Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

Στενιώτικες Ψαράδικες Ιστορίες

 

Οι Στενιώτες, κατά συντριπτική πλειοψηφία ναυτικοί είναι φυσικό ότι αγαπούν το ψάρεμα. Πάρα πολλοί διέθεταν βάρκες ή μικρά καΐκια και όποτε ήταν ξέμπαρκοι ή στη σύνταξη πήγαιναν για ψάρεμα. Σε μερικούς ήταν μια απλή διέξοδος από τη ρουτίνα, σε άλλους πάρεργο, αλλά σε μερικούς όμως ήταν πάθος.

 

1. Βαθιές ρουφηξιές βρε!

 

(σημ. Νικολού Εξαδάκτυλου: Ο καπταΓιαννούλης Φαλαγκάς(1) ήταν πολύ έμπειρος ψαράς αλλά στο θέμα της οργάνωσης μιας αλιευτικής εξόρμησης ήταν λίγο χύμα. Μόλις αισθανόταν μια καλοσύνη, άρπαζε το πλεούμενο του και τραβούσε για ψάρεμα άσχετα αν τα εργαλεία του ήταν τακτοποιημένα και σε επάρκεια. Κάτι το σωματικό του βάρος, κάτι το κουμάντο που θεωρούσε δική του και αποκλειστική συμμετοχή στη διαδικασία, τα πράγματα δεν πήγαιναν πάντοτε κατ ευχήν).

 

_____________________________________________________________________

 

(κείμενο του Κώστα Νικ. Πολέμη(2) )

 

Θα θυμίσω μία ιστορία από τα νιάτα μας. με τον καλό μου φίλο τον Γιαννούλη Χαζάπη τον Τρίγωνο(3) .
Πλήρωμα οι δύο μας και ο Αντώνης Μπαφαλούκος ο Κουκής
(4) , στην Καστέλλα, το καΐκι του θείου μου του Γιαννούλη Φαλαγκά του Σουστούρη. Βάζουμε βραδινή καλάδα, τα δίχτυα ανοιχτά στο Μεταλλείο. Το σύστημα φόρτισης της μπαταρίας ως συνήθως δεν δούλευε, ένα πετρελαιοφάναρο που είχαμε ούτε αυτό άναβε γατί του σπάσαμε το γυαλί όταν έπεσε μια σταγόνα θάλασσα πάνω του ενόσω ήταν ζεστό. Ένας και μοναδικός φακός με μπαταρίες που υπήρχε μπερδεύτηκε στα δίχτυα όταν τα καλάραμε και κατέληξε στο βυθό σε βάθος πενήντα οργιών!!! Για κακή μας τύχη η νύχτα ασέληνη και σκοτεινή ιδανική για ψάρεμα με τα Γρι Γρι, τρία τέσσερα απ' αυτά, να οργώνουν τη θάλασσα γύρω μας με μεγάλη ταχύτητα. Το δικό μας καΐκι σκοτεινό και αόρατο. Ο κίνδυνος σύγκρουσης μεγάλος. Ακούγεται η φωνή του Σουστούρη μετά από τις απαραίτητες Χρισ@@@αναγίες:

 

-Γαννουλάκη άμε στην πλώρη και άναψε τσιγάρο. Βαθιές ρουφηξιές βρε για να μας βλέπουνε!!!!

 

Ο Γιαννουλάκης συμμορφώθηκε, αν μπορούσε ας έκανε και αλλιώς. Ρουφούσε το τσιγάρο όπως το ψάρι ο Λύχνος. Τώρα τι να σάς πω; Το τσιγάρο ήταν ορατό ή ο Αη Νικόλας βοήθησε? Πάντως δεν τρακάραμε!!!

_______________________________________________________________

 

(1) Φαλαγκάς Γιαννούλης του Δημητρίου (Σουστούρης) (14321) #1975

(2) Πολέμης Κώστας του Νικολάου (1413181) #1126

(3) Χαζάπης Γιαννούλης του Νικολάου (Τρίγωνος) (113132) #316

(4) Μπαφαλούκος Αντώνης του Θοδωρή (Κουκής) (111341) #2327

________________________________________

 

2. Ψάρεμα στο Μεταλείο.

 

(Σημ. οι πρωταγωνιστές ήταν οι ίδιοι της προηγούμενης ιστορίας).

 

(κείμενο του Κώστα Νικ. Πολέμη)

 

Έχουν περάσει πενήντα χρόνια! Αύγουστος του εξήντα εννέα.

Εγώ, ο φίλος Γιαννούλης Χαζάπης της Ρίτσας και ο Αντώνης Μπαφαλούκος ή Κουκής, μόνιμο πλήρωμα στην Καστέλλα, του καϊκιού του Σουστούρη, καλάρουμε δίχτυα ανοιχτά στο Γάιδαρο, μια βραχονησίδα μεταξύ Μεταλλείου και Στάχλας. Δειλινό και η θάλασσα λάδι! Μια από τις σπάνιες Αυγουστιάτικες μπονάτσες. Ξαφνικά και σε απόσταση περίπου μισό μίλι, ένα περισκόπιο και στην συνέχεια ο πυργίσκος ενός υποβρυχίου αναδύονται και κινούνταν παράλληλα προς την ακτή, με πορεία νότια - νοτιοανατολικά. Διακριτικά ή άλλα σημεία εθνικότητας δεν μπορέσαμε να δούμε. Εξ άλλου σύντομα καταδύθηκε αφήνοντάς μας με τις απορίες και τις εικασίες.

 

-Ελληνικό είπε ο Κουκής.

-Τούρκος ήταν απεφάνθη ο Σουστούρης.

-Ρώσικο, υπερθεμάτισα εγώ.

-Οτι και να ναι, έχετε το νου σας γιατί έχουν δει πολλά τα μάτια μου μουρμούρισε ο Σουστούρης.

 

Αφού σκοτείνιασε για καλά και λεβάραμε τα δίχτυα, που σημειωτέον είχαν αρκετά ψάρια, κατά τα μεσάνυχτα φουντάραμε στον κολπίσκο του Μεταλλείου και υπό το φώς του πετρελαιοφάναρου, που για καλή μας τύχη αυτό το βράδυ και πετρέλαιο και γυαλί ακέραιο είχε, αρχίσαμε το ξεψάρισμα. Κάποια στιγμή, και από το πουθενά, ανάβει ένα πολύ δυνατό φως, προβολέας, στην κορυφογραμμή του όρμου. Στραφήκαμε όλοι με απορία κατά το φώς αυτό, το οποίο κατηφόριζε σιγά σιγά προς την παραλία. Άλλο πάλι τούτο, ψιθύρισε ο Σουστούρης. Σταματήσαμε το ξεψάρισμα και κατά διαταγή του καπετάνιου σβήσαμε το φανάρι τηρώντας σιγή. Το φώς συνέχισε την κατηφορική πορεία πρός την αμμουδιά.

 

-Δεν τα βλέπω καλά τα πράματα απόψε. Υποβρύχια, προβολείς στην στεριά κάτι γίνεται, λέει σιγά ο Σουστούρης.

-Κωστάκη, άμε στην πλώρη και άκου.

 

Πήγα. Έμεινα σιωπηλός και πράγματι άκουσα ανθρώπινες ομιλίες. Είπα σιγά σιγά:

 

-Τι λένε?

-Τι να σου πω θείε, δεν καταλαβαίνω την γλώσσα. Τούρκικα είναι, Ρώσικα, τι να σου πω?

-Άχου Παναγία μου, θα μας φάνε απόψε, έχω δει και άσχημο όνειρο,

 

λέει ο Σουστούρης και μου δίνει εντολή να σηκώσω την άγκυρα όσο πιό αθόρυβα μπορώ, ώστε το στεργιανό αεράκι να μας απομακρύνει. Εγώ πού είχα ακούσει αυτούς που κρατούσαν τον προβολέα, και κατάλαβα τι ήταν, σκόπιμα είπα πως δεν κατάλαβα την γλώσσα, προσπαθώντας να πνίξω τα γέλια μου, άρχισα να σηκώνω την άγκυρα και όπως ήταν φυσικό έκανα τον σχετικό θόρυβο.

 

-Έ εσείς απ' το καΐκι έχετε ψάρια?

 

Ακούστηκε μια φωνή απ' την παραλία με χαρακτηριστική Βουρκωτιανή προφορά!!! Δύο πήγαιναν να ψαρέψουν απ' τα βράχια με πυροφάνι. Καιρό έκανε ο Σουστούρης να συνέλθει από το σόκ, γιατί είχε βεβαρημένο ιστορικό, που εγώ το γνώριζα, αλλά θα σας διηγηθώ άλλη φορά.

________________________________________