Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

Η βάρδια της Πούκενας

 

(κείμενο του Κώστα Νικ. Πολέμη)

 

Ξέμπαρκος ο Πούκας σηκωνόταν κάθε πρωί αργούτσικα. Απολάμβανε την ζεστασιά και τα μαλακά στρωσίδια. Μικρές απολαύσεις που η ζωή στα καράβια του τα στερούσε. Νοτισμένο από την υγρασία της θάλασσας με μυρωδιά μούχλας το στρώμα της κουκέτας του, χώρια το συνεχές μπότζι και το τρίξιμο του μπουλμέ. Άντε να χορτάσει ύπνο. Τι ώρα περνούσε το τετράωρο και να κάποιος του φώναζε:

 

-σκάντζα βάρδια!

 

Στο σπίτι του λοιπόν στο χωριό πατούσε σε στέρεο έδαφος, απολάμβανε τον καυτό καφέ και το θεριακλίδικο στριφτό τσιγάρο. Κατά τις δέκα ξεκινούσε για τον καφενέ της πλατείας, να παίξει την πρέφα ,να κουβεντιάσει με τους άλλους ξέμπαρκους τα νέα του χωριού και να κάνουν την κριτική τους για τους ναυτικούς χειρισμούς και ενδεχόμενες ατζαμοσύνες συναδέλφων τους. Κατά τις μία σαλπάρισε για το σπίτι του που τον περίμενε στρωμένο τραπέζι, ζεστό σπιτικό φαγητό αλλά και τα κατεβασμένα μούτρα και η γρίνια της Πούκενας.

 

-Τι έχεις πάλι βρε γυναίκα και είσαι μετζάστρα;
-Τολμάς να ρωτάς τι έχω;

 

Και άρχισε να του αραδιάζει τις δουλειές που από ενωρίς το πρωί είχε κάνει ενώ εκείνος χαρτόπαιζε και κουβέντιαζε στον καφενέ.

 

-Σιγά μωρέ γυναίκα τις πολλές και δύσκολες δουλειές. Εχεις υπόψη σου τι κάνουμε εμείς στα καράβια;

-Και σαν τι κάνετε τάχατες. Σεργιανίζετε στην θάλασσα, μπεκρουλιάζετε και γλεντοκοπάτε στα λιμάνια με τις παστρικιές.


Αυτή η γρίνια της Πούκενας συνεχιζόταν μέρες τώρα ώσπου νευριασμένος και αγανακτισμένος ο Πούκας χτυπάει το χέρι στο τραπέζι και της λέει:

 

-Λοιπόν αύριο θα κάνω εγώ όλες τις δουλειές που εσύ κάθε μέρα κάνεις και εσύ κάποια άλλη φορά θα κάνεις ότι κάνω εγώ στο καράβι.

 

Χαρούμενη η Πούκενα που θα γλύτωνε έστω μία ημέρα από την λάντζα του σπιτιού και σίγουρη ότι ποτέ δεν θα μπαρκάρει δέχτηκε την πρόκληση. Αξημέρωτα την επομένη σηκώνεται ο Πούκας ανάβει φωτιά στην κουζίνα βάζει φαγητό στον τέντζερη να σιγοβράζει, ετοιμάζει πρωινό για τα παιδιά τα στέλνει σχολείο, πετιέται μέχρι του Καραβά και πλένει κάτι ρούχα ,γυρίζει κάνει ένα σκούπισμα στο σπίτι και κατά τις έντεκα κινά για το καφενείο. Η Πούκενα στο μεταξύ είχε πάει στη μάνα της χαμογελώντας που είχε γλυτώσει έστω τις αγγαρείες μιας ημέρας. Χειμώνας ήταν κοντά στα Νικολοβάρβαρα που αγριεύει ο καιρός. Βοριάς δυνατός με χιονόνερο. Δύο μετά τα μεσάνυχτα χουχουλιασμένο και χαλαρό κάτω από τα στρώματα το ζευγάρι, είχαν προηγηθεί και γλυκές αγκαλίτσες, κοιμόταν βαθειά. Όμως το εξασκημένο αυτί του Πούκα πιάνει στο σφύριγμα του βοριά και το θόρυβο της βροχής στο δώμα. Ξυπνάει και ξυπνάει με μία αγκωνιά την γυναίκα του φωνάζοντάς της:

 

-Σκάντζα βάρδια!

 

Αλαφιασμένη πετάγεται αυτή ρωτώντας τι συμβαίνει και φοβούμενη μήπως ο άνδρας της σάλεψε.

 

-Ήλθε η ώρα να κάνεις τι δουλειά που κάνω στο καράβι!

 

της λέει. Της φοράει ότι χονδρά ρούχα είχε, της βάζει και την νιτσεράδα του και με σπρωξιές από μία κινητή ξυλόσκαλα την ανεβάζει στο δώμα του σπιτιού.

 

-Σε δυο ώρες θα σε σκαντζάρω!

 

της λέει.

 

-Έχε το νου σου να δεις το φανάρι. Είσαι τυχερή πού δεν έχει και μπότζι!


Έκτοτε η Πούκενα δεν παραπονέθηκε ότι την κουράζουν οι δουλειές του σπιτιού...