(18. Ο Θόδωρος, μετακομίζει στον Πειραιά και σταματάει να εργάζεται. Κάνει ένα απολογισμό της ζωής του).

 

Η Ελισώ ετοίμαζε τώρα το διαβατήριο της να πάει στην Πόλη με τον Τάσο και να γυρίσει φέρνοντας μαζί του και την Ρούλα πριν να ανοίξουν τα σχολεία. Είχε γράψει του Σπύρου γράμμα να της στείλει έξτρα λεφτά για το ταξίδι της. Ηλθαν τα λεφτά, ο Τάκης είχε έτοιμα τα διαβατήρια και πριν τα μέσα Ιουλίου έφυγαν σιδηροδρομικώς για την Πόλη. Μείναμε τώρα εγώ και ο Τάκης. Εν τω μεταξύ είχαν προσληφθεί περί τους 2.000 εργατοτεχνίτες. Οσο εγώ ήμουν αρχιτεχνίτης σε ότι αφορά ξυλουργικές εργασίες και τώρα ήταν άλλος ένας αρχιτεχνίτης στα κτισίματα και στα μπετά. Συνεννοηθήκαμε να προσλάβει εκείνος τον Τάκη για βοηθό και εγώ τον γιο του για βοηθό μου για τρεις μήνες. Αμοιβαία κατεργαριά. Μόλις ήλθε ο Τάκης, δεν ήξεραν τα βράδια ποιος να τον πρωτοπάρει στο σπίτι του από τους εργατοτεχνίτες μου. Πέρασε καλά και έπαιρνε 45 δραχμές την ημέρα. Η κυριότερη δουλειά των δύο βοηθών μας ήταν να χώνονται στις καλαμποκιές και να μας ψήνουν καλαμπόκια να τρώμε. Αυτό θα πει Ελληνική Κρατική Εργασία. Τους δύο μήνες που έλειπε η Ελισώ δεν πολυστεναχωρέθηκα διότι με περιποιήθηκε ιδιαιτέρως η Ευτυχία του Πασσά. Οι εργασίες προχωρούσαν εντατικά. Στο θερισμό προσέλαβαν 300 γυναίκες από τα γύρω χωριά. Ημερομίσθιο 80 δραχμές την ημέρα. Ο θερισμός του ρυζιού γίνεται μέσα στο νερό που έχει ύψος 15 πόντους μέσα στα τηγάνια. Ξυπολιόταν, σήκωναν τις φούστες τους και θέριζαν. Οι εργάτες όταν περνούσαν από τα μονοπάτια τις πείραζαν, μα κι’ αυτό, σαν να τα ‘θελαν τα πειράγματα τους. Τους απαντούσαν και αυτές πικάντικα. Το Σάββατο σχολούσαν το μεσημέρι, 480 δραχμές η κάθε μία. Τέτοια λεφτά δεν τα ‘χουμε ματαδεί έλεγαν. Ολες είχαν ένα ταγάρι κρεμασμένο στον ώμο. Το βραδινό φαγητό τους ήταν φασολάδα. Τα ξερά φασόλια τα έλεγαν Λαϊκή Δημοκρατία. Τα χλωρά, Βασιλευομένη Δημοκρατία. Τις ρέγγες τις έλεγαν πέρδικες. Δεν τις ένοιαζε όταν δούλευαν μες το νερό, αν φαινόταν οι γάμπες τους, τα μπράτσα τα βυζιά τους. Δούλευαν σχεδόν ημίγυμνες. Στις 15 Σεπτεμβρίου ήλθε η Ελισώ με τον Τάσσο και τη Ρούλα από την Πόλη. Ο Τάσος γράφτηκε στην τάξη των νηπίων. Η Ρούλα στη Τετάρτη Δημοτικού. Ο Τάκης στη σχολή Ασυρματιστών Ευκλείδης. Τη Λαμπρή, τις γιορτές τις κάναμε παρέα με τον αδελφό μου και τη γυναίκα του τη Νίκη. Το σπίτι τους ήταν πιο ευρύχωρο από το δικό μας. Εκτός τούτου, εκείνοι ήταν δύο άτομα, εμείς πέντε. Ετσι πέρασε και αυτή η χρονιά και μπήκαμε στο 1951. Εμένα τώρα μου είχανε παραχωρήσει ένα τροχόσπιτο. Το μισό ήταν για τα εργαλεία μου και ένα μικρό τραπέζι για γραφείο μου. Το άλλο τμήμα που το χώριζε μια πόρτα είχε ένα ντιβάνι, στρώμα και κλινοσκεπάσματα ούτως ώστε όταν βρισκόμουν μακριά από το χωριό και έπιανε χιονιάς, να μένω εκεί. Για ύπνο τα βράδια είχα μια σόμπα καθαρού πετρελαίου, ένα φανάρι και μια λάμπα. Καθ’ όλη τη διάρκεια του χειμώνα πέντε βραδιές μόνο κοιμήθηκα σ’ αυτό το τροχόσπιτο. Μπήκαμε στο 1951. Τον Μάρτιο προσέλαβαν άλλους 2.000 εργατοτεχνίτες. Γέμισε ο κάμπος από μηχανήματα καλλιέργειας. Οι Ιταλοί έναντι πολεμικών επανορθώσεων μας έστειλαν δύο ξηραντήρια ορύζης. Τώρα τα κτήρια που γίνονταν ήταν από μπετόν αρμέ. Ολη η ξυλεία για τα καλουπώματα καταμετρούνταν και την παρέδιδα εγώ στους μαστόρους, αναλόγως των αναγκών τους. Τις νύχτες μερικές φορές δουλεύαμε με μεγάλα λουξ για φωτισμό. Περνούσε ο Πασσάς με το καρότσι του, έπαιρνε μερικά από αυτά, τα σκέπαζε με ορυζόχορτα και τα πήγαινε σπίτι του. Ετσι, πριν χειμωνιάσει του έκανα τα πατώματα της τραπεζαρίας του και της κρεβατοκάμαρας του. Νοικοκυρεύτηκε έτσι πιο ζεστά η Ευτυχία η Πασσάδαινα. Τον Ιούνιο ο Τάσος πέρασε στην πρώτη Δημοτικού η Ρούλα στην Πέμπτη Δημοτικού και ο Τάκης στην τελευταία τάξη των σπουδών του. Εν τω μεταξύ τα απογεύματα πήγαινε σε μια Ιδιωτική Σχολή Λογιστών και Αγγλικών. Στις διακοπές τον πήρα πάλι στο εργοτάξιο ως βοηθό μου, αυτή τη φορά. Αν του κάπνιζε να μην έλθει καμιά φορά στη δουλειά, όπως στο διάστημα που ήλθε η μάνα μου από την Πόλη για να μας δει και έτσι συγκεντρωμένοι όπως ήμαστε στη Θεσσαλονίκη του έγραφα το μεροκάματο. Τότε πήρα και γω τα βιβλία και ερχόμουν τα πρωινά στα Κύμινα. Τότε έφτιαχνα μια μεγάλη γέφυρα που ένωνε το Δημόσιο χώρο της Χαλάστρας με τον κάμπο που γίνονταν τα έργα. Οταν τελείωσα από αυτή, συντόμευσε ο δρόμος προς τη Θεσσαλονίκη. Γι΄αυτό, όταν αργούσα καμιά φορά τα πρωινά, έπαιρνα το τοπικό λεωφορείο και σταματούσα στη Γέφυρα. Πήγαινα στο τροχόσπιτο μου και άρχιζα να κάνω τις καταστάσεις της ημέρας. Κατά τις 11 ερχόταν ο αρχιεπιστάτης για επιθεώρηση, εγώ ήμουν πάντα παρών. Μια μέρα ήλθε ο τακτικός βοηθός μου ο Θανάσης και μου είπε: κάτι άνθρωποι σε ζητάνε πάνω στο ανάχωμα. Βγήκα από την πόρτα, τους γνώρισα. Ηταν ένας πλοίαρχος ο Γιαννούλης Φαλαγκάς (Φαλαγκάς Γιαννούλης του Δημητρίου (14321) #1975 info) και ο μηχανικός του Δημήτριος Εξαδάκτυλος (Εξαδάκτυλος Δημήτριος του Νικολάου (128) #491 info). Είχαν έλθει με τοα καράβι τους στη Θεσσαλονίκη να φορτώσουν ξύλα για το Αλγέρι. Ρώτησε στα κεντρικά γραφεία της υπηρεσίας μας, αν βρίσκεται κάποιος Μισιρλής χωριανός τους. Τι τον θέλετε τους είπαν. Μια και θα μείνουμε εδώ πέντε μέρες για να φορτώσουμε αν είναι δυνατό να τον δούμε. Τους πήγε ο Βελούκας στο γκαράζ της υπηρεσίας, και τους παραχώρησε ένα τζιπ να τους φέρει στα Κίμινα. Πήγα, τους αντάμωσα στο ανάχωμα, χαιρετιστήκαμε και μετά τους πήγα στου Πασσά και φάγαμε. Ηταν μεσημέρι. Πασσάς και Πασσάδαινα τους περιποιηθήκανε καλά. Ηπιαμε μπύρες, συζητήσαμε για το χωριό. Εχεις μεγαλεία εδώ Μισιρλή, μου είπανε, ο Βελούκας σε επαίνεσε πολύ. Με ρωτήσανε για την Ελισώ, που κάθεσαι; Είναι στην Πόλη, άμα ξαναρθήτε ελάτε να μας δείτε και τους έδωσα τη διεύθυνση της Θεσσαλονίκης. Εφυγαν. Συγκινήθηκα. Είκοσι χρόνια είχα ζήσει μαζί τους στις Στενιές Ανδρου. Φυσικά τα μεγαλεία μου μαθεύτηκαν στο χωριό. Ολα περνούν, ο χρόνος ο επόμενος θα ήταν πια για μένα το τέρμα του περιπλανώμενου ξυλουργού Μισιρλή. Στις 15 Ιουνίου 1952 ετοιμαζόμασταν για το τελευταίο μας πια ταξίδι με τέρμα τον Πειραιά. Ο Τάκης πήρε το Δίπλωμα του Ασυρματιστού και το απολυτήριο της σχολής Λογιστών με βαθμό 20. Πρώτος όπως πάντα στα σχολικά του χρόνια. Η Ρουλα το απολυτήριο του Δημοτικού και ο Τάσος το ενδεικτικό της Δευτέρας Δημοτικού. Φορτώσαμε τα πράγματα μας στην εμπορική αμαξοστοιχία που θα έφθανε στον Πειραιά σε τρεις ημέρες.  Εμείς την επομένη το πρωί με το εξπρές φθάσαμε στις 3 το απόγευμα στον Πειραιά. Από την αλληλογραφία που είχαμε με τη γειτόνισσα μας στο χωριό, τη Ντανταλού (Μπέη Ελένη του Στεφάνου (11221) #2677), που είχε φύγει μόλις τελείωσε ο πόλεμος για Πειραιά και τώρα καθόταν στην Αμφιάλη μας είχε γράψει ότι εκεί κοντά στο σπίτι της βρισκόταν σπίτι για ενοίκιο. Εκεί πήγαμε με ταξί και αμέσως μετά τις χαιρετούρες ο Τάκης με την κόρη της βγήκαν βόλτα για εξεύρεση κατοικίας. Μετά μια ώρα, ήρθαν και μας είπαν ότι μεταξύ των τεσσάρων που βρήκαν, όλα με συγκατοικία με τους ενοικιαστές, βρήκαν και ένα μοναχικό που η νοικοκυρά του εργαζόταν στην Κοπή. Εφευγε το πρωί και γύριζε το βράδυ. Δεν είχε κανένα, ζούσε ολομόναχη. Είχε κτίσει ένα μεγάλο δωμάτιο στο βάθος του κήπου της, αλλά δεν είχε λεφτά να κάνει τα κουφώματα. Είχε βάλει τις κάσες μόνο για να σοβαντίσει το σπίτι. Αν δεχόμαστε να κάνουμε εμείς τα κουφώματα και να τα υπολογίσουμε στα ενοίκια, μας το παραχωρούσε για κατοικία. Σηκώθηκα από το κρεβάτι που ήμουν ξαπλωμένος, πάμε τους είπα. Ηταν ένας μεγάλος στενόμακρος κήπος με αρκετά δέντρα μέσα. Δεξιά από την είσοδο ήταν ένα δωμάτιο με μια κουζίνα, η κατοικία της κυρά Θωμαής. Ακολουθούσε ένα άνοιγμα δύο μέτρων και μετά, μέχρι το τέρμα του κήπου ένα αρκετά ευρύχωρο κτίσμα που το χρησιμοποιούσαν για αποχωρητήριο. Σ’ αυτό μπορούσαμε να ακουμπήσουμε αρκετά σκεύη. Το κενό των δύο μέτρων της είπα, θα κάνω μια κουζίνα. Θα είναι συμφέρον σου, γιατί δωμάτιο χωρίς κουζίνα δεν νοικιάζεται. Χρωστάω του εργολάβου 500 δραχμές μου είπε. Δώσε μου τις να τον ξοφλήσω και τα άλλα θα τα ξοφλήσεις με τα νοίκια. Υπολόγισα τη δουλειά που είχα να κάνω 1850 δραχμές, και 500 προκαταβολή, το ενοίκιο 250 δραχμές. Θα καθόμαστε 7 μήνες χωρίς ενοίκιο και τον όγδοο μήνα θα της έδινα 150 δραχμές. Μας άρεσε, της αρέσαμε, συμφωνήσαμε της έδωσε ευχαριστημένος ο ταμίας μας Τάκης 500 δραχμές, έκανε ένα πρόχειρο συμφωνητικό, υπέγραψε η Θωμαΐτσα που ήταν 60 χρόνων και φύγαμε. Αφήσαμε τις βαλίτσες μας στης Ντανταλούς και τραβήξαμε για το Περιστέρι στης Στυλιανής που είχε εν τω μεταξύ καταφέρει να φύγει από την παράγκα και να θρονιαστεί στα Γερμανικά σπίτια, όπως τα λέγανε που είχε δώσει στην Ελλάδα η Γερμανία έναντι πολεμικών αποζημιώσεων. Μας υποδέχτηκε με ξεφωνητά, τον Τάκη τον αγαπούσε πολύ, τον χόρευε όταν ήταν μωρό. Τραπεζωθήκαμε, ψωνίσαμε και εμείς και ξαπλώσαμε κατακουρασμένοι. Την άλλη μέρα πήγε ο Τάκης στο Σταθμό Λαρίσσης και ρώτησε πότε έρχεται η εμπορική αμαξοστοιχία από Θεσσαλονίκη. Αύριο στις 6 το πρωί, ελάτε στις 8 να πάρετε τα πράγματα σας από την αποθήκη. Πήγαμε, τα φορτώσαμε σε αυτοκίνητο και τα ακουμπήσαμε στον κήπο της Θωμαής. Η Ελισώ με τα παιδιά ήταν εκεί. Αρχίσανε να τοποθετούν τα πράγματα στο δωμάτιο, ενώ εγώ έβγαλα τα εργαλεία μου και πήγα και αγόρασα ξύλα. Το βράδυ καρφώσαμε δύο σεντόνια στην πόρτα και το παράθυρο και κοιμηθήκαμε. Σε πέντε μέρες ήταν έτοιμη η κουζίνα και το παράθυρο. Τα έβαψα και έβαλα τα τζάμια. Επί τέλους, βολευτήκαμε.

Τον Οκτώβρη η Ρούλα γράφτηκε στο 1ο γυμνάσιο θηλέων Πειραιώς και ο Τάσος στην Τρίτη Δημοτικού. Ο Τάκης έψαχνε για μπάρκο. Εγώ μεροκάματο για να γνωριστώ. Το 1954 ξεμπαρκάρισε ο Σπύρος και κατατάχτηκε στο πολεμικό Ναυτικό. Είχε 4 χρόνια υπηρεσία υπό Ελληνική Σημαία. Του έλλειπαν 25 ημέρες. Τις είχε συμπληρώσει ναυτολογηθείς σε ένα καΐκι πριν στρατευτεί. Οταν απολύθηκε είχε δώσει εξετάσεις και είχε το δίπλωμα του Ανθυποπλοιάρχου. Ο Τάκης κατ’ αρχάς πήγε με ένα υπερωκεάνιο, κατόπιν επειδή είχε εν τω μεταξύ αναγνωριστεί η Σχολή Ευκλείδης πήγε ασυρματιστής με ένα εμπορικό. Εν τω μεταξύ είχα μαγαζί δικό μου στην Αμφιάλη. Δύο χρόνια πέρασαν εν τω μεταξύ. Το 1955 επιτέλους άρχισε η οικονομική μας άνοδος που τόσα χρόνια την καρτερούσαμε. Εφ’ εξής, κάθε χρόνος που περνούσε, όχι μόνο καλυτέρευε η διαβίωση μας αλλά άφηνε και χρηματικό περίσσευμα. Εάν ο πρώτος μου γιος δεν είχε την καθυστέρηση εξαιτίας του 2ου Παγκόσμιου Πόλεμου το τον καθήλωσε σε 6 χρόνια απραξίας, που μας ζημίωσε περίπου 300.000 δραχμές, θα είχαμε και σπίτι ευπρεπέστατο  δικό μας το 1955. Ποιος από μας φανταζότανε ότι επρόκειτο ο δεύτερος γιος ο Σπύρος που είχε διαφορά ηλικίας πεντέμισι χρόνια από τον πρώτο γιο μας, θα μπαρκάριζε τρία χρόνια πριν από τον μεγαλύτερο αδελφό; Από αυτά τα οκτώμισι χρόνια ζημίας που προέκυψε για μας, πρέπει να αφαιρέσουμε τα δύο χρόνια της στρατιωτικής θητείας του Τάκη, άρα η πραγματική ζημιά μας είναι εξήμισυ χρόνια. Πόσες χιλιάδες δραχμές να λογαριάσω τη ζημιά που παθαίναμε κάθε χρόνο; Εστω, χρονιά παρά χρονιά 50.000. Αρα; όταν γράφω το 1955 είχαμε 300.000 ζημιά, υπολόγισα μετριοφρόνως. Τώρα, σ’ αυτή τη ζημιά που μας προέκυψε άθελα μας, πρέπει να προσθέσω και τα ενοίκια που πληρώσαμε μέχρι το 1962, οπότε επί τέλους, ύστερα από 37 χρόνια που πλήρωνα σπίτι και μαγαζί ενοίκια, κατορθώσαμε να κτίσουμε σπίτι δικό μας και να απαλλαγούμε από τον εφιάλτη του ενοικίου. Η ζημιά αυτή τω 7 ετών είναι  50.000. Αρα η πραγματική και αψευδής ζημιά μας είναι 350.000 δραχμές. Ας την υπολογίσω εγώ ο τεχνίτης που είχα κτίσει πάνω από 100 σπίτια ξένα, ότι μέχρι το 1952 είχαμε χάσει δύο σπίτια. Ενώ εμείς δεν είχαμε καν ούτε οικόπεδο. Τρεις φορές εγώ υπήρξα θύμα τριών πολέμων και μια ο Τάκης θύμα του Παγκοσμίου Πολέμου. Εγώ όμως ήμουν το πιο αδικημένο θύμα του πολέμου. Από επιστήμων έγινα τεχνίτης. Ενώ ο Τάκης, δεν είχε τη μοίρα τη δική μου. Υστερα από 7 χρόνια καθυστερήσεις επανήλθε στη σταδιοδρομία του. Αλλά επειδή δεν μου μένει άλλο τώρα πια  να κάνω παρά να αυτοπαρηγορηθώ ας κάνω τον εξής  υπολογισμό και να πω στον εαυτό μου. Δηλαδή να παραμιλώ, βρίζοντας, γκρινιάζοντας ανώφελα βεβαίως ότι εγώ έχω κάποιο φυσικό κέρδος από τη συμφορά που ενέσκηψε στην ανθρωπότητα από τον τελευταίο πόλεμο, απολογισμός του οποίου είναι  42.000.000 νεκροί, κυρίως Γερμανοί, Ρώσοι, 6.500.000 Εβραίοι που ρευστοποιήθηκαν στα κρεματόρια του Αουσβιτς και του Νταχάου από τους Γερμανούς για να χρησιμεύσουν τα κορμιά τους για παραγωγή σαπουνιού και άλλων λιπαρών ειδών και 56.000.000 αναπήρων διαφόρων βαθμών. Αυτά γράφει η παγκόσμια ιστορία του Δεύτερου Πολέμου που διάβασα πρόπερσι. Τώρα ας γυρίσω πίσω στις Στενιές  στο χωριό που με βρήκε ο πόλεμος. Από τα 360 σπίτια που είχε, τα 90 πένθησαν και από ένα νεκρό είτε εκ πείνας, είτε εκ τορπιλισμού. Ενώ εγώ τον Τάσο τον έσπειρα στα Καλιβάρια και τον θέρισα στις Στενιές. Είναι και αυτή μια αντιπαρηγοριά. Τώρα που βρίσκομαι στο τέλος της αυτοβιογραφίας μου, η οικογενειακή μου κατάσταση είναι η εξής: Ο πρώτος μας γιος ο Τάκης είναι παντρεμένος. Γυναίκα του είναι η Ειρήνη Μπέη (Μπέη Ειρηνούλα του Γεωργίου (112221) #5582), εγγονή της Ντανταλούς της γειτόνισσας μας στο χωριό. Η πρώτη της κόρη είναι η μάνα της Ειρήνης (Πέτσα Ανδριάνα του Γεωργίου (1241) #2614). Σκοτώθηκε περί το τέλος του πολέμου κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Ο πατέρας της Ειρήνης ξαναπαντρεύτηκε. Ετσι, το σπίτι δόθηκε ως προίκα στον Τάκη. Πέρυσι το επιδιόρθωσε , ξόδεψε 20.000 δραχμές. Επίσης του έδωσαν ως προίκα ένα σπίτι διώροφο  στην Ανάσταση του Πειραιά. Και αυτό, επειδή ήταν μικρό το πάνω σπίτι, το επέκτεινε. Ξόδεψε 45.000 δραχμές. Εχει ένα γιο, τον εγγοινό μου, Θεοδωράκη Μισιρλή, είναι πεντέμισι χρονών. Μετά ένα χρόνο παντρεύτηκε η κόρη μου η Ρούλα (Σμαράγδα) πήρε για άντρα, ένα φίλο του γιου μου Σπύρου με τον οποίο συνταξίδευε ως δεύτερος μηχανικός με το φορτηγό Ολλανδία του Καλλιμανόπουλου. Ο Σπύρος ήταν υποπλοίαρχος. Ο γαμπρός μας ονομάζεται Βασίλειος Μπούταλης. Είναι Σαλαμίνιος. Τώρα είναι Α’ μηχανικός. Ως προίκα πήρανε το νεόκτιστο σπίτι μας. Συγκατοικούμε μαζί γιατί κρατούμε το ένα τέταρτο της οικοδομής σαν γεροντομοίρι. Εχουν ένα κορίτσι, την εγγονή μου Μαιρούλα. Είναι καλό παιδί, δεν τον ξεχωρίζουμε από τους γιους μας, γι’ αυτό με δύο καβγαδάκια γυναικεία την ημέρα περνούμε μέλι-γάλα. Εχει δικό του περιβόλι στη Σαλαμίνα, 12 στρέμματα. Διεκδικεί  και κάτι οικόπεδα πατρογονικά από άλλους δύο, διότι τα κατέχουν εξ αδιαιρέτου τρεις. Η προίκα του είναι 30% ανώτερη απ’ ότι προικίστηκαν οι γιοί μου. Ετσι, έχω το βέτο έναντι των συμπεθέρων μου και έχουμε βάλει φίμωτρο στις συμπέθερες μας. Ο Σπύρος παντρεύτηκε τρίτος. Η γυναίκα του Πίτσα (Καλλιόπη) είναι κόρη του Θεολόγου Συμεωνίδη, υπάλληλου της Εταιρίας Υδάτων Ούλεν. Τα σπίτια μας είναι κολλητά στο πίσω μέρος των οικοδομών μας. Με μια σκάλα επικοινωνούμε. Εχει ένα γιο, τον λένε Θεολόγο αντί Θεόδωρο όπως είναι νόμιμο δικαίωμα κληρονομικό, γενεαλογικό, ληξιαρχικό. Γιατί έγινε αυτή η τριπλή παράβαση; Αυτό το ξέρει μόνο ο διάβολος. Οσο για μένα περιμένω στωικά το δεύτερο παιδί του Σπύρου. Ισως τότε μετριαστεί έστω και αργά η προσβολή που έχει γίνει σε όλη την οικογένεια των Μισιρλήδων. Ως προίκα του έδωσαν τα πεθερικά του το ισόγειο του διώροφου σπιτιού τους, ολόγυμνο. Οτι βρίσκεται τώρα μέσα στο σπίτι του γιού μου, το έχει πληρώσει η σακούλα του. Μια παροιμία λέει: Φτωχός Αγιος, δόξα δεν έχει. Στην περίπτωση τη δική μου είναι αληθεστάτη και αναμφισβήτητη αυτή η παροιμία. Επειδή όμως το σπέρμα του εγγονού μου Θεολόγου είναι από το σπέρμα το δικό μου, δικαίως υπερηφανεύομαι και λέγω ότι έχω έξη ζευγάρια αρχίδια Μισιρλιδαίικα γιατί τα άλλα μου αδέλφια δεν κάνανε παιδιά. Αρα, το σόι το δικό μου ξεκινά τώρα από μένα. Ο τρίτος μου ο γιος ο Τάσος είναι ο τυχερότερος όλων γιατί δεν γνώρισε καμιά δυστυχία από αυτές που μας βασάνισε ο πόλεμος. Πρωτομπαρκάρισε με τον αδελφό του το Σπύρο. Τον είχε πλοίαρχο του συνεχώς, είχε κάνει τα πρώτα βήματα του εις το επάγγελμα του, υπό την καθοδήγηση του. Εκανε ως ναύτης πέντε μήνες μόνο. Μετά τον τοποθέτησε ως ανθυποπλοίαρχο του ο Σπύρος. Συνταξιδεύανε αρκετό διάστημα μαζί. Πρέπει να του είναι ευγνώμων εφ’ όρου ζωής. διότι δεν γνώρισε τους κόπους που ήταν υποχρεωμένος να υποστεί μέχρι να σταδιοδρομήσει. Τώρα συνεχίζει  ειδικευόμενος πλέον ως ανθυποπλοίαρχος υπό άλλον πλοίαρχον. Οταν προ δύο μηνών ήλθε το καράβι τους για επισκευή στον Πειραιά, ο καπετάνιος του μου τον επαίνεσε. Είναι καλός μου είπε. Εχει πάρει αναβολή κατατάξεως από το Υπουργείο Ναυτικών, λόγω του ότι έχει απολυτήριο κλασικού γυμνασίου και προορίζεται να γίνει διπλωματούχος ανθυποπλοίαρχος. Τώρα που θα σταματήσω την αυτοβιογραφία μου είμαι 67 ετών. Δεν εργάζομαι πλέον, ούτε έχω και σύνταξη γήρατος γιατί από 19 ετών και εφεξής δεν ξενοδούλεψα, δεν γνώρισα αφεντικό, δεν γνώρισα εργοδότη για να με ασφαλίσει. Εγώ ήμουν εργοδότης και αφεντικό του εαυτού μου. Η τελευταία σημαντική εργασία μου ήταν η οικοδόμηση του σπιτιού μας. Εγώ έκανα το σχέδιο με κλίμακα της οικοδομής μας, ο μηχανικός που πήρα για την έκδοση της άδειας αντέγραψε μόνο το σχέδιο μου. Μόλις πήρα την άδεια άρχισα να κάνω μόνος μου την ταξινόμηση των αντισεισμικών βάθρων και κολονών της οικοδομής, ο εργολάβος που πήρα μου έριξε την πλάκα της στέγης μόνο. Από κει πέρα τα παιδιά έστελναν λεφτά και εγώ δούλευα μόνο με έναν εργάτη κατ’ αρχάς. Κατόπι πήρα ένα μάστορα γνωστό του γαμπρού μου για ένα πεντάμηνο για κτισίματα τούβλων και σοβαντίσματα. Το βιβλιάριο ασφαλίσεως εργατών μου είναι λευκό.  Ούτε ένα όνομα εργατοτεχνίτη δεν είναι γραμμένο μέσα. Το ΙΚΑ όταν του δήλωσα την αποπεράτωση της οικοδομής έστειλε ελεγκτή. Μου έκαναν κλήση για ανάκριση. Ο δικαστικός αντιπρόσωπος του ΙΚΑ με ρώτησε το όνομα του εργολάβου και των τεχνιτών που δούλεψαν στην οικοδομή μου. Εγώ είμαι ο εργολάβος, εγώ είμαι ο οικοδόμος του σπιτιού μου και του παρουσίασα το λευκό βιβλιάριο των ασφαλίσεων. Δεν σε βοήθησε κανείς, με ρώτησε για να με τυλίξει. Μόνο οι γιοί μου του είπα, είναι ναυτικοί, όποτε βρίσκονταν ξέμπαρκοι εδώ με βοηθούσαν. Αυτοί είναι ασφαλισμένοι στο Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο. Εσείς ενδιαφέρεστε για τα ένσημα του είπα. Εγώ θα τα πληρώσω αλλά και εσείς είστε υποχρεωμένοι να μου εκδίδετε βιβλιάριο και να μου τα κολλήσετε στο όνομα μου. Αυτό θέλω και εγώ για να δικαιωθώ συντάξεως. Εγινε ένα πραγματικό δικαστήριο και βγήκε η απόφαση περί απαλλαγής της οικοδομής από πάσης υποχρεώσεως προς το ΙΚΑ. Μου έβαλαν πρόστιμο 375 δραχμές, τό πλήρωσα, πήρα την απόφαση και την φύλαξα μαζί με τα έγγραφα της οικοδομής. Ετσι κέρδισα 6.750 δραχμές. Μετά το πέρας της οικοδομής, όταν έκανε την επέκταση του σπιτιού του ο Τάκης, του έκανα τα κουφώματα, μια ντουλάπα εντοιχισμένη, ένα πατάρι κλπ. Πέρσι πήγα στην Ανδρο μαζί του και δούλεψα 10 μέρες στην επισκευή του σπιτιού του. Τώρα πια, αν συμβαίνει τίποτα στα σπίτια μας, πάω και τα επιδιορθώνω. Εχω καλά γεράματα χάρις στους γιους μου. Εφυγα από την Πόλη με 28,5 δραχμές στην τσέπη. Δεν έχω καμιά υποχρέωση καθώς και η γυναίκα μου. Σε γονιούς, σε συγγενείς, σε φίλους. Μοναχοί μας παλέψαμε στην ξενιτιά περιπλανώμενοι από πόλη σε χωριά και από αυτά πάλι, αγκυροβολήσαμε σε πόλη. Λεγω ότι είμαι ο πλουσιότερος και ευτυχέστερος άνθρωπος της γης όταν βλέπω γύρω μου το κοπάδι μου από παιδιά, από εγγόνια. Τσομπάνος ολομόναχος εγώ του κοπαδιού μου που χρόνο με το χρόνο βαδίζει προς τα άνω, γι’ αυτό επιθυμώ να ζήσω όσο περισσότερο μπορώ για να βλέπω την πρόοδο των παιδιών μου που και αυτά είναι αυτοδημιούργητα. Τώρα ας κάνω έναν έλεγχο για να κάνω μια σύγκριση μεταξύ των οικογενειών των αδελφών μας και της δικής μας υποστάσεως. Οι γονείς μας απέθαναν.  Ο αδελφός μου Κώστας μένει στη Θεσσαλονίκη, είναι 64 ετών. Οταν παντρεύτηκε η γυναίκα που πήρε ήταν καπνεργάτρια. Παιδιά δεν έκαναν. Η δουλειά που έκανε ήταν προπαγανδιστική. Εθνικός ποιητής. (σημ. για να δείτε μια φωτογραφία του Κώστα Μισιρλή και της γυναίκας του Νίκης, πατήστε εδώ) Εφοδιασμένος με άδεια αστυνομική γύριζε τα χωριά, εκφωνούσε προπαγανδιστικούς λόγους και πουλούσε τα ποιήματα του σε φυλλάδια. Ελλειπε και δύο μήνες καμιά φορά από το σπίτι του. Εκανε σχεδόν το γύρο της Ελλάδας. Πότε μόνος, πότε με τη γυναίκα του μαζί. Ζούσε και ζει υπό ενοίκιο. Εφόσον δεν μπορούσε τόσα χρόνια και με τη μέτρια ζήση που έκανε να αποκτήσει ένα σπιτάκι δικό του, δεν έπρεπε έστω για λίγο διάστημα να τον βοηθήσει εργαζόμενη η γυναίκα του για να κάνει σπιτικό δικό του; Οχι, τους είχε σκλαβώσει ο εγωισμός. Πέρσι κατόρθωσε και έβγαλε μια σύνταξη 1.000 δραχμές το μήνα συγκεντρώσας τα ένσημα που είχε από τον καιρό που είχε εργαστεί στο Πρωτοδικείο Σερρών ως άμισθος κλητήρας, Πήρε εφάπαξ 40.000 δραχμές. Με αυτές μας πληροφόρησε πέρσι ότι άνοιξε μαγαζί ψιλικών ειδών. Εχει ενοίκιο στο σπίτι που κάθεται 600 δραχμές το μήνα. Πόσα πληρώνει στο μαγαζί του για ενοίκιο δεν ξέρω. Πάντως το χιλιάρικο που παίρνει από για σύνταξη το δίνει στα ενοίκια. Η ζήση τους μένει τώρα στα κέρδη του μαγαζιού τους. Τους εύχομαι καλά γεράματα διότι είναι μονιασμένο αντρόγυνο. Η αδελφή μου η Εφημία για να γεροντοκομηθεί, υιοθέτησε μια κοπέλα της γειτονιάς της, της έδωσε το σπίτι της προίκα για το γάμο της κόρης της. Δεν έκανε και αυτή παιδιά. Τα γηρατειά της εξαρτώνται από τη θετή κόρη της. Της εύχομαι καλά γεράματα. Ο αδελφός μου ο Αναστάσης καλοπαντρεύτηκε. Πήρε γυναίκα 5 χρόνια μεγαλύτερη του. Πήρε ως προίκα τη μισή κληρονομιά της γυναίκας του από τον πατέρα της. Συγκατοικούν με τον γυναικαδελφό του. Εκείνος έχει δυο παιδιά ο Αναστάσης δεν έχει παιδί. Εχουν συνεταιρικώς εργοστάσιο μηχανοκίνητων επίπλων. Εστησαν μια μικρή τετραώροφη πολυκατοικία. Εχουν σπίτι δικό τους και δύο φραουλοχώραφα. Εχουν αυτοκίνητο δικό τους. Ποιος πρέπει να είναι ο κληρονόμος του Αναστασίου Μισιρλή; Εφόσον γι΄αυτόν όταν αρρώστησε πριν παντρευτεί η μάνα μου πούλησε τα δύο της σπίτια για να τον κάνει καλά. Κατά το ανθρώπινο δίκαιο κληρονόμοι του Αναστασίου Μισιρλή εφόσον δεν έχει παιδί, πρέπει να είναι τα παιδιά του Θεόδωρου Μισιρλή εφόσον έχει τέσσερα. Οχι, αυτό δεν θα γίνει γιατί το ανθρώπινο δίκαιο δεν θα αντικαταστήσει το κτηνώδες δίκαιο. Κληρονόμοι θα είναι τα ανίψια της γυναίκας του Τάντας (Αλεξάνδρας) Παγίδα. Κληρονόμοι εξ αγχιστείας και όχι εξ αίματος που είναι τα παιδιά μου. Και αυτουνού του εύχομαι καλά γεράματα και τον ευχαριστώ πάρα πολύ που τα παιδιά μου δεν γνώρισαν ούτε μια δεκάρα από τον εύπορο θείο τους. Τώρα, μερικά για τα αδέλφια της γυναίκας μου. Η αδελφή της η Βασιλική δεν παντρεύτηκε. Είναι μοδίστρα πρώτης τάξεως. Σ’ αυτήν έπεσε ουσιαστικά το βάρος της διατροφής των γονιών της Μέχρι τη θανή τους αυτή δούλευε και τους συντηρούσε. Κρατάει χρόνια τώρα διαμέρισμα δικό της, άρα είχε και το βάρος του ενοικίου στην πλάτη της. Παρέα της είναι το σπιτικό της αδελφής της, της Μαίρης που είναι κοντά στο δικό της. Κάτι προμηνύεται τώρα και γι’ αυτήν γιατί πρόκειται αυτές τις μέρες να έλθει ο Μιχάλης ο άντρας της αδελφής της, της Μαίρης για να βολιδοσκοπήσει την εδώ κατάσταση με σκοπό την οριστική εγκατάσταση τους στην Ελλάδα κατόπιν του απηνούς και εξοντωτικού (σημ. διωγμού) του Ελληνικού πληθυσμού της Κωνσταντινουπόλεως. Το αποτέλεσμα προς το παρόν δεν είναι γνωστό. Πάντως η μοίρα της Βασιλικής είναι συνδεδεμένη με την τύχη της αδελφής της. Ηδη, έχει στο ενεργητικό της την ευχή των γονιών της, την τέχνη της και την αγάπη των ανιψιών της που της πρότειναν να έλθει στην Ελλάδα. Γι’ αυτό επιφυλάσσομαι να της ευχηθώ καλά γεράματα όταν έλθει εδώ σε μας. Η Μαίρη φτωχοπαντρεύτηκε και αυτή σαν την Ελισώ. Εν τω μεταξύ όμως η τύχη της την κατέταξε μεταξύ των ευπόρων οικογενειών της Πόλης. Εχει ιδιόκτητο διαμέρισμα καλά επιπλωμένο και ζει άνετα με την κόρη της Νινέλλα που μου έγραψε πριν λίγες μέρες τα εξής: Επειδή πέρσι που ήλθε δεν κατάφερε να μου ξεριζώσει τη μύτη μου επιφυλάσσεται όταν ξανανταμώσουμε να μεταχειριστεί άλλο σχέδιο η αλήτισσα. Εγώ για κάθε ενδεχόμενο, έκανα ένα ντενεκεδένιο κάλυμμα στη μύτη μου και έτσι ας δαγκώσει όσο θέλει τη μύτη μου. Ο Μιχάλης έχει συνεταιρικά με τον αδελφόν του κατάστημα πωλήσεως ετοίμων ενδυμάτων.  Εκτός αυτού έχει και ένα εργαστήριο δικό του στο οποίο κατασκευάζει ενδύματα από κρατικές δημοπρασίες που του αναθέτουν. Τον περιμένουμε για να τα πούμε προφορικά.  

 

____________

 

Καλοκαίρι στις Στενιές, ο μαστροΘόδωρος έφυγε από έμφραγμα στις 10 Αυγούστου 1966. Ο Βενιαμίν Τάσος (Αναστάσιος). Εμαθα τα νέα στο Αμβούργο που ταξίδευα με το ALCIBIADES ως ανθυποπλοίαρχος.

 

επιστροφή στην πρώτη σελίδα

 

προηγούμενη σελίδα