παπα Νικόλας Καλογήρου

Γεννήθηκε το έτος 1907 στο χωριό Ανω Πεταλι της Σίφνου, 
από γονείς μεροκαματιάτηδες.
ήταν 6 αδέλφια ( 5 αγόρια και 1 κορίτσι).
Από μικρός είχε μια ιδιαίτερη κλίση προς την Εκκλησία. 
Ο τότε Μητροπολίτης Σύρου ήθελε να τον κάνει Ιερέα. 
Τα παιδικά του χρόνια ήταν πολύ δύσκολα.

Υπηρέτησε ως μηχανικός στο τότε Βασιλικό Ναυτικό 
στο θωρηκτό Β.Π ΚΙΛΚΙΣ αν θυμάται καλά οπως λέει ο γυιός του Ευάγγελος.
Μετά την εκτέλεση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, 
παντρεύτηκε την Αρετή το γένος Λορέντζου 
με την οποία είχαν έρωτα, από το ίδιο χωριό.
Λόγω της συνεχιζόμενης αγάπης του προς την Εκκλησία 
ο τότε Μητροπολίτης Σύρου τον πήρε στη Θεολογική Σχολή Σύρου 
από την οποία και αποφοίτησε.

Σε ηλικία 26 ετών τον χειροτόνησε Ιερέα 
και τον έστειλε στο χωριό Λάμυρα το έτος 1933.
Ειχε μια αγάπη προς το συνάνθρωπο 
που ο,τι είχε και δεν είχε τα έδινε εκεί που υπέφεραν.

Ασχολιόταν, εκτός από τα Ιερατικά καθήκοντά του και με χτήματα και ζώα, 
γιατί είχε πολυμελή οικογέςνεια . 
Εξη ( 6 ) από τα παιδιά του γεννήθηκαν στα Λάμυρα, 
τα τρία πρώτα δύο αγόρια και ένα κορίτσι πέθαναν 
σε πολύ μικρή ηλικία. 
και έμειναν τρία αδέλφια 2 αγόρια και 1 κορίτσι.

Ενα χάρισμα που είχε επί πλέον ήταν οτι δεν ήξερε 
πόσο μεγάλη σωματική Ρώμη διέθετε 
- το θεωρούσε φυσιολογικό.
Για παράδειγμα : Είχε ένα Γάιδαρο και τον είχε φορτώσει ξύλα, 
αλλά σε μια ανηφόρα 20 περίπου σκαλοπατιών, 
ο γάιδαρος ήταν αδύνατο να ανέβει. 
Με το ένα του χέρι έπιασε τα δύο μπροστινά του πόδια 
και με το άλλο τα πίσω πόδια, 
έβαλε το κεφάλι του κάτω από τη κοιλιά του ζώου 
και το έβαλε στους ώμους του και το ανέβασε με τα πόδια απάνω. 
Ο γυιός του Ευάγγελος που εξιστορεί 
αυτό το περιστατικό ήταν 13 χρόνων τότε.

Στη κατοχή γύριζε όλα τα χωριά της Ανδρου 
και συγκέντρωνε διάφορα φαγητά , όσπρια κλπ.
Ελειπε μια βδομάδα από το σπίτι και γύριζε με άδειο τσουβάλι, 
γιατί μέχρι να έρθει σπίτι τα είχε μοιράσει 
σε όσους έβρισκε στο δρόμο ή σε σπίτια που είχαν ανάγκη.

Εκείνο που έλεγε αγέρωχα πάντα στη παπαδιά και γυναίκα του ήταν : 
"Δεν πειράζει παπαδιά, έχει ο Θεός για αύριο".
Ενα βράδυ που γύριζε κουρασμένος στο βουνό, 
ξάπλωσε χάμω και τον πήρε ο ύπνος. 
Σε λίγο Εξύπνησε από πόνο στο πόδι του 
- δεν μπορούσε να το πατήσει, γιατί τον είχε δαγκώσει φίδι. 
Μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα παρουσιάστηκε ένας καβαλάρης, 
τον ανέβασε στο μουλάρι του και τον έφερε στο σπίτι του.

Το έτος 1953 ο τότε Μακαριστός Σύρου Φιλάρετος τον μετέθεσε στις Στενιές. 
Και εδώ συνέχισε το έργο του, το οποίο το γνωρίζουν οι χωριανοί.
Πολλές φορές ερχόταν σε σύγκρουση 
με τη γυναίκα του τη παπαδιά για το οικονομικό ζήτημα 
- αλλά εκείνος αγέρωχος πάντα της έλεγε: 
"Δεν πειράζει παπαδιά, έχει ο Θεός για αύριο".

Εφθασε να βάζει χρήματα για τις αγαθοεργίες του μέσα στο Ευαγγέλιο στο Ιερό, 
που δεν μπορούσε να ψάξει η παπαδιά, 
αφού πάντα έψαχνε ρούχα, κάλτσες και παπούτσια.

Μια μέρα που έλειπε από το σπίτι η παπαδιά, 
πέρασε μια τσιγγάνα και εκτός από τα χρήματα 
της έδωσε από τη ντουλάπα καινούρια φορέματα και ρόμπες. 
Τώρα καταλαβαίνουμε τί έγινε οταν ειδε η παπαδιά 
οτι ακόμη και τα ρούχα της είχαν δοθεί για αγαθοεργία,
Του άρεσε ή ζωή του να είναι λιτή, μακριά πό κοσμικότητες. 
Η ζωή του είχε ένα σταθερό σκοπό 
που ήταν το ενδιαφέρον του για τους αναξιοπαθούντες και τίποτα άλλο.

Οταν πήγαινε να πάρει τη σύνταξή του από τη Χώρα,
γύριζε στο χωριό με άδειες τσέπες 
και αναγκάστηκε η παπαδιά να του πει να της κάνει πληρεξούσιο, 
για να πηγαίνει ή ίδια αντί εκείνου να παίρνει τη σύνταξη του..
Το έτος 1981 "του ήρθε ο ουρανός στο κεφάλι," 
( σύμφωνα με φράση του γυιού του Ευάγγελου) 
όταν στις αρχές του Ιανουαρίου 3 με 4 του μηνός, 
χάθηκε ο γυιός του Κωνσταντίνος 
στο ναυάγιο του φορτηγού πλοίου ΑΝΤΙΠΑΡΟΣ στον Ειρηνικό ωκεανό, 
υπηρετούσε εκεί Υποπλοίαρχος με δίπλωμα Α΄. πλοιάρχου.

Εν κατακλείδι να πούμε οτι ο αείμνηστος παπα Νικόλας Καλογήρου
υπήρξε άνθρωπος απλός, λιτός, και όπως έλεγε πάντα οτι η περιουσία του 
είναι η αγάπη του κόσμου.

Το έτος 1982 κοιμήθηκε, οπως ήλθε στη γη, 
εφυγε από τη γη με τα ράσα του και μόνον.
Εζησε μια ασκητική ζωή μέσα στον κόσμο. 
Αφησε εγγόνια τέσσερα αγόρια και ένα κορίτσι.
Ας είναι αιωνία η μνήμη αυτού του ταπεινού 
και άοκνου υπηρέτη της Εκκλησίας 
και του Ευαγγελίου του Ιησού Χριστού.

Ευάγγελος Καλογήρου

-----------------------------

Ο Πατέρας Νικόλαος κάθε φορά που έπαιρνε τον μισθό του ερχόταν στο κατάστημα μου, 
του έφτιαχνα ένα δέμα, με προορισμό το ορφανοτροφείο στην Σύρο. 
Μέσα στο δέμα έβαζε ότι είχα στο μαγαζί μου, μπισκότα, καραμέλες, 
σαπουνάκια, ζαχαρωτά, σοκολατάκια, ξηροί καρποί κλπ. 
Έφερνε κάλτσες και άλλα διάφορα τα οποία είχε αγοράσει από άλλα καταστήματα. 
Όταν τελείωνα την συσκευασία έπαιρνε το κιβώτιο 
το πήγαινε στο ταχυδρομείο με προορισμό το ορφανοτροφείο Σύρου.

Ένα πρωινό ο Πατέρας Νικόλαος πήγε στο κτήμα του 
για να βγάλει πατάτες που είχε φυτέψει. 
Της φόρτωσε στον γάιδαρο του με προορισμό το σπίτι του. 
Στον δρόμο όποιον έβλεπε του έδινε μερικές πατάτες, 
όταν έφτασε στο σπίτι του, δεν είχε μείνει ούτε μία.

Η πρεσβυτέρα έπλυνε την ρόμπα της, 
την άπλωσε στην αυλή για να στεγνώσει. 
Πέρασε τυχαία μία γύφτισα, απευθυνόμενος προς αυτήν της λέει. 
-Που πάς δεν είναι καλή η ρόμπα σου έλα να σου δώσω της παπαδιάς 
είναι καλλίτερη και καθαρή σήμερα την έπλυνε.

Κάποια φορά η Πρεσβυτέρα αρρώστησε βαριά, γιατροί, 
φάρμακα, αποτέλεσμα κανένα. 
Ήρθε στο μαγαζί μου ο Πατέρας Νικόλαος μου λέει, 
-Αντώνη μου, είχα απελπιστεί με την αρρώστια της παπαδιάς, 
πάω στην εκκλησία πηγαίνω μπροστά την εικόνα του Αγίου Γεωργίου και λέω, 
-πρόσεξε, κάνε καλά την παπαδιά τώρα γιατί εγώ δεν θα ξαναπατήσω εδώ. 
Την επομένη η πρεσβυτέρα μία χαρά.

Ο Πατέρας Νικόλαος είχε έναν γάιδαρο, 
είχε γεράσει και τον χάρισε σε κάποιον. 
Άλλαξε ο καημένος ο γάιδαρος αρκετά αφεντικά. 
Ο τελευταίος αφού έβαψε τον γάιδαρο με χρώμα 
τον πήγε στον Πατέρα Νικόλαο για να του τον πουλήσει. 
-Πουλάω αυτόν τον γάιδαρο είναι γερός και όμορφος. 
Ο πατέρας Νικόλαος δεν γνώρισε τον γάιδαρο 
αφού είχε αλλάξει χρώμα και τελικά η αγοροπωλησία έγινε. 
-Μα τι σου πω Αντώνη μου, την έπαθα, μετά από λίγο καιρό 
ο γάιδαρος ξέβαψε του έφυγε το χρώμα 
και τελικά αγόρασα τον γάιδαρο που είχα χαρίσει.

Αντώνιος Χαζάπης

----------------------

Αυτοβιογραφία

H ΖΩΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑ

1907
Το χίλια εννιακόσια επτά
γεννήθηκα σε δυο λεπτά.
Κωνσταντής-Φλουρί (Μπουλίνα)
Έντεκα Απρίλη μήνα.

Με τύλιξε μ ένα πανί
η Νέζερ τότε η μαμή
και ευχήθηκε να ζήσω,
τα αγαθά να αποκτήσω.

Η μάνα μου με δάκρυα
με έβαλε σε μιαν άκρια,
αν κι ακόμα επονούσε
πότε πότε με κοιτούσε.

Μου έλεγε η καψερή,
μονάχα ναμαστε γεροι
ο Θεός και η Παναγία
να μας δίνει την υγεία.

Ήλθε το βράδυ ο μπαμπάς
του ΄πανε τα συχαρίκια,
μεθαύριο θα στέλνουνε
τις λίρες σαν χαλίκια.

Εκοίταξε την μάνα μου
που του κανε αγόρια,
απ τ απόψε Κωνσταντή
θε να κοιμάσαι χώρια.

1914
Εις στο σχολείο εγράφτηκα
κοινότης Αρτεμώνος,
ξυπόλητος επήγαινα
εν μέσω του χειμώνος.

Ποτέ μου δεν εκρύωσα
μα ούτε και συνάχι,
μάλιστα όταν χιόνιζε
αρχίζαμε την μάχη.

Στον Γιάνναρο εφοίτησα
την πρώτη και Δευτέρα,
το αγαπούσα το σχολειό
δεν έχασα μια μέρα.

Τρίτη, Τετάρτη είχαμε
τον δάσκαλο τον Βήχο
έπαιζε μάλιστα βιολί,
τραγούδαγε με ήχο.

Είπαμε, ότι γύριζα
Ξυπόλητος στα χιόνια
ήταν ωραία εποχή
τα παλαιά τα χρόνια.

Στην εκκλησία πήγαινα
με τον παπα-Βασίλη
εγώ άναβα στο Ιερό
τ΄ ακοίμητο καντήλι.

Εσπερινό και λειτουργιά
ήμουνα στο στασίδι
και λάθος όταν έκανα
έτρωγα και βρισίδι.

Καθηγητάς είχαμε τρεις
Πρεζάνη και Δεπάστα,
τον Ευσταθίου τον κουτσό
αλλά καλά εβάστα.

1921
Το εικοσιένα έφυγα
από το σχολαρχείο,
επήγα για μηχανικός
εις το μηχανουργείο.

Πήρα τ απολυτήριο
είκοσι – εικοσιένα,
ετοίμασε τον μπογο μου
η μάνα που μ εγέννα.

Ποτάμι παν τα δάκρυα
της μάνας μου που λέτε
σαν μου δινε τον μπογο
μου ήτανε να μας κλαίτε.

Άντε παιδί μου στο καλό
μονάχα να προσέχεις,
την Αγία Μαρίνα μάτια μου 
προστάτη να την έχεις.

Με την ευχή της μάνας μου
εμπηκα στο βαπόρι
εσήκωσε την άγκυρα
για τον Περαια πλώρη.

Ξυπόλητος, ξεσκούφωτος
κανένας δεν με βλέπει
και συναυγα ξεμπάρκαρα
άϋπνος στον Τζελέπη.

Μηχανικός ηθέλησα
κι εγώ να πα να γίνω
κι έμενα σε μαγέρικο
στον μπάρμπα μου από την Τήνο.

Εργάστηκα πολύ σκληρά
κι έγινα τεχνίτης,
με υπομονή κι επιμονή
ένας καλός πολίτης.

1927
Στο ναυτικό υπηρέτησα
Κιλκίς το θωρηκτό
με την αγάπη μπέρδεψα,
πρέπει να παντρευτώ.

1929
Πήρα τα απολυτήριο
βρήκα στην βιοπάλη
με φορτηγό μπαρκάρησα,
για τις δουλειές μου πάλι.

1931
Από μικρός κι απ΄ το σχολειό 
αγαπούσα την Αρετή,
στα μάτια μου την έβλεπα
σαν κούκλα στο κουτί.

Κι έτσι παντρευτήκαμε
τον μήνα τον Γενάρη
και να σας πω ταιριάξαμε
ένα καλό ζευγάρι.

1936
Από Θεού η φώτισις,
άκου αν αγαπάς,
επήγα εις την Σύρο
και έγινα παπάς.

Πάρα πολύ το ήθελα
τον Θεό να υπηρετήσω
κι απ’ τον Θεό την άφεση
σε όλους να ζητήσω.

1937
Στην Άνδρο διορίστηκα
ενορία των Λαμύρων
ένα ωραιότατο χωριό
ανθέων και των μύρων.

1948
Στην Σίφνο την Καταβατή
κάθησα ένα χρόνο,
πολύ με εκτιμούσανε
αυτό μας μένει μόνο.

1949
Πάλι γυρνώ στα Λάμυρα
διότι με ζητούσαν,
δεν ήθελαν άλλον παπά
εμένα αγαπούσαν.

1953
Εις την κωμόπολη Στενιών
κατέλαβα την θέση
κι εδώ θα πάρω σύνταξη
διότι μου αρέσει.

Τον Άγιο Γεώργιο
πολύ τονε λατρεύω
και για τους ενορίτες μου
χαρά και υγειά γυρεύω.

Και για τον κόσμο ολόκληρο,
ως και τους συγγενείς μου
δεν θέλω ούτε ευχαριστώ
ν αγιάσουν οι γονείς μου.

Ο πατέρας μου ο Κωνσταντής
είχε πολλά υποφέρει
έξη αδέρφια είμαστε
και πέρα να τα φέρει.

Νύχτες ξημερωνότανε
στις βάρκες στα βαπόρια
κι η μάνα τον περίμενε
και είχε στενοχώρια.

Με λέγανε Γραμματικό,
με είχαν χαϊδεμένο,
θυμάμαι την μανούλα μου,
μου χε φαί κρυμμένο.

Παντρέψαμε την κόρη μας
Έχομε κι εγγονή
Τώρα στην Αθήνα
έχουν διαμονή.

Παντρεύτηκε κι ο πρωτογιος
Έχουμε δυο εγγόνια
ναμαστε όλοι μας
καλά να πάμε χιλια χρόνια.

Τα χρόνια επεράσανε
πάντρεψα τα παιδιά μου
κι ένοιωσε αγαλλίαση
η δόλια η καρδιά μου

1981
Θεέ, μεγάλη η χάρη σου
χάσαμε το παιδί μας,
άφησε χήρα κι ορφανά
πάει πια η ζωή μας.

Χάθηκε το Αντίπαρος
έγραψαν οι εφημερίδες,
όμως δεν χάθηκαν για μας
καθόλου οι ελπίδες.

Θεέ μου, σου αφιέρωσα
όλη μου την ζωή
κάνε λοιπόν το θαύμα σου
να ρθουν ένα πρωί.

Πήρε του πρώτου δίπλωμα
να σταδιοδρομήσει,
μα η κακούργα θάλασσα,
δεν τα άφησε να ζήσει.

Τα μάτια ρίχνω στον Θεό, 
μια χάρη του ζητάω, 
ζηταω το παιδάκι μας 
και σε παρακαλάω.

Το ξέρω πως δεν θ αρνηθείς,
ξέρω θα μας τον φέρεις,
θέλω το γέλιο στα παιδιά
εσύ να τους το φέρεις.

Μπρος στην γλυκιά σου την μορφή
Μ ευλάβεια γονατίζω,
Θεέ μου σε ευχαριστώ,
πες μου το να ελπίζω;
Blog Κώστα Στρατή
παπα Νικόλας