Επιστροφή

 

Λαογραφικά

 

Το καπέλο της Μαριώς

 

(κείμενο του Κώστα Νικ. Πολέμη)

 

Οι παντρεμένες Στενιώτισες και για όσο διάστημα οι σύζυγοι απουσίαζαν μπαρκαρισμένοι, ήταν ντυμένες πολύ σεμνά και συντηρητικά, δεν φορούσαν δε ποτέ κοσμήματα πλην της βέρας τους. Σε μία που κάποτε πήγε μια Κυριακή στην εκκλησία φορώντας σκουλαρίκια και καρφίτσα χρυσή, ενώ ο σύζυγος ταξίδευε, παραβιάζοντας έτσι τον ενδυματολογικό κώδικα, της είπαν καλώς τον δέχθηκες, σίγουρες ότι ο σύζυγός της είχε ξεμπαρκάρει.

Ένα Δεκαπενταύγουστο λοιπόν η Μαριώ είχε την ευκαιρία να φορέσει τα λούσα της και τα κοσμήματα της αφού ο σύζυγός της είχε πρόσφατα έλθει στο χωριό μετά από δίχρονο μπάρκο και θα την συνόδευε στην εκκλησία της Παναγίας. Ηταν δε κατά γενική ομολογία ένας από τους πλέον όμορφους και καλοντυμένους άνδρες του χωριού. Εκείνος ντύθηκε και ετοιμάστηκε πρώτος βγήκε στην βεράντα καπνίζοντας το τσιγάρο του περιμένοντας την Μαριώ να ντυθεί η οποία ακλουθώντας πιστά την γυναικεία συνήθεια καθυστερούσε εκνευριστικά. Ακούστηκε η τρίτη καμπάνα, σημάδι ότι ο παπάς είχε προχωρήσει στην κύρια λειτουργία ψάλλοντας το Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός ...

 

-Ε Μαριώ ακόμα; Θα σχολάσει ο παπάς...

 

Ακούστηκε ένα αχνό,

 

-τώρα τώρα,

 

από το βάθος του σπιτιού, ο Βασίλης άναψε δεύτερο τσιγάρο και σταυρώνοντας τα χέρια του πίσω από την πλάτη κίνησε για την εκκλησία φτύνοντας και μονολογώντας, γυναίκες σου λέει ανάθεμα τις. Μεθ’ ού πολύ ακολούθησε και η Μαριώ η οποία ούσα μικροκαμωμένη και φορώντας μετά από πολύ καιρό παπούτσια με ψηλά τακούνια, πάσχιζε μάταια να τον προφθάσει. Ετσι ο ένας μπρος η άλλη πίσω έφθασαν στην εκκλησία. Άναψαν χωριστά κερί, προσκύνησαν, ο Βασίλης πήγε στο δεξιό Κλίτος στην θέση που στέκονται παραδοσιακά οι άνδρες και η Μαριώ αριστερά, στο Κλίτος που συνήθιζαν να στέκονται οι γυναίκες. Μετά το τέλος της λειτουργίας βγήκαν πάλι χωριστά στο προαύλιο, έφαγαν τις παστίτσες που μοίραζαν οι πανηγυρίζοντες, ανταλλάσσοντας ευχές με τους συγχωριανούς. Η Μαριώ έφυγε πρώτη για το σπίτι, να βράσει το κοκορόζουμο και να ρίξει το ρύζι για το πιλάφι. Οταν ο Βασίλης έφθασε στο σπίτι, το τραπέζι στη σάλα ήταν στρωμένο με το γιαπωνέζικο σερβίτσιο Noritake, και το πιλάφι άχνιζε στη πιατέλα περεχυμένο με καυτό βούτυρο Ολλανδίας, αλλά και πολλά άλλα καλούδια και ορεκτικά ήταν απλωμένα. Αφού έκαναν τον σταυρό τους και ευχήθηκαν και του χρόνου άρχισαν να τρώνε, το ζευγάρι και η μοναχοκόρη τους. Μετά από κάποια σχόλια που έκανε ο Βασίλης για την νοστιμιά των φαγητών επαινώντας την μαγειρική δεινότητα της Μαριώς, υπερβάλλοντας λίγο για να την κολακεύσει, δέχθηκε από εκείνη την ερώτηση που τον έπιασε αδιάβαστο:

 

-Δεν μου είπες Βασίλη αν σου άρεσε το καπέλο μου;

 

-Καπέλο; Ποιο καπέλο;

 

απάντησε λίγο αδιάφορα.

 

-Το καπέλο που φορούσα σήμερα.

 

-Φορούσες καπέλο;

 

απάντησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια εκείνος. Κατακόκκινη και έξαλλη η Μαριώ τρέχει στην κρεμάστρα παίρνει το πολύ εντυπωσιακό ομολογουμένως καπέλο που για την περίσταση είχε αγοράσει, βγαίνει στην αυλή το ρίχνει κάτω και αρχίζει να χορεύει πάνω του βγάζοντας κραυγές θυμού...

 

Δεν γνωρίζω αν η Μαριώ ξαναφόρεσε καπέλο. Εκείνο που ξέρω από την γιαγιά μου είναι ότι οι παντόφλες που συνήθιζε να φοράει ο Βασίλης ήταν βελούδινες αγορασμένες στην Αμβέρσα!!!