Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

Στενιώτικες σκανδαλιές

 

(όλα τα ονόματα εκτός από του Αίσωπου είναι αλλαγμένα και δεν αντιστοιχούν στα πρόσωπα στα οποία αναφέροντα)

 

(κείμενα του Νικολού Εξαδάκτυλου)

 

Οι γόβες της Αθηνάς.

 

Στο τέλος της δεκαετίας του 1950 άρχισε σιγά σιγά η μετακίνηση των Στενιώτικων οικογενειών από το χωριό προς τα αστικά κέντρα της Αθήνας και του Πειραιά. Σχεδόν όλες οι περιπτώσεις αφορούσαν την επιθυμία των γονιών να δοθεί ευκαιρία στα παιδιά τους να σπουδάσουν και να αποφύγουν το ναυτικό επάγγελμα. Σε λίγα χρόνια είχε δημιουργηθεί μια παροικία με αρκετούς Στενιώτες οι οποίοι φρόντισαν να διατηρήσουν αρκετές από τις συνήθειες τους που είχαν στο χωριό. Βέβαια δεν κάνανε χοιροσφάγια στην Αθήνα, αλλά τη συνήθεια να επισκέπτονται τα σπίτια που είχαν γιορτή την κράτησαν και την τηρούσαν σχολαστικά. Το σπίτι μας στα Πατήσια από τότε που χτίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1950 ήταν πάντοτε ανοικτό του Αγίου Γρηγορίου στις 25 Ιανουαρίου (μέσα στο καταχείμωνο), μέχρι και το 1990 χρονιά που έχασα τον πατέρα μου. Παιδί ακόμα, στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου με χαρά περίμενα αυτή τη μέρα, όλα ήταν όμορφα στο σπίτι, άνοιγε το σαλόνι που τις άλλες ημέρες ήταν κλειστό, έμπαινε το καλοριφέρ στο φουλ, υπήρχανε γλυκά και μεζέδες που δεν τους συνηθίζαμε τις υπόλοιπες ημέρες και γενικά υπήρχε μια ατμόσφαιρα που δεν τη συναντούσες άλλη μέρα. Η μητέρα μου με τους επισκέπτες, η γιαγιά μου στην κουζίνα να ετοιμάζει τα διάφορα, ο πατέρας μου μέχρι τα εξηνταπέντε που βγήκε στη σύνταξη πάντοτε απών στο εξωτερικό, και εγώ στημένος στο παράθυρο δίπλα στην εξώπορτα να περιμένω να ανοίξω την πόρτα αμέσως σε όποιον ερχόταν για να μην περιμένει στο κρύο, αλλά και από παιδική περιέργεια για το ποιος θα ήταν ο επόμενος.

Σε μια δόση βλέπω την Αθηνά την Κρούστα να μπαίνει από την πόρτα του κήπου, αλλά αντί να ανεβαίνει τη σκάλα προς το σπίτι, να βγάζει ένα ζευγάρι γόβες από μια σακούλα που κουβαλούσε μαζί της και να τις αλλάζει με τα παπούτσια που φορούσε. Οταν φόρεσε τα καλά της παπούτσια, έβαλε τη σακούλα με τα πρόχειρα πίσω από τη ρίζα ενός λιβούρνου (υπήρχαν δύο, ένα αριστερά και ένα δεξιά από την πόρτα του κήπου) και ανέβηκε τη σκάλα προς το σπίτι. Η καημένη ερχόταν από τον Πειραιά με συγκοινωνίες - θα άλλαζε τρία με τέσσερα λεωφορεία σε κάθε κατεύθυνση - σωστά τα σκέφτηκε. Δεν κρατήθηκα. Σε λίγη ώρα πήγα στο λιβούρνο, πήρα τη σακούλα και την έβαλα πίσω από το άλλο λιβούρνο. Και όταν η Αθηνά μετά έφυγε, πάλι από το παράθυρο εγώ να παρακολουθώ τι θα κάνει. Πήγε η δόλια να βρει τη σακούλα εκεί που θυμόταν ότι την άφησε, αλλά τίποτα! Με τα χέρια στη μέση απορημένη, στεκόταν και ίσως σκεφτόταν τα χειρότερα, μήπως κάποιος την έκλεψε. Μετά από δυο τρία λεπτά περισυλλογής που θα της φάνηκαν αιώνες, αποφασίζει να ψάξει και πίσω από το άλλο λιβούρνο και φυσικά τα βρήκε. Εγώ να παρακολουθώ, με ένα χαιρέκακο πνιχτό γέλιο και η Αθηνά να σκέφτεται τα χειρότερα για το επίπεδο λειτουργίας του μυαλού της. Κάθε χρόνο που ερχόταν η συγχωρεμένη, η ιστορία με τη σακούλα επαναλαμβανόταν, αλλά εγώ δεν άλλαζα θέση στη σακούλα. Είτε γιατί συναισθανόμουν πια, είτε γιατί θα καταλάβαινε ότι εγώ ήμουνα ο φταίχτης...

 

Ιστορίες του Αισώπου

 

Με παρεπώνυμο Αίσωπο λέγανε τον αδελφό της γιαγιάς μου της Βιολάντης, τον Αντρίκο Γιανν. Γιαλούρη (12225) #2941. Ο θείος Αντρίκος, με άπταιστη γνώση της Αγγλικής γλώσσας γιατί πρωτομπαρκάρισε σε εγγλέζικα βαπόρια και έκανε πολλά χρόνια σ’ αυτά, ήταν κατά κοινή ομολογία ένας από τους καλύτερους καπετάνιους που έβγαλε το χωριό. Εκτός από τις ικανότητες που είχε, ήταν γλεντζές, εύθυμος τύπος και πολύ κουβαρντάς. Η απλοχεριά και η γενναιοδωρία του, του έδωσαν και άλλο ένα παρεπώνυμο,  το «Μπειρικάκι» σαν γόνος δηλαδή της πλούσιας Ανδριώτικης οικογένειας των Εμπειρίκων. Ο Αίσωπος όμως είχε ένα πάθος με τις φάρσες, που το διατήρησε μέχρι τότε που πέθανε το 1970. Του ήταν αδύνατο να κρατηθεί, κάτι σαν τον κλεπτομανή μέσα σε μαγαζί χωρίς επιτήρηση. Αλλο δεν έκανε παρά να επινοεί καινούργιους τρόπους για να ταλαιπωρεί γνωστούς και φίλους. Τις φάρσες τις εκμυστηρευόταν πάντα στη γιαγιά μου της οποίας η πίεση ανέβαινε στα εικοσιδύο από τη σύγχυση για τα καμώματα του. Φαίνεται ότι το ίδιο ευχαριστιότανε με τις αντιδράσεις της γιαγιάς μου όσο και με τα αποτελέσματα της κάθε φάρσας που έκανε. Μια αγαπημένη του φάρσα ήταν να παίρνει τηλέφωνο διάφορες πιάτσες ταξί και να στέλνει τους ταξιτζήδες να κτυπούν τα κουδούνια των ανυποψίαστων θυμάτων τους που ήταν πάντα Στενιώτες που έμεναν στην πρωτεύουσα.

 

-καλησπέρα, ένα ταξί στην οδό Κηφισίας 10 για το Δημοτικό Θέατρο στον Πειραιά...

 

μετά από λίγο το ταξί έφτανε στο σπίτι του θύματος...

 

-καλησπέρα, το ταξί που καλέσατε!

-μα εμείς δεν καλέσαμε ταξί...

 

Τότε δεν υπήρχε υπηρεσία αναγνώρισης κλήσεως, οι ταξιτζήδες δεν βγάζανε άκρη. Η φάρσα επαναλαμβανόταν αρκετές φορές μέχρις ότου οι ταξιτζήδες όταν άκουγαν τη διεύθυνση που τους έλεγε ο Αίσωπος τον στέλνανε κατευθείαν στο διάολο. Η ζημιά όμως είχε γίνει. Κανείς από τους καπεταναίους δεν είχε αυτοκίνητο, όλοι χρησιμοποιούσαν ταξί, το οποίο παλιά δεν ήταν και ιδιαίτερα ακριβό. Αυτοί όμως που μένανε Κηφισίας 10 που να ξαναφωνάξουν ταξί...

 

Μια φορά κάποιος Στενιώτης ήθελε να ξεφορτωθεί ένα χτήμα του στον Καρόνα.  Δεν ήταν και κανένα σπουδαίο κομμάτι, ένα ρουμάνι ήτανε, κανείς δεν ενδιαφερόταν. Το μαθαίνει ο Αίσωπος, αλλάζει τη φωνή του και με Βουρκωτιανή προφορά παίρνει στο τηλέφωνο τον ιδιοκτήτη του χτήματος ανήμερα μάλιστα της γιορτής του (που θα ερχόταν και επισκέπτες στο σπίτι) και του λέει:

 

-καπταΔημήτρη είμαι ο Ζαννάκης ο (τάδε) από τη Βουρκωτή και μου είπαν ότι πουλάς το χτήμα σου στον Καρόνα. Επειδή όπως ξέρεις έχω το διπλανό, πολύ θα το ήθελα γιατί θέλω να βάλω γίδια που δε χωράνε σ’ αυτό που έχω... Κατέβα όμως απόψε στο (τάδε) καφενείο στον Πειραιά να τα συζητήσουμε και να το καπαρώσω, γιατί αύριο το πρωί γυρνάω Ανδρο με το βαπόρι των οκτώ.

 

Τι να κάνει ο καπταΔημήτρης, αγνόησε τα ξεφωνητά της γυναίκας του και δρόμο το απόγευμα στο Στενιώτικο καφενείο στον Πειραιά. Διάφοροι γνωστοί εκεί, αναγκαστικά τους κερνάει όλους, η γιορτή του ήτανε και περίμενε με τις ώρες να φτάσει και ο Ζαννάκης ο τάδε, ο Βουρκωτιανός. Αλλά τζίφος. Δώσ’ του πίσω, τα νεύρα του είχαν γίνει κουρέλια, όταν έφτασε με τα πολλά στο σπίτι του είχε φύγει και ο τελευταίος επισκέπτης.

 

Οι φάρσες του Αίσωπου δεν ήταν όλες αθώες. Μερικές ήταν τόσο χοντρές, που σε κάνουν να σκέφτεσαι, τι άνθρωπος ήταν αυτός! Αλλά όπως είπα, αυτό ήταν το πάθος του. Μια φορά η γιαγιά μου για να μου δείξει τι σώμα ήταν ο Αίσωπος και όχι για χάρη της ιστορίας, μου διηγήθηκε τι έκανε κάποτε όταν ήταν με το πλοίο του στην Αμβέρσα. Τηλεγραφεί σε μια Στενιώτισσα, την Αργυρώ τη Λινάρδαινα βάζοντας υπογραφή το όνομα του άντρα της:

 

FTANO PIREA PEMPTH 18 IANOYARIOY. KSENODOXEIO YDRA. LINARDOS.

 

Παίρνει το τηλεγράφημα η Αργυρώ, αρπάζει και το λίγων μηνών παιδάκι της που βύζαινε ακόμα, αφήνει τα υπόλοιπα τα μεγαλύτερα στις αδελφές της και παίρνει καταχείμωνο και με φουρτούνα το «ΝΗΣΟΣ ΑΝΔΡΟΣ» για Πειραιά. Πήγε κατευθείαν στο ξενοδοχείο «Υδρα». Το «Υδρα» δίπλα στην Τρούμπα, ήταν στέκι για τους Στενιώτες, ήταν τρισάθλιο, είχα μείνει και εγώ κάνα δυο βράδια, και παρόλο που τότε ήμουνα πιτσιρικάς τριών ετών μου έχει μείνει αξέχαστο, είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου ηλεκτρικούς λαμπτήρες. Το «Υδρα» το μανατζάριζε ο κύριος Θόδωρος, ο οποίος κράταγε μακριά ότι θα μπορούσε να αμαυρώσει την καλή φήμη του ξενοδοχείου και για το λόγο αυτό το «Υδρα» ήταν από τα ξενοδοχεία που παρά τη θέση του οι Στενιώτες το προτιμούσαν. Περνάει η Πέμπτη, έρχεται η Παρασκευή, άφαντος ο Λινάρδος, ο οποίος χωρίς να υποψιάζεται τίποτε αρμένιζε κάπου στο βόρειο Ατλαντικό. Την Αργυρώ τη ζώσανε τα φίδια. Πάει στα Στενιώτικα (δηλαδή εκεί που συχνάζανε Στενιώτες) καφενεία και ρωτάει για τον άνδρα της. Ολοι δηλώσαν άγνοια. Με τα πολλά παίρνει τηλέφωνο και στα γραφεία της εταιρίας του και μαθαίνει την πικρή αλήθεια, ότι ο Λινάρδος της δεν ήταν για να ξεμπαρκάρει.

Οσες φορές παρακάλεσα τη γιαγιά μου, επίτηδες για να την πειράξω, να διηγηθεί ξανά την ιστορία, αυτή φουρκιζόταν γιατί ντρεπόταν για τον αδελφό της. Ποτέ δε μου τη διηγήθηκε ξανά, εγώ έβαζα τη μητέρα μου να μου την πει, η οποία έβλεπε το πράγμα από άλλη σκοπιά, και μου την έλεγε...

 

Για να τελειώσω με το Θείο Αντρίκο τον Αίσωπο, θα πω και άλλη μια χοντρή φάρσα στην οποία μάλιστα ήμουν παρών. Ο Λινάρδος και η Αργυρώ παντρέψανε το μεγάλο τους γιο το Μιχάλη με την κόρη εύπορου έμπορου από τη Χώρα. Στο πατρικό σπίτι του Μιχάλη στους Αμπελόκηπους μετά το μυστήριο έγινε μεγάλο τραπέζωμα. Εκεί ήταν καλεσμένοι και η γιαγιά μου, η μητέρα μου και εγώ (ήμουνα στο δημοτικό ακόμα, που να με αφήνανε) ο πατέρας μου όπως συνήθως απών, δούλευε για την εταιρία του στο Μπέργκεν της Νορβηγίας. Πολύς κόσμος, όσους χωρούσε το μεγάλο σπίτι του καπταΛινάρδου, φαγιά, κρασιά, σουμάδες και όλα τα σχετικά, αλλά και κέφι και χαρά, όλα ήταν τέλεια!

Εκεί κατά τις δέκα η ώρα το βράδυ ντριιιιιιιιιιιν το κουδούνι της πόρτας. Ανοίγουνε, και τι να δούνε! Τέσσερις μουσικοί με κιθάρες και ακορντεόν, μπαίνουνε μέσα τραγουδώντας

 

Σήμερα λάμπει ο ουρανός, σήμερα λάμπει η μέρα
σήμερα στεφανώνεται αϊτός την περιστέρα.

Ένα τραγούδι θε να πω απάνου στο ρεβύθι
χαρά στα μάτια του γαμπρού που διάλεξαν τη νύφη.

Ένα τραγούδι θε να πω απάνου στο κεράσι
να ζήσ’ η νύφη κι ο γαμπρός, να ζήσει, να γεράσει.

Ένα τραγούδι θε να πω απάνου στο λεμόνι
να ζήσ’ η νύφη κι ο γαμπρός κι οι συμπεθέροι όλοι.

 

Αυτό ήταν μόνο η αρχή, ακολουθήσανε δεκάδες άλλα τραγούδια από τους τραγουδιστές οι οποίοι παρακαλώ ήταν επαγγελματίες που τραγουδούσαν σε γνωστή ταβέρνα της Αθήνας στην Πλάκα. Τραγούδια του γάμου, της χαράς, μετά νησιώτικα και βαλσάκια που εναλλάσσονταν με ταγκό, τέτοιο κέφι χρόνια είχε να γίνει σε Αντριώτικο σπίτι. Χαρά και καμάρι ο καπταΛινάρδος που έκανε τέτοιο κουβαρντά συμπέθερο που φώναξε τους καλύτερους τραγουδιστές στο γάμο των παιδιών τους, αλλά τις ίδιες σκέψεις έκανε και ο Χωραΐτης πατέρας της νύφης ο οποίος δόξαζε από μέσα του τη Μεγαλόχαρη που οδήγησε την κόρη του σε τέτοιο σπιτικό που είχαν την ιδέα να συμπληρώσουν τα πλούσια εδέσματα και εκλεκτά κρασιά με τέτοια υπέροχη μουσική. Εκεί κατά τις δύο η ώρα οι μουσικοί που δεν είχαν βάλει γλώσσα μέσα τους, μούσκεμα στον ιδρώτα από την παράσταση που δώσανε, πήραν τον καπταΛινάρδο παράμερα και του είπαν διακριτικά:

 

-καπετάνιε, είναι η ώρα να φύγουμε, πιστεύουμε να ευχαριστηθήκατε, να σας ζήσουν τα παιδιά, δώστε μας τώρα και τις πέντε χιλιάδες που συμφωνήσαμε.

 

Οι πέντε χιλιάδες δραχμές ήταν τεράστιο ποσό για την εποχή. Ο Λινάρδος πιστεύοντας ότι η μουσική κομπανία ήταν προσφορά του συμπέθερου, του γνέφει να πλησιάσει, του εξηγεί την κατάσταση και βέβαια άκουσε αυτό που δεν περίμενε:

 

-καλά εσύ δεν τους κάλεσες;

 

Οπως έμαθα πολλά χρόνια αργότερα, ο Αίσωπος που βέβαια ήταν αυτός του τους κάλεσε, όταν αυτοί ζήτησαν τέσσερις χιλιάδες δραχμές (για να ξεκινήσουν το παζάρι) για τις τέσσερις ώρες τραγουδιού, τους είπε

 

-βρε σεις ελάτε και εγώ θα σας δώσω πέντε!

 

_____________________________________________________________________

 

Πατήστε εδώ, εδώ και εδώ για να δείτε φωτογραφίες του Αντρίκου Γιαλούρη (Αίσωπου)

 

 

 

Γραμματέας  Εφοπλιστικού Γραφείου

 

Η ιστορία είναι αληθινή, συνέβη γύρω στο 1970. Από μια ημερομηνία και μετά άρχισε να εμφανίζεται μια μικρή αγγελία στις εφημερίδες της πρωτεύουσας.:

 

«Ζητείται νεαρή υπάλληλος για γραμματέας σε εφοπλιστικό γραφείο. Ευχάριστο περιβάλλον, μισθός ικανοποιητικός. Τηλέφωνο: κλπ»

 

Η αγγελία εμφανίζονταν για αρκετές εβδομάδες μέχρι που κάποιος Στενιώτης που ενδιαφερόταν για την κόρη του, επειδή γνώριζε το τηλέφωνο, πάει στο γραφείο, βρίσκει τα αφεντικά εκεί που του ήταν γνωστοί Στενιώτες και φίλοι και με χαρά γιατί νόμιζε ότι θα βρει θετική ανταπόκριση τους λέει ότι η κόρη του ψάχνει για δουλειά.

Η απάντηση όμως τον απογοήτευσε...

 

-Μιχάλη, άσε καλύτερα. Δε χρειαζόμαστε γραμματέα...

-Καλά, τότε τι βάζετε αγγελίες;

-Ε να, έρχονται κοριτσόπουλα και περνάμε την ώρα μας. Που να τρέχουμε στα καφενεία! Πιο πολύ μας αρέσει έτσι!

 

Κόκκαλο ο Μιχάλης!