Ο βεζίρης

επιστροφή στον κατάλογο

 

Το παιχνίδι αυτό παίζεται και σε άλλα μέρη της Ελλάδας με τους ίδιους περίπου κανόνες. Ανήκει στα ανταγωνιστικά παιχνίδια του τύπου ο καθένας για τον εαυτό του. Επειδή σε κάθε φάση του παιχνιδιού ριχνόταν κάτι σαν ζάρι, το παιχνίδι αυτό εμπεριέχει και το στοιχείο της τύχης.

 

Απαραίτητα στο παιχνίδι αυτό που παιζόταν από τέσσερα τουλάχιστο άτομα ήταν το κότσι (ο αστράγαλος) ενός μεγάλου ζώου, κατά προτίμηση μιας κατσίκας (που χρησίμευε σαν ζάρι) και μια βέργα η χρήση της οποίας θα εξηγηθεί παρακάτω.

 

Το κότσι μοιάζει σαν σχήμα με ένα παραλληλεπίπεδο. Από τις έξη έδρες του, οι δύο είναι στρογγυλευμένες και αν πεταχτεί στο έδαφος είναι αδύνατο να σταθεί σε κάποια από αυτές. Από τις υπόλοιπες τέσσερις  οι δύο (που είναι αντικριστές) είναι πιο φαρδιές και οι υπόλοιπες δύο (πάλι αντικριστές) είναι πιο στενές. Από τις στενές πλευρές η μία είναι πιο ομαλή και στο παιχνίδι ονομάζεται «βεζίρης», ενώ η άλλη απέναντι της έχει δύο βαθουλώματα και ονομάζεται «βασιλιάς». Στις δύο πιο πλατιές πλευρές του αστράγαλου η μία είχε βαθούλωμα και ονομαζόταν «κλέφτης» ενώ η αντικριστή της είχε εξόγκωμα και ονομαζόταν «ψωμάς». Οταν το κότσι ριχνόταν στο έδαφος είχε λιγότερες πιθανότητες να σταθεί σε κάποια στενή πλευρά (να δείχνει «βασιλιά» ή «βεζίρη») και αρκετά περισσότερες να σταθεί σε κάποια πλατειά πλευρά (να δείχνει «κλέφτη» ή «ψωμά»).

 

Το παιχνίδι άρχιζε με καθορισμό με κάποιο τρόπο της σειράς που θα έπαιζε ο κάθε παίκτης. Κάθε παίκτης έριχνε διαδοχικά το κότσι μέχρι να φέρει κάποιος «βασιλιά» ή «βεζίρη». Οταν κάποιος έφερνε έναν από τους δύο αξιωματούχους του παιχνιδιού, κρατούσε τον τίτλο και τα υπόλοιπα παιδιά συνέχιζαν να ρίχνουν το κότσι μέχρι να καλυφθεί και η θέση του δεύτερου αξιωματούχου. Οταν κάποτε υπήρχαν και «βασιλιάς» και «βεζίρης» τότε άρχιζε το παιχνίδι. Κάθε παιδί που δεν ήταν «βασιλιάς» ή «βεζίρης» έριχνε το κότσι. Αν έφερνε «βασιλιά» ή «βεζίρη», τότε έπαιρνε τη θέση αυτού που είχε τον τίτλο και έπαιζε (έριχνε το κότσι) ο επόμενος. Στην περίπτωση που έφερνε «ψωμά» δεν γινόταν τίποτα και έριχνε το κότσι ο επόμενος παίκτης. Στην περίπτωση όμως που έφερνε «κλέφτη», τα πράγματα γινόταν σκούρα γι’ αυτόν. Ο «βασιλιάς» όριζε την τιμωρία του με αριθμό ξυλιών στα χέρια με τη βέργα και με ένταση κάθε ξυλιάς. Οι ξυλιές ήταν κυρίως «μελάτες» (ήπιες) ή «ξιδάτες» (δυνατές). Ενίοτε ορίζονταν και άλλοι βαθμοί έντασης, αλλά αυτές ήταν οι συνηθισμένες ξυλιές. Για παράδειγμα η τιμωρία μπορεί να ήταν οκτώ «ξιδάτες»,  δύο «μελάτες» κοκ. (εννοείται ότι εδώ έβγαιναν στη φόρα όλα τα απωθημένα κάθε παιδιού). Η ποινή εκτελείτο από τον «βεζίρη» ο οποίος με τη σειρά του συνεισέφερε θετικά η αρνητικά στην ένταση της ξυλιάς, ανάλογα με τις σχέσεις του με τον ξυλοφορτούμενο «κλέφτη». Μόλις η τιμωρία ελάμβανε τέλος, έριχνε το κότσι ο επόμενος παίκτης με την ελπίδα να πάρει τη θέση του «βασιλιά» ή του «βεζίρη». Οι παίκτες που είχαν τον τίτλο του «βασιλιά» και του «βεζίρη»  δεν έριχναν το κότσι, αλλά κρατούσαν τις θέσεις τους, μέχρις ότου αντικατασταθούν  από κάποιο τυχερό από τους υπόλοιπους παίκτες. Αυτό βέβαια, λόγω της ιδιομορφίας του κόκαλου δεν συνέβαινε και πολύ συχνά.

 

Το παιχνίδι συνήθως τελείωνε συνήθως με καυγάδες μεταξύ των παικτών και εκφράσεις του τύπου «θα δεις τι έχεις να πάθεις την άλλη φορά»...