(5. Ο συμμαχικός στρατός κατοχής προστατεύει τους Ρωμιούς της Πόλης).

 

Την επομένη άλλο ένα επεισόδιο δημιουργήθηκε. Ο Γάλλος στρατάρχης θα εδέχετο στην Γαλλική Ενωση τους θρησκευτικούς αρχηγούς της πρωτεύουσας για να του δηλώσουν την υποταγή τους και να τον συγχαρούν για την νίκη των συμμαχικών όπλων και να του ζητήσουν την υποστήριξη του. Ολοι πήγαν πλην του Οικουμενικού Πατριάρχη, ο οποίος έστελλε αντ’ αυτού τον πρωτοσύγκελο, προσποιηθείς ασθένεια. Ο Πατριάρχης ήταν Ρωμιός και Τούρκος υπήκοος, όφειλε κατά τους νόμους κατοχής να πάει να τον προσκυνήσει. Αλλά ποιον; τον στρατιωτικό με φορεσιά μωαμεθανού πορθητή; Στρατιώτης ήταν αυτός ή Χότζας;  Ο Πατριάρχης ήταν οικουμενικός, δεν ήταν μόνο για την Τουρκία. Αλλωστε του έστειλε του Φράγκου, του πιστού του Πάπα της Ρώμης, τον Μέγα Πρωτοσύγκελο του Θρόνου του, εκείνος ήταν άρρωστος. Το τέταρτο επεισόδιο όμως που ξέσπασε ύστερα από 10 ημέρες το βαρύτερο όλων, αυτό δεν ήταν ούτε στρατιωτικό, ούτε πολιτικό, αυτό ήταν ιδιωτικό, άρα δεν μπορούσαν να αναμειχτούν οι Γάλλοι με τους συμμάχους τους. Ανοιξε η Τράπεζα Αθηνών παράρτημα στην Πόλη. Αρχισαν οι Ρωμιοί με επικεφαλής  τους πλούσιους Καραμανλήδες να αποσύρουν από τις τράπεζες Κρεντί Λυονέ Γαλλική και Μπάνκα ντι Ρόμα Ιταλική τις καταθέσεις τους και να τοποθετούν τα κεφάλαια τους στην Τράπεζα Αθηνών. Η δύναμη που είχε η Ρωμιοσύνη στο εμπόριο της Πόλης έγινε τώρα παντοδυναμία. Πάντως τώρα πια οι Ρωμιοί έχουν φίλους τους Αγγλους και εχθρούς τους Γάλλο-Ιταλούς. Δεν ημπορούσαν όμως να εκδηλωθούν ούτε και να φέρουν σύγχυση στη συμμαχία τους με τους Ελληνες διότι το κίνημα που είχαν κάνει οι Μπολσεβίκοι τότε εναντίον των Τσάρων της Ρωσίας με πρώτη κρούση τη δολοφονία του αυτοκράτορα με ολόκληρη την οικογένεια του, είχε επικρατήσει.  Η κομμουνιστική Ρωσία άρχισε να διοργανώνεται και υπήρχε φόβος να γίνουν κυρίαρχοι της Μαύρης θάλασσας και επεκταθούν στα εκείθεν του Καυκάσου Τουρκικά εδάφη. Ο μόνος απομείνας από τον Τσαρικό στρατό διακοσίων χιλιάδων ήταν συγκεντρωμένος γύρω από το Βατούμ υπό τον στρατηγό Βάνγκελ και μαζί με αυτόν όλοι οι Δούκες, Πρίγκιπες, Στρατηγοί με τα χρυσά ρούβλια τους, τα κοσμήματα τους. Κινδύνευαν να αιχμαλωτιστούν από τον κόκκινο στρατό. Γι’ αυτό το λόγο μόλις τακτοποιήθηκε η κατοχή της Τουρκίας, οι σύμμαχοι άρχισαν στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον των λιμένων της Ρωσίας γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα. Σ’ αυτή την εκστρατεία  συμμετείχε και η Ελλάς με δύο μεραρχίες και τα θωρηκτά Κιλκίς, Λήμνος, Αβέρωφ, τα αντιτορπιλικά  Λέων και Ιέραξ και δύο βοηθητικά του στόλου. 320 πολεμικά φουνταρισμένα από τη θάλασσα του Μαρμαρά μέχρι το στόμιο του Βοσπόρου, έδωσαν μια αφάνταστη κίνηση στο εμπόριο και τους τεχνίτες της Πόλης. Τη σχολή μας τώρα διοικούσαν Αγγλοι, διπλασίασαν τα ημερομίσθια και οι ώρες εργασίας 8. Είχαμε και υπερωρίες. Επειδή είχα λιποτακτήσει δεν τολμούσα να ζητήσω το τούρκικο απολυτήριο μου ως εκπληρώσας τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις έναντι της πατρίδας μου. Τα κατάφερε ο γέρος μου και το πήρα. Ο μαστρο Ισαάκ γκρίνιαζε, ήθελε να ανοίξει το μαγαζί του, να πάω και εγώ μαζί του, του έκαναν το ημερομίσθιο της 300 γρόσια. Σταμάτησε για λίγο, νέκρα πάλι γκρίνιες διότι έβλεπε τα κέρδη που είχαν οι κατώτεροι του με τα μαγαζιά τους. Και είχε δίκιο. Υστερα από ένα μήνα φύγαμε και αρχίσαμε δουλειά στο μαγαζί του, πήρε και ένα κάλφα για βοηθό του. Εγώ έξω στις εφαρμογές, εκείνος στο μαγαζί. Λεφτά μπόλικα. Ο πατέρας μου το έκλεισε τα μαγαζί του που το άνοιξε ύστερα από ένα χρόνο. Θα το άνοιγα εγώ το μαγαζί δικό μου πια. Αρρώστησε ο πατέρας μου από ανεμοπύρωμα (σημ. η πάθηση ερυσίπελας) τον πήγαμε στο Γαλλικό νοσοκομείο που ήταν αρχίατρος ένα συγγενής του, Αναστάσιος Μισιρλόγλου. Εμεινε εκεί τρεις μήνες, έγινε καλά, αλλά το πρόσωπο του είχε δυο αυλακιές αριστερά δεξιά. Υστερα από 5 μήνες έπαθε ημιπληγία, πάλι στο ίδιο νοσοκομείο 6 μήνες, βγήκε θεραπευμένος αλλά του απαγορεύτηκε κάθε κόπωση. Οταν έβγαινε έξω κρατούσε μπαστούνι στο χέρι του. Κουβαλήθηκαν οι νονοί μου από την Αρετσού και σμίξαμε πάλι σε μια οικογένεια. Αυτή τη φορά επειδή είχε ξενοικιαστεί το σπίτι της μάνας μου κουβαληθήκαμε εκεί. Πάντως, ο παραθερισμός εντάξει, πάλι στο Μπουγιούκ-ντερέ, στο ίδιο σπίτι. Ο νονός μου τώρα δούλευε σε οικοδομή. Ο μάστορας μου ο Ισαάκ νοίκιασε το δεύτερο πάτωμα του σπιτιού του πατέρα μου και καθόταν με τη μάνα του. Το τρίτο πάτωμα το νοίκιασε  ένας Αλιμος, γείτονας μας, μόλις παντρεύτηκε. Το μαγαζί ο Κώτσος, του έδωσε λεφτά ο πατέρας και το έκανε αχτάρικο (ψιλικά) ήταν τότε 16 χρονών. Δεν τα κατάφερνε όμως, τι να σου κάνει, πρώτον ήτανε μικρός και δεύτερο αρχάριος, ύστερα από τρεις μήνες έκλεισε το μαγαζί. Τότε πρότεινε η Εταιρία Υδάτων στον μάστορα μου να αναλάβει τη συντήρηση των μηχανημάτων του εργοστασίου που πίεζε το νερό με δύο μεγάλες ρόδες για να ανεβαίνει στις πολυκατοικίες. Οι ρόδες ήταν σιδερένιες, αλλά τα 240 δόντια της κάθε μιας ήταν αγριόξυλο. Αυτών των δοντιών τη συντήρηση προσέφεραν στον μάστορα μου. Μισθός 50 λίρες το μήνα. Το εργοστάσιο αυτό ήταν ένα τέταρτο απόσταση από το σπίτι μας. Για να μη χάσουμε τη προσφορά συμφωνήσαμε το μαγαζί μας να το κάνω εγώ δικό μου ξυλουργείο και μια και καθόταν ο μάστορας στο επάνω πάτωμα του σπιτιού μας να μου δίνει δουλειά περίσσια από το μαγαζί του και για τις εφαρμογές να πηγαίνω στα καράβια εγώ. Γι’ αυτό προσέλαβε και άλλους τεχνίτες στο μαγαζί του. Ημαστε πολύ φιλιωμένοι και ήξερε την εντιμότητα μου προπαντός την εργατικότητα μου. Αγόρασα ένα τόρνο και έφτιαξα δύο πάγκους. Τα βράδια κάναμε παρέα μαζί στα μεζεκλίκια μας. Αγόρασα ένα λουξ για φωτισμό, αν είχα νυχτέρια και πήρα ένα γειτονόπουλο τσιράκι  για βοηθό μου και να μάθει τεχνίτης όσο μεγάλωνε. Ετσι, είκοσι χρονών έγινα μαγαζάτορας. Κάθε πρώτη του μηνός έδινα 30 λίρες στο γέρο μου, αν και είχε λεφτά και αυτό φάνηκε όταν πέθανε, άφησε τα 2 σπίτια του ακέραια χωρίς χρέος και λεφτά στη μάνα μου, πόσα δεν έμαθα ποτέ. Αγόρασα εν τω μεταξύ 2 παράγκες στρατώνες που τις άφηναν οι Αγγλοι  και έβαλα μάστορα να τις διαλύσει για να πάρει τα ξύλα και βοηθό του ή φύλακα τον αδελφό μου τον Κώτσο. Με τη Μαριάνθη τότε σμίγαμε τις νύχτες στο μαγαζί μου. Είχα χωρίσει το εν τρίτο του μαγαζιού με ξύλινο φράγμα και είχα κρεβάτι γιατί κοιμόμουν έτσι, περισσότερο για τους κλέφτες που κάθε τόσο πατούσαν τα μαγαζιά ή τα σπίτια, αποτέλεσμα του πολέμου που τριγυρνούσαν λιποτάκτες ή αλήτες στην περιφέρεια μας. Εμένα δε με πείραζε κανένας από αυτούς. Τη Μαριάνθη την είχε ερωμένη ένας πλούσιος Εβραίος, παντρεμένος με τρία παιδιά. Την είχε διακορεύσει πριν τρία χρόνια. Αυτός χαρτζιλίκωνε, εκτός από τα έξοδα που έκανε για κείνη, τη μάνα της την Ολυμπία, γι’ αυτό περνούσανε στον πόλεμο φίνα. Στο φανερό παρίστανε ένα κατάδεχτο κορίτσι όταν την πείραζαν οι νέοι της γειτονιάς. Σκοπός αν πετύχαινε κανένα να παντρευτεί, όπως και το πέτυχε με τον καιρό. Με εμένα, το μόνο που επιβαρυνόμουν τα καλοκαίρια που πηγαίναμε στου Γιωργούλη τα μπάνια τις Κυριακές. Η Τρίτη και η Πέμπτη που πήγαινε δήθεν στη θεία της να κοιμηθεί, ήταν τα ραντεβού της με τον Εβραίο. Είχανε φαίνεται σχεδιάσει να με βουτήξουν εμένα για γαμπρό. Η μόνη που αντιδρούσε ήταν η αδελφή της η Ελένη, πολύ τίμια κοπέλα που είχε εν τω μεταξύ παντρευτεί, φοβόταν το σκάνδαλο. Περισσότερο όμως, όπως φάνηκε αργότερα, τον πατέρα μου που κάτι είχε μυριστεί ή κάτι του είχαν πει. Δεν το είχε τίποτα, αν και άρρωστος να μπουκάρει στο σπίτι τους και με τη μπαστούνα τους να τις σπάσει στο ξύλο ή να βάλει κανένα φίλο του να τις δείρει. Φυσικά αν γινόταν κάτι τέτοιο ο άντρας της Ελένης, ο Παναγιώτης θα τις έδιωχνε από το σπίτι του. Το είχε αγοράσει ν τω μεταξύ, κάθονταν μαζί. Ο Εβραίος που ύστερα από ένα καυγά που είχε με τα παιδιά του είχε διακόψει πριν 10 ημέρες τις σχέσεις του με τη γκόμενα του, αλλά κρυφά της έστελνε λεφτά. Μια μέρα που επίτηδες δεν είχε βάλει το σύρτη από μέσα, όπως έκανε πάντα όταν με αντάμωνε, μπήκε η αξιότιμος κυρία Ολυμπία και μας έπιασε επ’ αυτοφώρω. Τα συνηθισμένα  γυναικεία κόλπα. Εμένα το κορίτσι μου αν μείνει έγκυος θα γίνουμε ρεζίλι, να την παντρευτείς κλπ. Κόρωσα αλλά πετάχτηκε η Μαριάνθη και μου έκλεισε το στόμα με τα χέρια της. Την παραμέρισα. Δεν πας μωρή κιρχανατσού να βρεις τον Εβραίο να σου παντρέψει το κορίτσι σου, δεν παρατάς τις εξυπνάδες κλπ. Φύγαν και ύστερα από μια εβδομάδα έφυγαν μάνα και κόρη από τη γειτονιά μας. Εγώ νόμιζα ότι κανείς δεν ήξερε τα μπλεξίματα μου. Υστερα από δυο μέρες με φώναξαν οι Αρμένισσες. Ελα να σε κεράσουμε τοπίκ Τοτορός, έτσι με φώναζαν και σιάξε μας την κλειδαριά που μας χάλασε. Πήγα, είχαν ακούσει τον καυγά και κρυφάκουγαν από την πόρτα, εν ανάγκη ήταν έτοιμες να επέμβουν. Καλά της είπες για τον Εβραίο, αλλά δεν την στέλνει στο Μίλτο τον βαρκάρη και μ΄ αυτόν τα ψήνει το κορίτσι της, ποιος ξέρει και ποιον άλλον έχει. Ηλθε μετά η Ελένη και με παρακάλεσε να μην πω τίποτα στον άντρα της τον Παναγιώτη. Τα ήξερε η φουκαρού, αλλά τι να κάνει; Πάντως οι Αρμένισσες τα έλεγαν φαίνεται του πατέρα μου, γιατί γελαστός μου είπε, τι έκανες, την έδιωξες; Αυτό που νόμιζα ότι το ήξερα μόνο εγώ, το ήξεραν τρεις, ποιος ξέρει και πόσοι άλλοι. Αποτέλεσμα έμεινα δίχως γκόμενα 20 χρονών σε μια εποχή που η Πόλη ήταν γκομενοβασίλειο και οι παντρεμένοι είχαν γκόμενες. Δεν αναφέρω τα ονόματα των γνωστών μας που είχαν γκόμενες. Ηταν η εποχή του χρυσού αιώνα στην Κωνσταντινούπολη. Κάθε βράδυ, οι Ρωμιοί της Πόλης όλοι σχεδόν γλεντούσαν στις ταβέρνες, έρχονταν καμιά φορά και οι γυναίκες τους, με ένα πιάτο καλό μεζεδάκι και έκαναν παρέα στους άντρες τους. Εκτός την αφθονία των μεζέδων που ακολουθούσε κάθε καραφάκι, κυκλοφορούσαν και πλανόδιοι μεζετζήδες, άλλοι σουβλάκια, άλλοι μύδια, άλλοι με τα ξακουστά στρείδια της Πόλης, ντολμαδάκια κλπ. Το βραδινό φαγητό είχε καταργηθεί στα πολίτικα σπίτια. Οσο για τα Σαββατοκύριακα άδειαζε η Πόλη. Και φυσικά οι γκόμενες ήταν και αυτές τα συνηθισμένα μεζεδάκια. Αφθονες και νόστιμες. Σ’ αυτό συντελούσαν και οι στρατοί και στόλοι κατοχής. Οι μπανκανότες (σημ. τραπεζογραμμάτιο ίσο με μια Τουρκική λίρα) γεμάτες στις τσέπες των γλεντζέδων, σκορπίζονταν για κάθε απόλαυση. Ενας άλλος, ο τέταρτος αυτός αντιλήφτηκε αμέσως το διαζύγιο μου. Ηταν ο μάστορας μου και συνεταίρος μου τώρα. Το υπνοδωμάτιο του ήταν ακριβώς πάνω από το μαγαζί μου. Τις νύχτες που σηκώνονταν, έβλεπε το φως που ξεπετιόταν από τις χαραμάδες των κανατιών, που είτε έκανα νυχτέρια είτε έσμιγα με τη γκόμενα, άφηνα αναμμένο το λουξ. Παλιά, όταν δούλευα ακούγονταν επάνω κανένας κτύπος και έλεγε μέσα του ο Θοδωρής δουλεύει. Οταν όμως δεν δούλευα του είχε παρακινήσει η περιέργεια και είχε δει από το παράθυρο τη Μαριάνθη να μπαίνει μες τη νύχτα στο μαγαζί. Κατάλαβε, αλλά δεν του επιτρεπόταν να με ελέγξει ως μεγαλύτερος μου και εξ άλλου ο ίδιος είχε μια Αρμένισσα αγαπητικιά, τη Χαϊγκανούς, την οποία γνώριζα καλά, διότι στο Μπουγιούκ Ντερέ έκανα πολλές φορές παρέα μαζί τους. Οταν είχε αρρωστήσει πριν δύο χρόνια και τον είχαν πάει στο νοσοκομείο, αυτή ήταν η νοσοκόμα του. Οταν βγήκε την πήρε μαζί του, της είχε νοικιάσει ένα μικρό σπιτάκι και πήγαιναν και αντάμωναν διότι η μάνα του ζούσε ακόμα. Ηταν 43 χρονών τότε. Οταν είδε μερικές φορές σκοτεινά το βράδυ το μαγαζί μου, επειδή είχε μισακούσει τον καυγά του χωρισμού μας, κατάλαβε ότι είχαν πάρει τέλος τα αγαπητηλίκια μου. Το βράδυ με πήρε παρέα μαζί του και πήγαμε στη Μαντάμ Μαρί. Είχε ένα κέντρο στο Οσμάν Μπέη αντίκρυ στον Δημαρχιακό κήπο. Εκεί γκαρσόνια ήταν όλα κορίτσια. Η Χαϊγκανούς είχε ήδη καθίσει σε ένα τραπέζι και περίμενε. Υστερα από το πρώτο ποτήρι μπύρα, άρχισε ο μάστορας να με κορδίζει. Χήρεψε ο Θοδωρής, τόσο νέος έλεγε, ύστερα η Αρμένισσα, βρε εσένα πρέπει να σε πληρώνουνε και από πάνω, με κούρδιζε. Δε μου βρίσκεις καμιά εσύ τέτοια την πειράζω. Εγώ να σου βρω, μάτια δεν έχεις, εδώ όλες αγαπητικιές είναι. Χτύπησε τα χέρια της και ήρθε μια γκαρσόνα. Φέρε μας 4 ποτήρια μπύρα. Το τέταρτο για ποιον είναι μαμζέλ; Για σένα, έλα να μας κάνεις παρέα Σουλτάνα. Κάθησε και αυτή στην παρέα μας, τον θυμάσαι από το καλοκαίρι της είπε η Αρμένισσα. Με κοίταξε, καλέ δεν ξέρω είπε, μια φορά δεν είχα παρέα μαζί σας. Τότε, της είπε η Αρμένισσα είναι συνεταίρος με τον Ισαάκ μου. Δεν τον βλέπεις, να τώρα θα πιάσει τα κλάματα όπου να’ ναι ο καημένος. Γιατί καλέ, τι έχεις με ρώτησε η Σουλτάνα. Τίποτα, ας τους να με κοροϊδεύουν. Φέρε 4 μπύρες, τι ώρα σχολάς, στις 9 μου είπε. Αν θέλεις κάνουμε καμιά βόλτα της είπα.  Μα θα βρέξει όπου να’ ναι μου είπε. Εκεί που θα πάμε δεν βρέχει της είπα. Στις 9, πήγε ο μάστορας με την Αρμένισσα στο σπιτάκι της και εγώ με τη Σουλτάνα στο μαγαζί μου. Η Μαντάμ Μαρί  τα καλοκαίρια μεταφερόταν στο Μπουγιούκ Ντερέ, νοίκιαζε το κέντρο που ήταν κάτω από το ξενοδοχείο η Ευρώπη του Χατζή Κοσμά. Εξω από την ταράτσα είχε μπανιέρες για την πελατεία της. Και εμείς εκεί παραθερίζαμε και έτσι πήγε φίνα η ερωτική μας επιχείρηση, μέχρι που αρραβωνιάστηκα. Ηταν ορφανή από μητέρα, πατέρα δεν γνώρισε. Είχε μια θεία μόνο που είχε ένα σπιτάκι στα Μαλτέζικα, εκεί που παραθερίζαμε και μεις. Τα καλοκαίρια εκεί σμίγαμε, η  θεία ήταν θεόκουφη. Πάντως, από την ημέρα που γνωριστήκαμε δεν πήγε με άλλον, ως που παντρεύτηκε ένα Ελληνορουμάνο καπετάνιο. Είχε σλέπι δικό του και έκανε ταξίδια Γαλάτσι - Πόλη. Μετά το γάμο τους κατοίκησαν στη Ρουμανία. Ηταν ξανθιά, στο ανάστημα μου και όμορφη. Τρία χρόνια μεγαλύτερη μου. Και ο μάστορας μου παντρεύτηκε την Αρμένισσα του όταν πέθανε η γριά μάνα του. Ηταν έγκυος όταν έγινε ο γάμος τους στο σπίτι μας. Σ’ αυτό συνετέλεσε η μάνα μου. Είσαι 45 χρονών και αυτή 26, τι θα γίνει τώρα, άλλωστε τώρα που θα σου κάνει παιδί είναι και υποχρέωση σου. Στο γάμο ήταν και η (σημ. μέλλουσα) αρραβωνιαστικιά μου Ελισάβετ Σπυρίδωνος Γκιάλη (1112261) #563 , το γένος Πολέμη. Τον Μάιο του 1919 κηρύχτηκε ο Ελληνο-Τουρκικός Μικρασιατικός πόλεμος. Δια της συνθήκης των Σεβρών είχαν υποσχεθεί στον Βενιζέλο οι σύμμαχοι την Σμύρνη. και τις γύρω από τις νομαρχία της Ελληνικές κοινότητες. Η Ελλάς, τρία χρόνια πολεμούσε παρά το πλευρό των συμμάχων. Είχε και 2 μεραρχίες και στόλο τώρα που πολεμούσαν εναντίον των Μπολσεβίκων στη Ρωσία. Από την Αρχή του 1919 ο Βενιζέλος πίεζε τους συμμάχους να εκτελέσουν την υπόσχεση τους. Οι Ιταλοί αντιδρούσαν διότι ήθελαν αυτοί τη Σμύρνη διότι γειτόνευε με τα Δωδεκάνησα που είχαν αρπάξει από τους Τούρκους, των οποίων τα 90% ήταν Ελληνες. Οι Γάλλοι δεν αντιδρούσαν άλλωστε, Καθολικοί όπως οι Ιταλοί, μεμψιμοιρούσαν. Οι Αγγλοι όμως έδωσαν την συγκατάθεση τους στον Βενιζέλο να κάνει αποβίβαση στη Σμύρνη, του έδωσαν πολεμικό δάνειο 10.000.000 λίρες και επικεφαλής της νηοπομπής που ξεκίνησε από τας Ελευθεράς της Μακεδονίας, κοντά στην Καβάλα, μπήκαν 2 Αγγλικά αντιτορπιλικά.  Πρώτο το Αγγλικό Μ29 διέσχισε το φράγμα των ναρκών και μπήκε στον λιμένα της Σμύρνης. Ποιος ημπορούσε τότε να αντιδράσει στην πρωτοβουλία του ισχυρότερου κατά θάλασσα και μερικώς εις την ξηρά όλου του κόσμου; Οι Ιταλοί λύσσαξαν από το κακό τους, αλλά έβαλαν την ουρά στα σκέλια τους. Οι γάλλοι έδειξαν αδιαφορία και έτσι οι Ελληνες αποβιβάστηκαν ύστερα από μια μικρή μάχη που έδωσαν οι Τούρκοι στη Σμύρνη και άρχισαν να εισβάλουν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Το τι έγινε με τους Ρωμιούς της Τουρκίας, δεν περιγράφεται. 450 χρόνια σκλαβιάς που είχαν στην πλάτη τους είχαν αφήσει φρικιαστικές αναμνήσεις στο διάβα της ζωής τους. Οι αλλαξοπιστίες, παιδομάζωμα, τα σκλαβοπάζαρα στα οποία πουλούσαν οι Τούρκοι τα Ελληνικά νιάτα, αγόρια, κορίτσια, τις διαρπαγές των περιουσιών τους, οι σφαγές αυτών που ήθελαν να επαναστατήσουν για την ελευθερία τους, όλα αυτά συντέλεσαν στη θερμή υποδοχή των Ελλήνων στρατιωτών όταν περνούσαν από Ρωμιοχώρια. Αν έγραφα Ιστορία πολλά είχα να γράψω, αλλά γράφω βιογραφία της ζωής μου, γι’ αυτό ας την συνεχίσω, γράφοντας αυτά που αφορούν εμένα και την οικογένεια μου. Στην Πόλη όμως η εξέγερση των Ρωμιών, ξεπέρασε κάθε όριο. Οχι εναντίον των Τούρκων, αλλά εναντίον των Φράγκων. Αν ο στρατός κατοχής κατά ξηράν δεν ήταν Γαλλικός, πολλοί από αυτούς θα έτρωγαν ξύλο. Αρχισαν να αντιδρούν ύπουλα, Εβραίοι, Ιταλοί, Γάλλοι, έγιναν σπιούνοι της Ρωμιοσύνης, κεντρούσαν τους Τούρκους. Η Πόλη πια δεν είναι δική σας, θα την πάρουν οι Ελληνες, δεν βλέπετε, σε όλα τα σοκάκια είναι στημένες Ελληνικές σημαίες. Και έτσι, δημιουργήθηκε ένα  κρυφό ύπουλο μέτωπο εκ μέρους των μειονοτήτων αυτών εναντίον των Ρωμιών. Οι Αρμένιοι όμως, όχι μόνο δεν αντέδρασαν αλλά ετάχθησαν στο πλευρό των Ρωμιών. Ενας κρυφός έρανος για τη συλλογή χρημάτων που θα αποστέλλονταν στην Αθήνα άρχισε να αποδίδει τους καρπούς του. Επί κεφαλής της επιτροπής του εράνου ετάχθη φανερά πλέον ο Ταταυλιανός Δεσπότης Μελισσηνός. Το Πατριαρχείο δεν εφαίνετο αναμεμιγμένο σε αυτή την υπόθεση. Σχολιαρόπουλα επισκέπτονταν τα Ρωμιόσπιτα τους έδιναν λεφτά και έπαιρναν μια απόδειξη από τα παιδιά αυτά, όλα γνωστά στην περιφέρεια τους, από καλές οικογένειες. Και οι Αρμεναίοι είχαν κρυφή επιτροπή. Αρχισαν να παρουσιάζονται στο Ελληνικό προξενείο Ρωμιόπουλα και να αποστέλλονται ως εθελοντές εις τον Ελληνικό στρατό. Πήγαιναν και  μερικοί Αρμεναίοι. Ο αδελφός μου ο Κώτσος άρχισε να καυγαδίζει στο σπίτι για να φύγει ως εθελοντής. Τον μάλωνε ο πατέρα μου, ώσπου μια μέρα μας είπε, αν με χάσετε ξαφνικά να μη στεναχωρηθείτε, θα είμαι στην Ελλάδα. Ενα βράδυ δεν ήλθε στο σπίτι, περιμέναμε μέχρι τα μεσάνυχτα, καταλάβαμε ότι το έσκασε. Το πρωί πήγα στο Προξενείο και τους ρώτησα. Στην αρχή δεν ήθελαν να μου πουν. Τους είπα ότι είναι ανήλικος ακόμη, δεν έπρεπε να τον δεχτούν. Και εμείς δεν τον θέλαμε, αλλά όταν είδαμε ότι ήταν αρχηγός των επτά που ήρθαν μαζί και άρχισε να λέει, αν δε με πάρετε ούτε αυτοί δεν θα έλθουν. Τον στείλαμε στην Καβάλα με μια επιστολή που έπρεπε να τη δώσει στο λοχαγό Μαρκάκη να το πάρει ως ακόλουθο του. Αυτός στο ανάστημα ήταν πιο ψηλός από τους άλλους και πιο γεροδεμένος. Αν θέλετε, τον φέρνουμε πίσω, αλλά θα ξαναφύγει. Υστερα από 6 μέρες πήραμε μια επιστολή του. 40 μέρες έχουμε γυμνάσια και μετά θα πάμε στη Σμύρνη στη Μεραρχία Αρχιπελάγους, τσανάκι του λοχαγού Μαρκάκη. Στείλτε μου λεφτά. Του στείλαμε 50 μπανκανότες μέσω προξενείου.

Δούλευα εντατικά, δεν πρόφταινα τις παραγγελίες. Πήρα ένα τεχνίτη κάλφα ως βοηθό μου. Η Σουλτάνα ντυνόταν τώρα σεμνά όταν βγαίναμε έξω. Εσύ με αγαπάς για ένα πράμμα μου έλεγε, εγώ σε αγαπώ και ως αδελφό μου.  Δεν θέλω να έρχεσαι πια εδώ που δουλεύω, νομίζω πως σε προσβάλλω. Εγώ όμως, όταν σχολνάω θα έρχομαι να σε βρίσκω.  Ξέκοψα από την Μαντάμ Μαρί και άρχισα να πηγαίνω στου Μπαχτσελή. Ετσι λεγόταν το κέντρο του μπάρμπα Σπύρου, του μέλλοντος πεθερού μου. Εκεί η παρέα μου σχημάτιζε μια πυροστιά πότε με τρία ποδάρια, πότε με τέσσερα. Ο Ρενέ, ο Δημητρός και ο Γεράσιμος. Το μαγαζί αυτό είχε πάνω στο δρόμο ένα τμήμα, από αυτό προχωρούσες στο δεύτερο τμήμα, διπλό σε μέγεθος από το πρώτο,  από όπου ξεκινούσε μια σκάλα για το επάνω πάτωμα που κάθονταν η οικογένεια του μαγαζάτορα. Στο πίσω μέρος ήτανε ένας κήπος που έφτανε στον πίσω δρόμο. Ολοι οι πελάτες καλοί, αν ήθελε να εισχωρήσει κανείς μπελαλής πετιόταν στο δρόμο πρώτα με το καλό και ύστερα με τις σπρωξιές και εν ανάγκη με τις κλωτσιές. Μεζετζού ήταν η Αμια Φρατζέσκα (Πολέμη Φρατζέσκα του Ζαννή (111226) #561), έτσι την έλεγα όταν αρραβωνιάστηκα την κόρη της. Εκείνη με φώναζε γιόκα μου. Μεζέδες και ούζο πρώτης τάξεως προπαντός τα μύδια τα τηγανητά και τα σκουμπριά τα γεμιστά με κουκουνάρι. Γιόμιζε το μαγαζί τα βράδια. Ενας γείτονας του μαγαζιού, μάστορας σε αμάξια ερχόταν με την αρμόνικα του. Αλλος ένας μάστορας που είχε σιδηρωτήριο για πουκάμισα ερχόταν με την κιθάρα του. Το γλέντι κόρωνε, όλοι γνωστοί Φερικιογλήδες καμιά παρεξήγηση ανάμεσα μας και όλοι χουβαρντάδες, χρήμα πολύ στις τσέπες. Σε όλα τα τραπέζια ο Σπύρος είχε και το ποτήρι του. Τον κερνούσαμε, μας κερνούσε και τελευταία, όταν φεύγανε οι άλλοι και σχηματίζαμε οι υπόλοιποι μια παρέα, αρπούσε μεζέδες, τους έφερνε στο τραπέζι, έφερνε ένα τρακοσάρι γιομάτο μαστίχα και καθόταν μαζί μας. Τότε, επί τέλους η Αμια Φρατζέσκα ανέβαινε πάνω στο σπίτι της.

Ηλθε το 1920, ο Ελληνικός στρατός προχωρούσε ολοένα, η μια μετά την άλλη καταλαμβάνονταν οι πόλεις και τα χωριά της Τουρκίας. Τον Απρίλιο η Ρωσία άρχισε να αντεπιτίθεται εναντίον των συμμάχων. Για να μην αιχμαλωτιστούν τα στρατεύματα των συμμάχων, συγκεντρώθηκαν στα παράλια για να έχουν την προστασία των πολεμικών τους. Τον Μάιο αποφασίστηκε η αποχώρηση των συμμαχικών στρατευμάτων από τα εδάφη της Ρωσίας. Μεταγωγικά, φορτηγά, επιβατικά υπό την προστασία του στόλου των, διέρχονταν από τα Στενά του Βοσπόρου φορτωμένα στρατιώτες και τα αποβίβαζαν στα νησιά των Πριγκιποννήσων και του Μαρμαρά. Από εκεί μεταφέρονταν στη πατρίδα τους. Οι δύο μεραρχίες υπό τον στρατηγό Βλαχόπουλο, αποβιβάστηκαν στο Μπεϊκόζ ένα ωραίο χωριό του Βοσπόρου. Αμέσως οι Ρωμιοί της Πόλης τους έστειλαν τρόφιμα, ιματισμό, φάρμακα, γιατρούς και τους ανακούφισαν. Από εκεί εστάλησαν στο Μικρασιατικό μέτωπο. Μετά τον Ιούλιο άρχισαν να μεταφέρονται και τα υπολείμματα της Στρατιάς της Λευκορωσίας υπό τον Στρατηγό Βράγκελ από το Μπατούμ εις την Κωνσταντινούπολη και μαζί με αυτά και οι αριστοκράτες της Ρωσίας. Απ’ αυτούς, άλλοι πήγαν στη Γαλλία και άλλοι στην Αμερική. Τον Οκτώβριο  ήλθε με άδεια ο Κώτσος με βαθμό δεκανέως. Τότε κυκλοφορούσαν πολλοί στρατιώτες και ναύτες  στην Πόλη αδειούχοι. Του κάναμε ολοκαίνουρια στολή, πηλίκιο, αρβύλες κλπ. Υστερα από 15 μέρες γύρισε χαρτζιλικωμένος για τη Μεραρχία του. Τον Δεκέμβριο πέθανε ο νονός μου από εγκεφαλική συμφόρηση. Τον θάψαμε στον οικογενειακό τάφο μας. Εκτοτε τη νονά μου τη κυρίεψε μια μελαγχολία που δεν την άφησε μέχρι το θάνατο της. Η παρηγοριά της ήμουνα εγώ. Στο επάνω πάτωμα προς τον κήπο είχαμε ένα μεγάλο δωμάτιο. Εκεί βάλαμε το κρεβάτι της και στο μιντέρι κοιμόμουνα εγώ. Το χειμώνα που πάντα αργούσα να φτάσω στο σπίτι μας, όταν οι άλλοι ανέβαιναν να κοιμηθούν με περίμενε πίσω από το παράθυρο που έβλεπε στην εξώθυρα πότε να έλθω για να τρέξει να μου ανοίξει να μπω. Μου είχε πει να μη χτυπώ το κουδούνι και πάρουν χαμπάρι οι γονείς μου την άργητα μου. Με αγκάλιαζε και με φιλούσε, το φαγητό μου έτοιμο, έτρωγα, κουβέντιαζα μαζί της. Ώσπου να καπνίσω το τσιγάρο μου κοντά στη σόμπα, έστρωνε το στρώμα μου απάνω στο μιντέρι, ξάπλωνα με κουκούλωνε, με σταύρωνε και  έπεφτε στο κρεβάτι της.

Το πρωί ο πατέρας αργούσε να κατέβει λόγω της ασθένειας του. Τη ρωτούσε τι ώρα ήρθε ο Θοδωρής. Να, μόλις ανεβήκατε να κοιμηθείτε ήλθε το παιδί, όλο με το παιδί τα έχετε, τι θέλετε, να μη γλεντάει καθόλου, ξέχασες τα δικά σου έλεγε του γέρου μου, Ετοιμη για καυγά για μένα, αν τη ζορίζανε. Ολα κι’ όλα, ο Αρσλάν δικό της παιδί ήτανε. Εσείς να κοιτάξετε τα παιδιά τα δικά σας, τους φώναζε, δεν του φτάνει που από κάλφας που πήγαινε, έγινε μαραγκός, να μη γλεντάει κι’ όλας. Τα λεφτά σας τρώει, σας δίνει κι’ από πάνω, κάντε μου τη χάρη, τι λέτε, σα να τον μεγαλώσατε εσείς βλέπεις. Είχε δίκιο, αυτή από μωρό με νοιαζόταν και τώρα αυτή έκρυβε τις μπερμπαντιές μου. Πολλά οφείλω στους νονούς μου, τον καιρό που εργαζόμουν στη Ναυτική Σχολή, επειδή δεν έτρωγα τα απαίσια όντως φαγητά που λόγω του πολέμου και κυρίως για να κλέβουν οι Τούρκοι Αξιωματικοί του επισιτισμού του Πολεμικού Ναυτικού, όταν έφευγα το πρωί, η νονά μου, μου είχε έτοιμο φαγητό σε μπακιρένιο δοχείο με τρία τμήματα. Το έπαιρνα μαζί μου και έτρωγα τα μερακλήδικα φαγητά που μου ετοίμαζε από βραδύς. Εάν δεν περίσσευε από βραδύς καλό φαγητό, μου έλεγε το μεσημέρι θα σου φέρω φαγητό, μη φας καραβάνα. Κατέβαινε πεζή στη σχολή με φρεσκομαγειρεμένο φαγητό και τρώγαμε παρέα. Υστερα, έπαιρνε το δοχείο και τις πετσέτες, τις τύλιγε και ανέβαινε στο σπίτι μας κατευχαριστημένη διότι περιποιήθηκε τον Αρσλάν της. Τον χειμώνα ανεβοκατέβαινε με το τραμ. Γι’ αυτό, όταν πέθανε ο νονός μου σταμάτησα να κοιμάμαι στο μαγαζί και της έκανα παρέα. Τα Σάββατα έτοιμο το καζάνι με ζεστό νερό, να με λούσει, να με περιποιηθεί. Το πρωί τα ίδια, έτοιμο το τσάι, το γάλα, να κολατσίσουμε μαζί και να φύγω. Οταν κοιμόμουν έψαχνε τις τσέπες μου για να δει αν είχα λεφτά. Οταν της φαινόταν λίγα, μου έβαζε μια μπανκανότα στην τσέπη.

 

επόμενη σελίδα 6. Οι Τούρκοι άρχισαν να κάνουν μπλόκα  και να ελέγχουν τους Ρωμιούς.

 

επιστροφή στην πρώτη σελίδα

 

προηγούμενη σελίδα