Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

Σεντόνια στο Χιονατάκι(1)

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου)

 

Τα παρακάτω είναι κάτι που συνέβαινε συχνά μέχρι και πριν λίγα χρόνια, αλλά που πρέπει να καταγραφούν για να μαθαίνουν οι νεότεροι πόσο σκληρή ήταν η δουλειά των ναυτικών και πόσο απάνθρωπη η θέση των δικών τους που έμεναν στο χωριό, μόνοι με τις αναμνήσεις τους και προσμένοντας το επόμενο συναπάντημα.
Προσωπικά τον πατέρα μου γνώρισα σε ηλικία οκτώ ετών, μόλις είχα βγάλει τη Δευτέρα δημοτικού. Μέχρι τότε ταξίδευε συνέχεια για να κάνει κομπόδεμα να μπορέσουμε να φτιάξουμε ένα σπίτι και να μείνουμε στην Αθήνα για να μπορέσω κατά την επιθυμία του να σπουδάσω. Η επικοινωνία ήταν ένα γράμμα κάθε εβδομάδα που έγραφε η μητέρα μου σ’ αυτόν και το παρέδιδε στο γραφείο της εταιρίας που ήξερε που να το προωθήσει. Αυτός της απαντούσε όποτε το πλοίο έπιανε λιμάνι. Τον έβλεπα περίπου ένα μήνα στα δύο χρόνια μέχρι τότε που βγήκε στη σύνταξη. Ανάλογη ήταν και η κατάσταση με τις υπόλοιπες οικογένειες του χωριού. Η επικοινωνία ήταν βασικά ένα γράμμα, σπανίως για κάτι έκτακτο ένα τηλεγράφημα για κάποιο γεγονός, ευχάριστο ή καμιά φορά και δυσάρεστο. Το τηλεφώνημα, πάντα από ένα λιμάνι και όχι εν πλω, ήρθε αργότερα, στη δεκαετία του 1970, και βέβαια δεν μπορούσε να ειπωθούν και πολλά πράγματα λόγω συνακροάσεων από όλους όσους είχαν τη δυνατότητα.
Υπήρχαν από πολύ παλιά φορές όμως που βαπόρια με Στενιώτες τύχαινε να περάσουν κοντά από την Ανδρο. Τότε συνέβαιναν τα παρακάτω που μάρτυρας τους υπήρξα τέσσερις – πέντε φορές και που μου έχουν μείνει στη μνήμη ανεξίτηλα. Φαίνεται ότι υπήρχε συνεννόηση για το πότε θα πέρναγε κάποιο βαπόρι ανοιχτά από τα Γιάλια, οπότε συγγενείς του πληρώματος του μαζευόταν από νωρίς στο Χιονατάκι. Είχαν μαζί τους σεντόνια τα οποία ανέμιζαν από τη στιγμή που φαινόταν το πλοίο των δικών τους στον ένα κάβο μέχρις ότου εξαφανιζόταν στον άλλο. Μόλις το πλοίο έβλεπε τα σινιάλα σφύριζε με την τσιμινιέρα του σε ανταπόδοση. Και δώς ’ του οι χωριανοί ανέμιζαν πιο δυνατά τα σεντόνια και οι ναυτικοί να βαράνε τη σφυρίχτρα πιο συχνά και σε μεγαλύτερη διάρκεια. Κάποτε, μετά από μισή άντε μια το πολύ ώρα το πλοίο δεν φαινόταν πια και οι συγγενείς των ναυτικών, γονείς, συμπεθέρια, αδέλφια, σύζυγοι και παιδιά, έπαιρναν το δρόμο για πίσω στο χωριό. Ολοι με ένα συναίσθημα - κάτι που δεν μπόρεσα να αισθανθώ πως είναι, ο πατέρας μου δεν πέρασε ποτέ κοντά από το χωριό - που είχε μέσα του χαρά, πίκρα, συγκίνηση, δεν ξέρω και τι άλλο…

Που είχαν επαφή με το δικό τους. Που ήταν τόσο κοντά, αλλά και τόσο μακριά ταυτόχρονα…

 

 

___________________________________________________________________

(1) Το Χιονατάκι είναι η μύτη του βράχου που χωρίζει τα Γιάλια με τα Πίσω Γιάλια.