειροποίητο κι αυτό. Το ετοίμαζαν οι μανάδες μας. Για μας τα αγόρια. Τα κάλαντα ήταν αντρική υπόθεση τότε. Σπάνια μας έλεγαν τα είπαν άλλοι. Απορημένοι τότε, ίσως και τρομαγμένοι, με τα βλέμματα να κοιτούν μια τον ουρανό και μια την γη συνεχίζαμε για το δίπλα σπίτι. Η μέρα ήταν μικρή. Μέχρι την Δύση έπρεπε να τα προλάβουμε όλα. Κάπου μας έδιναν γλυκά. Παστέλι δηλαδή. Δεν το θέλαμε είχαμε και στο σπίτι. Λεφτά θέλαμε. Δεν είχαμε και που να τα βάλουμε. Στα κοντά μας παντελονάκια δεν χωρούσαν. Κάποια απ τα κάλαντα ήταν για "ρεφενέ". Αυτά τα κανονίζαμε στο τέλος. Οταν ακουγόταν οι φωνές των μανάδων ή γιαγιάδων κατά περίπτωση, για να μαζευτούμε πια. Την επόμενη ήταν η πρώτη του χρόνου.