Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

Ο Στενιώτικος πασχαλινός ενδυματολογικός κώδικας

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου)

 

Μερικά πράγματα που τα θεωρεί κανείς φυσιολογικά, πιστεύω ότι τα κατανοεί  καλύτερα, αν τα συζητήσει με κάποιον ο οποίος τα βλέπει για πρώτη φορά. Μια τέτοια περίπτωση είναι και το ντύσιμο των κυριών και δεσποινίδων στις Στενιές τις ημέρες του Πάσχα. Δεν έδινα σημασία και για το λόγο αυτό δεν είχα να παρατηρήσω κάτι, μέχρι που η σύζυγος μου η Μαρίνα, ξένη ούσα, πρόσεξε με το γυναικείο μάτι της ορισμένα πράγματα από την πρώτη φορά που ήλθε για Πάσχα στο χωριό, λίγους μήνες μετά το γάμο μας.

Αυτό λοιπόν ήταν ο ενδυματολογικός κώδικας που κάθε κυρία και δεσποινίδα ήταν κατά τα έθιμα του χωριού υποχρεωμένη να ακολουθήσει. Συνοπτικά έπρεπε να εμφανιστεί με τρία φορέματα, δύο τη Μεγάλη Παρασκευή και ένα στην Ανάσταση το οποίο μάλιστα έπρεπε να είναι και κόκκινο. Επίσης το ένα της Μεγάλης Παρασκευή έπρεπε να είναι και πρωτόφορο. Σημειώνω ότι τα φορέματα αυτά έπρεπε να είναι της τελευταίας μόδας, και ει δυνατόν και υψηλής ραπτικής.

Αν προσπαθήσουμε να αναλύσουμε τη συμπεριφορά αυτή η οποία κάποτε εμφανίστηκε δειλά-δειλά και γρήγορα εξελίχτηκε σε έθιμο, από όποια μεριά και να ξεκινήσουμε θα καταλήξουμε στο ίδιο συμπέρασμα.

 

Επίδειξη.

 

Ας μη βιαστούμε όμως να καταδικάσουμε αυτές που το τηρούν και αυτούς που το αποδέχονται. Οι Στενιές μαζί με ελάχιστα άλλα μέρη στην πατρίδα μας, τόσα λίγα που μετρούνται στα δάκτυλα των χεριών μας, είχαν την ιδιομορφία εξ αιτίας της κύριας απασχόλησης του ενεργού πληθυσμού με τη ναυτιλία, να κατοικούνται σε μόνιμη βάση από ηλικιωμένους, παιδιά , νεαρές κοπέλες και συζύγους ναυτικών. Οι ναυτικοί έλειπαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στη θάλασσα, διαστήματα  που μετριόντουσαν σε χρόνια, κάτι αδιανόητο στη σημερινή εποχή που λίγοι μήνες είναι το όριο. Η ταλαιπωρία, η μοναξιά και η κούραση του επαγγέλματος είχαν σαν γιατρικά τα γράμματα από το σπίτι και τα όνειρα για την επιστροφή στο χωριό, το σμίξιμο με την οικογένεια και τους φίλους, και για τους ανύπαντρους τη σκέψη πως ίσως να έβρισκαν το ταίρι τους. Οι περισσότεροι ναυτικοί προγραμμάτιζαν τις διακοπές τους να πέσουν σε καλό καιρό, και τότε που ο κόσμος έβγαινε και διασκέδαζε. Από το Πάσχα, όποτε και να έπεφτε αυτό, μέχρι και το τέλος του καλοκαιριού ήταν η κατάλληλη εποχή. Ερχόμενοι οι ναυτικοί έβγαζαν το χωριό από το χειμέριο ύπνο.  Τι πιο φυσικό, στις γιορτινές ημέρες- που πρώτες αυτές ήταν οι πασχαλινές - όλοι και όλες να  θέλουν να ντυθούν πιο όμορφα για να προσελκύσουν τα βλέμματα του αντίθετου φύλου. Για να καμαρώσουν οι σύζυγοι τις συζύγους, οι γονείς τα παιδιά τους.

Το έθιμο τηρούταν σχολαστικά. Φορέματα που είχαν ραφτεί  για το σκοπό αυτό το χειμώνα, ο κόσμος να χαλάσει θα φοριόταν το Πάσχα. Ασχετα με τις καιρικές συνθήκες. Εχει ακουστεί κοπέλα με πανάλαφρο φόρεμα σχεδόν καλοκαιρινό και με ψωφόκαιρο που επικρατούσε κάποιο Πάσχα να λέει:

 

-Εγώ θα την πάθω την πνευμονία, αλλά του καιρού δεν θα το κάνω το χατίρι...

 

Τη Μεγάλη Παρασκευή ο κόσμος πηγαινοερχόταν στους δρόμους του χωριού από τη μια εκκλησία στην άλλη για να προσκυνήσουν τους επιτάφιους, κατόπιν σουλατσάριζε από την Πλατεία μέχρι τα Καβάκια. Το απόγευμα οι νεαροί επισκέπτονταν το καφενείο του Παναή στο σταθμό για κατανάλωση δεκάδων ούζων ο καθένας με Μεγαλοπαρασκευιάτικο μεζέ, δηλαδή στραγάλι σκέτο. Κάποιοι που είχαμε πρόσβαση σε ΙΧ αυτοκίνητα πηγαίναμε στις Μαίνητες για ουζοποσία πάλι, αλλά μακριά από αδιάκριτα Στενιώτικα βλέμματα, και με πασχαλινούς όμως μεζέδες.

Οταν χτύπαγαν οι καμπάνες πηγαίναμε στις εκκλησίες, άλλος στο Αγ Γιώργη και άλλος στην Παναγία. Δεν μπορώ να πω ότι επικρατούσε ιδιαίτερη θρησκευτική κατάνυξη παρά τις παρατηρήσεις, τις συστάσεις και τις παρακλήσεις των παπάδων. Οχλαγωγία, συζήτηση και βεγγαλικά δυστυχώς δεν λείπανε ποτέ τις στιγμές που κανονικά θα έπρεπε να είμαστε πιο ταπεινοί και να σκεπτόμαστε το Θείο Δράμα. Και όταν μιλάμε για βεγγαλικά, όλα, τράκες, βεγγάλες, λωλοφύσεκα ακόμα και ρουκέτες πέρασαν το κατώφλι των εκκλησιών, με εξαίρεση ευτυχώς των μάσκουλων.

Στην κατάληξη της Μεγάλης Παρασκευής, στην περιφορά των επιταφίων, κουστούμια και φορέματα, πρωτόφορα και μη αποκτούσαν και τη χαρακτηριστική μυρωδιά της φλωρίντας που ξεκίνησε το μακρινό της ταξίδι, μήνες ίσως και χρόνια πριν, από την άλλη μεριά του Ατλαντικού, υπακούοντας στο κάλεσμα της φύσης που την πρόσταζε να έλθει στις Στενιές για να ραντίσει αυτό το βράδυ τους πιστούς. 

 

Μιλώντας για πρωτόφορο ρούχο στις γιορτές του Πάσχα, θα αναφέρω και μια δική μου, μάλλον τραυματική εμπειρία.

 

Κάποιο συγγενικό πρόσωπο που αισθανόταν ότι μου είχε υποχρέωση για κάποια εξυπηρέτηση που του έκανα, μου έκανε δώρο ένα κουστούμι. Το κουστούμι είχε γκρι γυαλιστερό χρώμα, ήταν σχεδόν στα μέτρα μου, αλλά είχε και μια ιδιομορφία: Τα μπατζάκια ήταν πάνω από μισό μέτρο μακρύτερα από το κανονικό! Αν ήσουν πιο κοντός από 2.25 ήθελαν οπωσδήποτε κόντεμα. Το πήγα σε ένα ράφτη, ο οποίος είπε ότι θα το έφτιαχνε και ότι με μια επιπλέον μικρή αμοιβή θα μου έβγαζε και γιλέκο από το ύφασμα που θα περίσσευε. Απέκλεισα το γιλέκο γιατί δεν ήταν της ηλικίας μου και μετά από λίγες ημέρες είχα στα χέρια μου το κουστούμι το οποίο με κάτι μικροδιορθώσεις που έκανε ο ράφτης ήρθε κουτί απάνω μου. Την εποχή εκείνη υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία και κατάφερα να πάρω και μια πενθήμερη άδεια την οποία χρησιμοποίησα για να πάω για Πάσχα στις Στενιές. Μεγάλη Πέμπτη βράδυ όπως όλος ο κόσμος στην εκκλησία για τα δώδεκα Ευαγγέλια. Με το καινούργιο μου κουστούμι και αδειούχος από το στρατό, είχα πολύ ανεβασμένη την ψυχική μου διάθεση. Σιγά σιγά γέμιζε η εκκλησία και ο κόσμος ερχόταν με τα καλά του. Τότε όλοι οι άνδρες φορούσαν κουστούμι και γραβάτα, ήταν αδιανόητο κάτι διαφορετικό. Ξαφνικά πέφτει το μάτι μου στον ξάδελφο μου από το σπίτι του οποίου ήρθε το κουστούμι. Φόραγε το ίδιο και αυτός! Μέχρι να σκεφτώ περισσότερα βλέπω και τον πατέρα του με το ίδιο κουστούμι. Ρίχνω μια ερευνητική ματιά στο υπόλοιπο εκκλησίασμα, τι να δω; Και οι κουνιάδοι του θείου μου με το ίδιο γκρι κουστούμι. Και κάποιοι γείτονες του και αυτοί! Καμιά ντουζίνα άτομα με το ίδιο γκρι γυαλιστερό κουστούμι. Η ψυχική μου διάθεση έπεσε στο Ναδίρ όταν συνειδητοποίησα ότι φορούσα  τα ίδια ρούχα με κάμποσους άλλους, σαν να είμαστε όλοι από κάποιο ίδρυμα για προβληματικά άτομα, σαν να ανήκα σε κάποιο ορφανοτροφείο ή κάτι τέτοιο. Εδώ μια γυναίκα πάει να σκάσει όταν δει κάπου κάποια άλλη με το ίδιο φόρεμα, όχι να δεις καμιά δεκαριά να φοράνε το ίδιο κουστούμι με σένα! Επειδή όμως δεν μπορούσα να ησυχάσω, ρώτησα διακριτικά για την προέλευση των κουστουμιών.

 

-Από του Αμπαρόπουλου...

 

Κατάλαβα. Από του Αμπαρόπουλου, το μεγάλο διεθνές κατάστημα με υποκαταστήματα σε κάθε φορτηγό πλοίο που όργωνε τις θάλασσες και τους ωκεανούς. Αργότερα έμαθα ότι η εταιρία «Αμπαρόπουλος και Σια» έπεσε έξω και ότι αιτία ήταν η εκτεταμένη χρήση των εμπορευματοκιβωτίων (containers).