Επιστροφή στον κατάλογο των Λαογραφικών

 

Λαογραφικά

 

Η βεγγέρα

 

(κείμενο του Νικολού Εξαδάκτυλου)

 

Η βεγγέρα (<ιταλ. vegghera, συνήθως συντάσσεται «κάνω βεγγέρα») είναι επίσκεψη σε φιλικό σπίτι που ξεκινάει συνήθως το σούρουπο και μπορεί να φτάσει και  μέχρι πολύ αργά.

Στις Στενιές βεγγέρες γίνονταν από πάρα πολύ παλιά, συνεχίστηκαν μετά την κατοχή για δυο δεκαετίες ακόμα και εκεί από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 άρχισαν να φθίνουν και όταν λίγο μετά το 1980 έφτασε το τηλεοπτικό σήμα στο χωριό, σταμάτησαν εντελώς. Η μόνη περίοδος που δεν γίνονταν ήταν κατά τη διάρκεια της Κατοχής που υπήρχε απαγόρευση της κυκλοφορίας τη νύχτα. Υπήρχαν βέβαια εξαιρέσεις και τότε, αλλά αφορούσαν επισκέψεις σε πολύ κοντινά σπίτια και πάντοτε χωρίς τη χρήση φαναριού για να φωτίζεται ο δρόμος.

Η επίσκεψη γινόταν πάντοτε κατά το σούρουπο και η αποχώρηση γινόταν με εφόδιο ένα λαδοφάναρο. Οι δρόμοι ήταν σε κακή γενικά κατάσταση και πάντοτε βρώμικοι από τα περιττώματα των γαϊδάρων και των μουλαριών που καθημερινά έκαναν δεκάδες στράτες κουβαλώντας νερό, τρόφιμα, μπάζα, και παντός είδους υλικά. Το λαδοφάναρο λοιπόν ήταν απολύτως απαραίτητο και λίγο μετά την Κατοχή εμφανίστηκαν και οι πρώτοι φακοί που λειτουργούσαν με μπαταρία.

Οι βεγγέρες στις Στενιές δεν γίνονταν σε όλη τη διάρκεια του χρόνου. Συνήθως άρχιζαν με τα πρώτα κρύα και σταματούσαν όταν ζέσταινε ο καιρός. Με τον τρόπο αυτό γίνονταν και εξοικονόμηση ενέργειας. Ο οικοδεσπότης ή η οικοδέσποινα άναβε το μαγκάλι που θα ζέσταινε όλη την παρέα. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι στις Στενιές δεν υπήρχαν ούτε τζάκια ούτε σόμπες πετρελαίου. Η θέρμανση γινόταν με μαγκάλια. Τα κάρβουνα συνήθως τα έφερνε ο Βουρκωτιανός Γιάννης Δ. Ζαννάκης (Φαλέκος), κατόπιν παραγγελίας. Εκτός από τα μαγκάλια τα κάρβουνα χρησίμευαν και για τα σίδερα σιδερώματος. Αλλοι Βουρκωτιανοί πουλούσαν μόνο καυσόξυλα από κουμαριές όπως ο Μιχάλης Ζαννάκης (Ξυλάγγουρος) αλλά αυτά ήταν αποκλειστικά για μαγείρεμα. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι τους ζεστούς μήνες του έτους οι Στενιώτες αντί για βεγγέρες κάνανε τις «γειτονιές». Στις «γειτονιές» απλά βγαίνανε έξω από το σπίτι τους και κάθονταν στα σκαλοπάτια τους και πιάναν κουβέντα με τους γειτόνους τους που είχανε κάνει το ίδιο. Φυσικά δεν υπήρχαν κεράσματα μεταξύ τους.

Οι βεγγέρες ήταν συνήθως μια συχνή συνήθεια. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που κάνανε βεγγέρες σε καθημερινή βάση. Αντίθετα με ένα τραπέζωμα που ήταν πάντα σοβαρή υπόθεση, η βεγγέρα προϋπόθετε ελάχιστη - πέρα του μαγκαλιού - προετοιμασία. Το τυπικό ήταν ένα γλυκό στην αρχή και μετά καφές. Τίποτα περισσότερο. Αν όμως υπήρχαν μερικοί άνδρες στην παρέα, τότε μπορεί και να εμφανίζονταν κρασιά, ρακιά και συνοδευτικοί μεζέδες. Ξερά σύκα, τυρί βολάκι ή χοιρινά ήταν τα πιο συνηθισμένα. Οταν τύχαινε στη βεγγέρα να υπάρχουν παιδιά, συνήθως τα φίλευαν με φέτες ψωμιού που τις ψήνανε στο μαγκάλι, πάνω σε μία μασιά. Στις ψημένες φέτες αλείφανε γλίνα, η καμιά φορά και βούτυρο πασπαλισμένο με ζάχαρη. Στα μερακλίδικα σπίτια τον καφέ τον καβουρντίζανε στην πυρά του μαγκαλιού και τον αλέθανε αμέσως μετά. Το ψήσιμο γινόταν σε μια άκρη του μαγκαλιού, οι δε μυρωδιές που βγαίνανε ήταν πραγματικά αξέχαστες. Η μητέρα μου θυμάται ότι, όποτε πήγαιναν στο σπίτι της θείας της της Ανθής(1) για βεγγέρα, το γλυκό ήταν απαρέγκλιτα ρυζόγαλο. Ο αριθμός αυτών που μαζεύονταν μπορεί να ήταν - πέρα βέβαια από τους οικοδεσπότες - από ένα - δυο άτομα και να φτάσει και τα δέκα, με όριο πάντα ανάλογο με το μέγεθος του καθιστικού. 

Το κοινό στοιχείο μεταξύ των ατόμων της παρέας ήταν η συγγένεια, η φιλία, η γειτονία. Συνήθως η βεγγέρα ανταποδίδονταν με εξαίρεση όταν υπήρχαν μεγάλης ηλικίας άτομα που δεν μπορούσαν να περπατήσουν μεγάλες αποστάσεις ή τους ανηφορικούς δρόμους του χωριού. Οταν υπήρχαν μικρά παιδιά που δεν μπορούσαν να μείνουν μόνα τους το σπίτι, ακολουθούσαν τους μεγάλους στο σπίτι της βεγγέρας. Αν υπήρχαν συνομήλικα παιδιά εκεί, τόσο το καλύτερο γι’ αυτά. Το πρόβλημα ήταν για τους μεγάλους το βράδυ, που έπρεπε να τα κουβαλήσουν στην πλάτη τους μιας και με βεβαιότητα τα είχε πάρει ο ύπνος.

Στις περισσότερες περιπτώσεις οι βεγγέρες ήταν καθαρά γυναικεία ενασχόληση. Τους χειμερινούς μήνες δύσκολα έβρισκες άντρες στο χωριό, οι περισσότεροι σαν ναυτικοί ταξιδεύανε. Αυτοί που ήσαν στο χωριό, οι περισσότεροι συνταξιούχοι, έβγαζαν τα πρωινά τους στα καφενεία. Αν στη βεγγέρα που θα πήγαιναν οι γυναίκες τους δεν υπήρχαν άλλοι άνδρες, τις αποφεύγανε, η αλήθεια είναι ότι βαριότανε τις γυναικείες συζητήσεις. Αν όμως θα εύρισκαν άλλους άνδρες, τα πράγματα ήταν διαφορετικά, Είχαν πράγματα να πουν μεταξύ τους αλλά και να παίξουν κανένα χαρτί, συνήθως πρέφα.

Τα θέματα των συζητήσεων στις βεγγέρες ήταν επί παντός επιστητού. Διάφορα νέα της Στενιώτικης κοινωνίας, γάμοι, βαφτίσια αλλά και το κουτσομπολιό ήταν κάτι που δεν το αποφεύγανε. Θυμάμαι από συζητήσεις των δικών μου ότι στη διάρκεια του μεσοπολέμου ο Καπίτουλας (2) όταν μυριζόταν κάποια βεγγέρα, τρύπωνε με το έτσι θέλω στο σπίτι και οι νοικοκυραίοι από λύπηση του δίνανε γλυκά, καφέ ίσως και λίγο φαγητό. Οταν προχωρούσε η βραδιά ο Λευτέρης που δε συμμετείχε βέβαια στη συζήτηση, έριχνε κανένα ύπνο στην καρέκλα ή τη μπατζέτα που καθότανε ή στη κουρελού σε κάποια άκρη του δωματίου, αυτή η τελευταία ήταν η αγαπημένη του θέση. Πολλές φορές το αυτί του έπιανε και κανένα κουσέλι, συνέχιζε να παριστάνει τον κοιμισμένο και την άλλη μέρα όλο χωριό ήξερε με το νι και με το σίγμα ότι είχε ειπωθεί στη βεγγέρα.

Δεν ήταν ασυνήθιστες οι φορές που η βεγγέρα πέρα από συναναστροφή ήταν και βραδιά εργασίας. Οταν το νοικοκυριό ήταν να χοιροσφαΐσει, ο φιδές, σημαντικό πιάτο στα χοιροσφάγια, γινότανε σε επί τούτου βεγγέρες.

Οταν ήλθε η τηλεόραση στο χωριό, πολλές συνήθειες άλλαξαν ή και σταμάτησαν εντελώς. Μια από αυτές ήταν η απογευματινή βόλτα στο Φάληρο (το τμήμα του αμαξιτού από το Σταθμό μέχρι τα Καβάκια). Μια άλλη ήταν η βεγγέρα. Λίγο νωρίτερα είχε έλθει και το νερό στο χωριό. Λίγες νοικοκυρές πήγαιναν πια στην Πεντάβρυσο ή στου Καραβά. Οι συνεκτικές συνήθειες που κρατούσαν το χωριό μας δυναμικό, εξασθένισαν δραματικά. Προτιμούσαμε να κάτσουμε στα σπίτια μας να ακούσουμε για τον καιρό, παρά να βγούμε έξω να συναναστραφούμε με τους δικούς μας, με τους φίλους μας.

Η ειρωνεία είναι ότι μεμψιμοιρούμε για τα παιδιά μας που κλείνονται μόνα τους και παίζουν μπροστά σε ένα κομπιούτερ βιντεοπαιχνίδια, αντί να βγουν έξω και να παίξουν με τα άλλα παιδιά, όλα μαζί.

 

_______________________________________________________

 

(1) Χαζάπη Ανθή του Σταμάτη (1242) #2619

(2) Καρυστινός Λευτέρης του Γιάννη (112) - info

 

 

Επιστροφή στον κατάλογο των Λαογραφικών

 

Επιστροφή στην αρχική σελίδα